Σάββατο 4 Μαΐου 2013

τα πουλιά

Σήμερα με ξυπνήσαν
τα πουλιά.
Από νωρίς άρχισαν να σκαλίζουν το παντζούρι μου.
Το πιο επιδέξιο από αυτά
πέρασε μέσα από τις ρωγμές
και βάραγε το τζάμι.
Έπρεπε να το είχα αφήσει ανοιχτό.
Ήτανε η βραδιά ζεστή.
Δεν είχα πιει.
Νύστα δεν ένιωσα ποτέ.
Και χθες το βράδυ, έκλεισα μοναχά τα μάτια μου
και ανακαλούσα ως το πρωί παλιές σκηνές,
εικόνες.

Σήμερα με ξυπνήσαν
τα πουλιά.
Την ώρα που ραμφίζανε τα μάτια μου, θυμήθηκα.
Τους είχα χθες υποσχεθεί
πως σήμερα μαζί τους θα πετούσα.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

περπάτησε

Κάποτε ζούσε, λέει, στον Βόλο ένας τύπος που η ιστορία δεν έχει καταφέρει ακόμα να τον κατατάξει στους επαίτες ή στα επιχειρηματικά δαιμόνια. Κυκλοφορούσε τις μέρες της Σαρακοστής στην παραλία και στην αγορά σέρνοντας πίσω του, δεμένο με σκοινί, ένα αρνί και πουλούσε αυτοσχέδιους λαχνούς στους συμπολίτες του. Διέδιδε πως τη Μεγάλη Βδομάδα θα γινόταν κάποια κλήρωση, πολύ έγκυρη, εννοείται, και αξιόπιστη, κι ο νικητής θα κέρδιζε το αρνάκι.
Κάθε χρόνο, τις μέρες της Σαρακοστής, οι κάτοικοι του Βόλου, έσπευδαν με προθυμία να αγοράσουνε λαχνούς από τον πλανόδιο κατεργάρη, κι ας ήξεραν όλοι τους καλά ότι η κλήρωση, που όλο προανήγγειλε, δεν θα συνέβαινε ποτέ. Κι ας είχαν μάθει όλοι την απάτη του.
Ο τύπος με το αρνί φρόντιζε, φυσικά, κάθε Μεγάλη Βδομάδα να εξαφανίζεται -θα άραζε στην πλατεία του χωριού του, προφανώς, και θα πνιγότανε στα τσίπουρα- κι όταν ξαναφαινότανε μετά, κατά το καλοκαίρι, στις ερωτήσεις "που πήγε, ρε μάγκα, το αρνί;", "τι έγινε τελικά; τι έβγαλε η κλήρωση;", αυτός έδινε πάντα την ίδια μονότονη και εξωφρενική απάντηση: "Κύριοι, το ζωντανό περπάτησε!". Και εννοούσε, στην αργκό της τότε εποχής, ότι το αρνί το έσκασε και άρα αυτός δεν έφερε πλέον καμιά ευθύνη.
Όλοι κρυφογελούσαν με το αφελές του τέχνασμα. Όλοι παρίσταναν τα θύματα της πονηριάς του. Κανείς δεν τόλμησε ποτέ να τον κατηγορήσει. Όχι γιατί φοβόντουσαν. Όχι γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Μα επειδή δεχόντουσαν ετούτη την ετήσια συνήθεια ως έναν τρόπο για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους -με τρόπο τόσο αυτοσαρκαστικό- προς έναν άλλον άνθρωπο, αδιαφορώντας, ίσως, εάν αυτός την είχε πραγματικά ανάγκη.
Κάποτε υπήρχε, λέει, μια εποχή, μακρυά από εκσυχρονισμούς και νεωτερικότητες, όπου ο κάθε παραστρατημένος αγροτοποιμένας μπορούσε να μπαινοβγαίνει στα καφενεία και στα μαγαζιά της πόλης παρέα με το αμνοερίφιό του. Ήταν η ίδια ακριβώς η εποχή όπου οι άνθρωποι δεν αναζητούσαν τη σωτηρία της ψυχής τους στη συμμόρφωση, μα αντιθέτως στη συνενοχή, στη σύμπραξη σε κάποια φάρσα απλοϊκή, σε ένα κουτό και επαναλαμβανόμενο, μα τόσο ωφέλιμο αστείο.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

