Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

ημέρα πέμπτη

Μία ή ώρα και άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά, τη σκάλα αυτήν την είχα ανέβει και κατέβει τόσες αμέτρητες φορές, και άλλες τόσες μετρημένες πάνω στα κόκκαλα, στους μυς, την είχα σκαρφαλώσει κι ύστερα πάλι γκρεμιστεί, τόσες, που τελικά την είχα αποστηθίσει, που ήξερα από έξω και τα δεκαοκτώ τα σκαλοπάτια της, που είχα για το καθένα από αυτά να πω και μία ιστορία, μία ιστορία ακριβώς και μία η ώρα που άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά, σε κάθε σκαλοπάτι ξόδεψα μισή περίπου ώρα και όταν πια έφτασα ψηλά, στην κορυφή, έξω από την πόρτα μου, η ώρα ήταν 10, όχι, δεν τα κατάφερα, έφτασα αργά, πολύ αργά θανάσιμα, στην ώρα μου δεν ήμουν, δεν μπόρεσα να φαγωθώ στο μεσημεριανό τραπέζι, μα το τραπέζι αυτό δεν στρώθηκε ποτέ και μεσημέρι, άλλωστε, η μέρα αυτή δεν είχε, αφού, όσο εγώ κοιμόμουνα, από τη νύχτα ακόμα, και γύρω από το κρεβάτι μου ο πόλεμος ξεσπούσε, όλοι εκείνου του σπιτιού οι παλαιοί του ένοικοι, φαντάσματα και ζωντανοί, άγιοι και φονιάδες, φρόντισαν να το εγκαταλείψουνε, φύγανε μακριά του, φεύγοντας, μες στον πανικό, ξεχάσανε, όπως έπρεπε, να πάρουνε μαζί τους, όπως σε αυτές τις περιπτώσεις συνηθίζεται, μονάχα τα απαραίτητα, όπως στα άλλα σπίτια οι άνθρωποι, στον κόσμο όπως συμβαίνει, κι αντί αυτών που έπρεπε, ξεσήκωσαν τα πάντα, έπιπλα, σκεύη, συσκευές, δώρα, βιβλία, ρούχα, φωτογραφίες, ενοχές, συμβιβασμούς και ψέματα, πίσω τους τίποτα δεν άφησαν, εκτός από τους τοίχους, και αν μπορούσανε κι αυτούς, σίγουρα, θα τους στριμώχνανε εκεί, μες στις αποσκευές τους, μα τους αφήσαν πίσω τους, να οριοθετούνε το κενό, να παριστάνουν το άσυλο, να παίζουνε το σπίτι, και το τραπέζι, όπου βιαζόμουν τόσο να σερβιριστώ, μολών λάβετε φάγετε, είχε κι αυτό εξαφανιστεί, το είχαν μετακομίσει, δεν μπόρεσα να φαγωθώ στο μεσημεριανό τραπέζι, και μεσημέρι, άλλωστε, η μέρα αυτή δεν είχε, μα έφαγα τα νιάτα στη σκάλα, στα δεκαοκτώ, στα συναπτά, στο