φωτιές

Είδα στον ύπνο μου φωτιές.
Ξέρει κανείς σας τι σημαίνει;
Καιγόσασταν,
λέει,
κι έριχνα στην πυρά κλαδιά.
Παρακαλούσατε
κι έκλεβα λάδι από της ηθικής σας το καντήλι.
Εχθές, πήραν τα όνειρα φωτιά.
Οι φλόγες φτάνανε στα σύννεφα.
Οι σπίθες τις πατούσες του θεού σας γαργαλούσαν.
Τις στάχτες δεν τις πρόλαβα -
είχε ήδη ξημερώσει.

Πόσο πολύ διψούσα, όταν ξύπνησα!

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

πάτριοτς ντέι

Ένας ήχος ακούστηκε. Όχι, δεν ήταν η καρδιά μου, που κόντευε να σπάσει στα τελευταία μέτρα. Δεν ήταν τα πνευμόνια μου, τα σπλάχνα μου, ο μυϊκός ιστός μου. Φιλεύσπλαχνη η ακοή. Όσα συμβαίνουν μέσα μας αυτή τα απομονώνει.
Ούτε το σχίσιμο της κορδέλας του τερματισμού – καμιά κορδέλα, κανείς τερματισμός δε βγάζει τέτοιον ήχο. Στο τέλος πάντα παραμονεύει το κενό και στο κενό ο ήχος δεν αναπαράγεται – αυτό όλοι το ξέρουν.
Δεν ήταν καν τα πανηγύρια, οι φωνές των θεατών. Αυτά κανείς δρομέας στ’ αλήθεια δεν τα ακούει. Κάποια στιγμή, στου δρόμου περίπου τα μισά μου φάνηκε πως είχα ακούσει τον πατέρα μου. «Πάμε, κορίτσι μου! Έτσι! Δυνατά! Λίγα χιλιόμετρα μας έμειναν μονάχα…» Τρελαίνομαι, σκέφτηκα, κι αμέσως φώναξα την κυρα-λογική να μπει μες στο κεφάλι μου, να βάλει μία τάξη. Ο μπαμπάς και πεθαμένος μονάχα μπάλα θα μπορούσε να καθότανε να δει. Κι αφού τα κοριτσάκια μπάλα δεν κλωτσούν, στα αρχίδια του τι κάνει το «κορίτσι του».
Να ήταν κάποια από τις συναθλήτριες; Στο μαραθώνιο τους άλλους δεν τους λες αντίπαλους. Αντίπαλος, εχθρός κακός και μοχθηρός είσαι εσύ μονάχα. Η φύση σου. Όχι, δεν είναι στη φύση των ανθρώπων να τρέχουνε σαρανταδυό χιλιόμετρα και μάλιστα να κυνηγάνε επιδόσεις και πρωτιές. Σαρανταδυό χιλιόμετρα – τι τρέλα, τι παράνοια! Ποιος άραγε την πρωτοσκέφτηκε τέτοια παλαβομάρα; Εκείνος ο καμένος ο Έλληνας. Μπούρδες! Αυτός το έκανε από ανάγκη, υποχρέωση. Ίσως και να ήθελε να κάνει το κομμάτι του. Αλλά, είπαμε, ό,τι κι αν έκαναν εκείνοι οι τρελοί, είναι για εμάς ηρωισμός, τέχνη, φιλοσοφία.
Για μια στιγμή σκέφτηκα πως θα ήτανε κάποια από τις ιλλουστρασιόν αμερικανιές των διοργανωτών. Γκραν φινάλε, χάππυ εντ χωρίς λιγάκι από Χόλυγουντ στο Αμέρικα δεν πάει. Αν και οι φίλοι μου είπανε πως η Βοστώνη είναι αλλιώς. Πιο Ευρώπη, πιο γηραιά και ξιπασμένη ήπειρος. Νέα Αγγλία κι έτσι. Νέα Ιρλανδία μάλλον. Μες στα τριφύλλια και στις πράσινες τις παμπ είναι η γειτονιά που μένουμε.
Α ρε Σεν Πάτρικ, μήπως και ήσουνα εσύ που έκανες το θαύμα σου και είπες με τον κρότο αυτόν να το υπογραμμίσεις; Αν και τι θαύμα ήτανε αυτό. Στα θαύματα γλεντάνε οι πιστοί και οι άπιστοι στραβώνουν. Εδώ πιστοί και άπιστοι τους πήραν όλους τα ζουμιά. Όχι έτσι δε γίνονται τα θαύματα. Θαύμα είμαι εγώ που ήρθα ως εδώ να αγωνιστώ. Θαύμα είναι ο αγώνας μου. Η υπομονή, η επιμονή, το πείσμα, οι στερήσεις. Ο όρκος που έδωσα στον μπάρμπα μου. «Και με ένα πόδι, θείε, εγώ θα πάω στο Πάτριοτς Ντέι και θα τρέξω!» Και με ένα πόδι. Κυριολεκτικά. Τώρα το άλλο μου το πόδι ψάχνουν ακόμα να το βρουν. Κι εκείνα τα τακούνια που δυο μέρες πριν αγόρασα από τη Νορθ Στρητ δεν πρόκειται ποτέ να τα φορέσω.
Ο ήχος αυτός ήτανε λέει έκρηξη. Τώρα μου τα εξηγούνε όλα οι γιατροί. Βόμβα που κάποιοι, λέει, τοποθέτησαν. Ήταν πιστοί ή άπιστοι; Τι σημασία έχει; Το θαύμα της, για αυτούς τουλάχιστον, το έκανε. Μέχρι κι οι χαζοχαρούμενες οι μαζορέτες άγιασαν. Ναι, πρόλαβα και τις είδα. Την ώρα που τερμάτιζα. Να αναλήπτονται, λεέι, στους ουρανούς. Μέσα σε καπνούς και σε φτερά πολύχρωμα.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

...έρχομαι εγώ

Ο Στράτος αρχίζει να καταλαβαίνει. Η ερωτική του επιθυμία δεν είναι τελικά τόσο πανίσχυρη, όσο θα ήλπιζε πριν έρθει η Ισαβέλλα στο δωμάτιο. Πριν στριμωχτεί ανάμεσα στο τόσο ξένο εν τέλει σώμα του και στα οικεία του ξενοδοχείου τα σεντόνια. Τη νιώθει άγνωστη, ακατάδεχτη, απόμακρη. Δεν είναι μόνο τα σφαλισμένα μάτια της. Δεν είναι μόνο τα χέρια της τα αποδυναμωμένα. Αυτή η γυναίκα που βρίσκεται από κάτω του είναι μια κούκλα άψυχη. Τι να την κάνει άψυχη, όσο κι αν είναι κούκλα; Σε τι διαφέρει αυτό το απρόσμενο, το απρογραμμάτιστο το πήδημα από μια συνήθη μαλακία; Τουλάχιστον εκεί, στη μαλακία του, αυτή θα τον κοιτούσε. Ναι, σίγουρα. Θα βύζαινε το πέος του και θα είχε τα μάτια της ορθάνοιχτα. Θα υποδεχόταν αυτό το ανήλεο του σφυροκόπημα, βογκώντας και αναστενάζοντας, μα ούτε στιγμή δε θα απέσυρε το βλέμμα από πάνω του. Όχι, δε θα κοιτούσε απλώς. Θα έβλεπε. Πολύ καλύτερα εκεί. Πολύ πιο Ισαβέλλα. Τίμια πράγματα. Οφθαλμός αντί οφθαλμού, οδούς αντί οδόντος. Ναι, ναι, από όλα θα είχε εκεί. Και μάτια και δόντια και δάχτυλα και γλώσσες και φιλιά. Ακόμα και φιλιά. Όμως, δεν τις φιλάνε τις πουτάνες, λέει. Μονάχα τις πηδάνε. Ε, Ισαβέλλα; Έτσι είναι; Έψαχνες για πουτάνα, ε; Και δε μου λες; Πως λες να την πληρώσεις; Τι έχεις μέσα στο κεφάλι σου; Ποιος κατοικεί μες στη δική σου μαλακία; Γιατί δεν πήγες στο δικό του το δωμάτιο; Μην πεις πως δε σου κάθεται. Εσύ αλλιώς είσαι μαθημένη. Ποιος θα τολμούσε όχι να σου πει; Ποιος θα αρνηθεί την πόρτα να σου ανοίξει; Ποιος δε θα θέλει να προσκυνήσει τέτοια βυζιά παράσημα; Καριόλα, ψυχή αγάμητη! Ποιο πιόνι στη σκακιέρα σου να πάει να αυτομολήσει; Όχι, να μην ερχόσουνα ποτέ. Να σε έβλεπα μονάχα μες στην αίθουσα. Να σε είχα μόνο στα όνειρά μου. Όχι γιατί εκεί μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Λάθος. Δεν είναι αυτό το θέμα. Γιατί εκεί, στη φαντασία, στη μαλακία μου –πες την όπως γουστάρεις- μπορώ να θέλω να με θες. Να θέλεις όσα θέλω. Να βλέπω την επιθυμία σου κι εσύ τα όνειρά μου να κοιτάζεις.

«Κοίταξέ με!»
«Τι;»
«Κοίταξέ με, είπα!»
«Τι θέλεις;»
«Γιατί δε με κοιτάς, γαμώ την παναγία σου;»
«Άσε με! Με πνίγεις!»
«Ό,τι γουστάρω θα κάνω, ακούς; Ό,τι γουστάρω!»
«Σταμάτα!»
«Τι είμαι εγώ, ρε; Τι είμαι; Ε; Τι είμαι;»
«Δεν είσαι…»
«Τι δεν είμαι; Ποιος δεν είμαι; Μη κλαις! Μίλα!»
«Δεν είσαι…»
«Τι θέλεις; Γιατί ήρθες; Λέγε! Γιατί;»
«Για να με πηδήξεις, μαλάκα! Αυτό δεν ήθελες; Αυτό δε σκέφτεσαι συνέχεια; Πήδα με, λοιπόν κι άσε τις ερωτήσεις! Ή μήπως προτιμάς τα τσοντοσαϊτ σου; Ε; Για λέγε!»
«Άντε γαμήσου,καριόλα!»

Η Ισαβέλλα αρχίζει να καταλαβαίνει. Λάθος, λάθος όλα. Προσπάθησε να επιβάλει αυτήν την αισθητηριακή απομόνωση, μήπως και έτσι, χωρίς να βλέπει την εικόνα του, χωρίς να ακούσει τη φωνή του, μπορέσει να τον αντικαταστήσει. Αυτόν με εκείνον. Εκείνος και αυτός. Και η Ισαβέλλα κάπου εκεί ανάμεσα. Και η Ισαβέλλα πουθενά. Κι οι υπόλοιπες αισθήσεις; Ποιος τις ρώτησε; Ποιος είπε στην αφή να μείνει έξω από το δωμάτιο; Ποιος θα μπορούσε λογοκρισία, εμπάργκο, μποϊκοτάζ να κάνει στις επιδερμίδες τους;Ποιος άραγε τη γεύση και την όσφρηση να της αφήσει έξω από ετούτο το γαμήσι; Ποιος τις γαμάει τις αισθήσεις σου, μικρή μου Ισαβέλλα; Ποιος σε γαμάει εσένα τελικά; Αυτός που θες πραγματικά; Αυτός που, έτσι στην τύχη, διάλεξες; Ή μήπως εσύ η ίδια; Ποιος το γαμάει το πολυπόθητο μουνάκι σου, το βλέπεις, κι ας μην τολμάς τώρα να τον κοιτάξεις. Ποιος το μυαλό σου, όμως, διακορεύει, βιάζει, ξεσκίζει και πηδά και δεν πρόκειται ποτέ σου να το μάθεις. Αυτός εδώ είναι υπαρκτός. Ζυγίζει και το βάρος του το νιώθεις. Μυρίζει και τις οσμές του τις καταπίνουν τα ρουθούνια σου. Στάζει και τα υγρά του τώρα σε ποτίζουν. Ο άλλος, ο εκείνος, τι είναι τελικά; Μια ιδέα. Μια παραίσθηση. Ένα απωθημένο ακατοίκητο. Μια όμορφη απάτη. Γιατί τον έφερες μαζί σου μέσα στου Στράτου το δωμάτιο; Στράτο, αλήθεια, δεν τον λένε; Τι νόμιζες; Πως επειδή είναι τόσο παρόμοια όλα ετούτα τα δωμάτια, θα ήταν και ίδιοι αυτοί που τα γεμίζουν; Ποιος σε γεμίζει τώρα εσένα, Ισαβέλλα;Ποιος κατοικεί μες στο δικό σου το δωμάτιο; Ποιος τα κρατάει τα κλειδιά; Ποιος τις κουρτίνες σου τραβάει; Γιατί τον έφερες μαζί σου; Δεν το ήξερες; Όλα αυτά, αυτού του είδους τα γαμησιάτικα συμπλέγματα θέλουνε σάρκες, σάλια, κόκκαλα. Η φαντασία δεν τους φτάνει. Μόνη σου ήρθες, Ισαβέλλα. Κανένας δε σε κάλεσε. Όλοι μόνοι ερχόμαστε. Όχι μονάχα στη ζωή. Και στα γαμήσια μας ακόμα. Μόνοι και πάλι μόνοι φεύγουμε. Το ενδιάμεσο διάλειμμα της συντροφιάς είναι που ξεγελάει. Άνοιξε τα ματάκια σου, κορίτσι μου! Δες επιτέλους την αλήθεια!

Oh angel - we can find our way somehow/ Escaping from the world we're in. Ξέπνοοι. Ταπεινωμένοι. Ασήμαντοι. Ο ένας πλάι στον άλλον. Και οι δυο τους έναν άλλον έρωτα διψάσανε. Και οι δύο, στο ίδιο πήδημα, στέρεψαν τα υγρά τους.
To a place where we began.Ο τόπος μιας φαντασίας μυστικής, η γη των προφανών φαντασιώσεων δε θα μπορέσει ποτέ μέσα σε ένα τόσο περιστασιακό δωμάτιο, άραγε, να χωρέσει; Η επιθυμία σκοντάφτει πάνω στην περίσταση. Το περιστατικό δε συνιστά αιτία έρωτα ή πολέμου.
And I know we'll find/ A better place and peace of mind. Και ύστερα μένουν μόνα ένα κεφάλι σα σφηκοφωλιά και πλάι του ένα ξερό κορμί αφυδατωμένο. Και η φωνή του Judas από πολύ μακριά για κάποιον να προσεύχεται.
Just tell me that it's all you want - for you and me/Angel won't you set me free. Ελευθερία, ελευθερία, σε χύνω στα μούτρα και ύστερα το φάντασμά σου από μπροστά μου διώχνω.

«Κάθεται κανείς εδώ;»
Κάθεσαι εσύ. Εδώ και ώρα, αλλά ακόμα δεν το ξέρεις. Και εδώ κι εκεί και πρώτα από όλα πάνω μου.
Ούτε στα όνειρά του, τέτοιο τρελό σενάριο δεν έπαιζε. Από όλες του τις συμφοιτήτριες να έχει για διπλανή την όμορφη της τάξης. Μαζεύει βιαστικά τα πράγματά του από το κάθισμα. Στο πάτωμα τα ρίχνει.
«Κάθεσαι εσύ.»
«Ευχαριστώ!»
Το χαμόγελό της τη σκέψη του θολώνει. Κάθεται, βγάζει το παλτό, τεντώνεται, αράζει. Το στήθος της κοντεύει να ξεχειλώσει το γαλάζιο της πουλόβερ.
«Είμαι η Ισαβέλλα. Εσύ;»
«Γεια σου, Ισαβέλλα!»
«Εσύ;»
«Εγώ είμαι ο Στράτος.»
«Κι άλλος Στράτος! Γνώρισα άλλον έναν μέσα στο τρένο.»
«Λυπάμαι που δεν είμαι τόσο μοναδικός.»
«Κανείς δεν είναι, Στράτο.»
Σταυρώνει τα πόδια της. Τρίβεται το μπλουτζίν της. Στριμώχνονται τα μπούτια της κάτω από το θρανίο. Το βλέμμα του χοροπηδάει ανέμελο. Δεν ξέρει καν που να σταθεί. Δεν βρίσκει κάποια εικόνα πρόχειρη αδιάφορη για να μην τον προδώσει. Ο χάρτης της Τουρκίας ίσως; Τι δουλειά έχει, άραγε, αυτός ο χάρτης εδώ μέσα;
Η Ισαβέλλα αδειάζει τα σύνεργά της από την τσάντα της. Καταλαμβάνει τη μισή επιφάνεια του θρανίου και ολόκληρη σχεδόν της σκέψης του συμφοιτητή της. Μες στον εγκέφαλο του Στράτου, η επιφάνεια εργασίας του έχει μόλις αποκτήσει καινούριο φόντο.
«Από πού είσαι;»
Αυτή μοιάζει ξαφνικά σα να έχει κάπως απομακρυνθεί. Το βλέμμα της παρακολουθεί σχολαστικά το βάδισμα και τις κινήσεις κάποιου άλλου φοιτητή που μόλις έχει φτάσει.Ο κάποιος άλλος χαιρετάει το Στράτο και κάθεται στη διπλανή σειρά. Η Ισαβέλλα σκύβει στο αυτί του διπλανού της. Βιάζεται. Δεν κρατιέται.
«Ποιος είναι αυτός;»
Η ανάσα της χαϊδεύει το μυαλό του. Δεν την ακούει τη φωνή της. Τη νιώθει. Την εισπράττει. Την απορροφά. Δεν την καταλαβαίνει.
«Με ακούς;»
Λίγο ακόμα, σε παρακαλώ. Ρώτα με, αλήθεια, ό,τι θες. Εξάλλου μόνο μια απάντηση υπάρχει. Αυτή τον πλησιάζει περισσότερο. Τώρα τα χείλη της σχεδόν τον ακουμπάνε.
«Ποιος είναι αυτός που σε χαιρέτησε;»
Το μήνυμα τρυπάει το αυτί και φτάνει μέχρι τον εγκέφαλο. Ο ακροατής ξυπνάει. Κοιτάει τον άλλον, κοιτάει αυτήν. Τα χείλη της. Τα μάτια. Απαντάει.
«Κάποιος.»

«Να σου πω, δεν είναι γελοίο να είμαστε σε διπλανά δωμάτια και να μιλάμε από το facebook;»
«Θες να έρθω από εκεί;»
«Όχι!»
«Ε, τότε; Με κοροϊδεύεις, έτσι;»
«Έρχομαι εγώ.»

Ο Στράτος τινάχτηκε αμέσως από το κρεβάτι του και σαν τον διαβολάκο της Τασμανίας άρχισε να κάνει σβούρες μέσα στο δωμάτιο, κρύβοντας όπως-όπως τα εσώρουχά του, κλείνοντας τις τολμηρές σελίδες του στο ίντερνετ και ανοίγοντας διάπλατα την μπαλκονόπορτα για να αεριστεί ο χώρος. Αυτό είναι το κακό με τις φαντασιώσεις, πραγματοποιούνται την ώρα εκείνη ακριβώς που εσύ καθόλου δεν τις περιμένεις. Αγχώθηκε. Έβγαλε την πιτζάμα του –ήταν γελοία κι εκείνες οι λαδιές από τα σουβλάκια που έτρωγε νωρίτερα δε μοιάζαν με τιμητικά παράσημα καθόλου- και αμήχανα ξεβράκωτος προσπαθούσε να βρει μέσα στο σάκο του κάτι άλλο ευπρεπές και άνετο να βάλει. Το συνθηματικό –έτσι του φάνηκε- όμως χτύπημα στην πόρτα τον πρόλαβε κι έτσι αναγκάστηκε να την ξαναφορέσει ηττημένος.
«Ποιος είναι;» ρώτησε ανόητα.
«Roomservice», ακούστηκε η φωνή της.
Άνοιξε και τότε είδα μπροστά του όλες τις φαντασιώσεις του μαζί να ενσαρκώνονται. Δεν πρόλαβε τίποτα να πει. Χρόνο δεν βρήκε καν για να σκεφτεί μιαν έξυπνη ατάκα. Η Ισαβέλλα άπλωσε το χέρι της, άρπαξε τα κεφάλι του και κόλλησε τα σαρκώδη χείλη της πάνω στα σκασμένα και τρεμάμενα δικά του.
«Τι έτρωγες;»
«Ε, είχα πάρει κάτι από τον πεζόδρομο…»
«Και τι, δηλαδή; Χόρτασες; Δεν πεινάς για τίποτα άλλο;»
Το σώμα της σφίχτηκε πάνω στο δικό του, ενώ τεντωνόταν για να τον φτάσει ξανά στο ύψος των χειλιών και να επαναλάβει το λαίμαργο φιλί της. Το χέρι της γλίστρησε μέσα στην πιτζάμα του, ενώ έσπρωχνε την πόρτα με τον κώλο της. Κάνεις δεν έπρεπε να δει. Το πάρτυ μόλις άρχιζε.
Ο Στράτος την άρπαξε στα μπράτσα του και την πέταξε πάνω στο ξέστρωτο κρεβάτι. Αυτή γελούσε σα μικρό παιδί και δάγκωνε τα χείλη της ταυτόχρονα σαν έμπειρη πουτάνα. Έβγαλε τις πιτζάμες της στα γρήγορα, ενώ αυτός έκανε να κλείσει ξανά την μπαλκονόπορτα.
«Όχι! Ασ’ την ανοιχτή!»
«Ζεσταίνεσαι;»
«Διψάω. Έχεις να πιούμε τίποτα;»
«Κάτι θα βρούμε...»
«Είμαι σίγουρη...»
Ο Στράτος σήκωσε τη μπλούζα τις πιτζάμας του, ενώ αυτή, στ’ αλήθεια ανυπόμονη, κατέβασε το κάτω μέρος και άρχισε να γλύφει τον πούτσο και τα αρχίδια του. Αυτός μισόγυμνος, με το παντελόνι του στα γόνατα, χάιδεψε το κεφάλι της, απομακρύνοντάς της τα μαλλιά από το πρόσωπο. Η Ισαβέλλα δε μπορούσε τη στιγμή εκείνη να μιλήσει. Τα καλά κορίτσια δε μιλούν με γεμάτο το στόμα. Σήκωσε τα μάτια της ψηλά και άφησε το βλέμμα της να πει όσα η γλώσσα δε μπορούσε. Από το ανοιχτό παράθυρο, από το δρόμο, από τον Γενάρη έξω ακουγόταν κάποια μουσική. Κάποια παραφωνία.
Το κιτρινιάρικο φως του δωματίου τρεμόσβηνε πάνω από τα κεφάλια τους. Κι όμως κανείς από τους δυο τους δεν το έβλεπε. Κανείς δεν άκουγε απολύτως τίποτα. Τίποτα άλλο από το σφυγμό του πάθους και του απροσδόκητου.
«Δεν θέλεις να σου πω τι ακριβώς σκεφτόμουνα;», τη ρώτησε αν και ήξερε ήδη την απάντηση. Αν και ήδη γνώριζε πολύ καλά πως και αυτή τη σκέψη του μπορούσε να διαβάσει.
«Δε θέλω να πεις», του απάντησε μέσα από τα ορθάνοιχτα τα μάτια της.«Να μου δείξεις θέλω. Είσαι ο Στράτος και είμαι η Ισαβέλλα…»

-Ανσουζητούσανεναγράψειςμιαερωτικήσκηνή με πρωταγωνιστές δυο από τους συμφοιτητές μας, ποιους δύο θα επέλεγες;
-Την Ισαβέλλα και το Στράτο.
-Την Ισαβέλλα καταλαβαίνω, λογικό. Γιατί όμως το Στράτο;
-Γιατί από όλους, αυτοί είναι μακράν οι πιο ευφάνταστοι.
-Κι εσύ πως το γνωρίζεις;
-Δεν το γνωρίζω. Αλλά μπορώ, νομίζω, να μαντέψω. Άλλωστε, αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα και το αντικείμενο των σπουδών μας;
-Και πάλι όμως, η φαντασίες τους δε μοιάζουν να συγκλίνουνε.
-Οι επιθυμίες, θες να πεις.
-Γιατί; Δεν είναι το ίδιο;
-Εσύ φαντάζεσαι μόνο ό,τι επιθυμείς;
-Δεν πάει συνήθως έτσι;
-Κι εκείνο; Αυτό εκεί που επιθυμείς, πιστεύεις πως φαντάζεται εσένα;
-Που θες να ξέρω;
-Μάντεψε!
-Μαντεύω μάλλον όχι.
-Φαντάσου τότε πως κι εκείνο σε φαντάζεται και γράψε μια ιστορία.
-Αυτό θα έκανες εσύ;
-Υπάρχει κάτι άλλο;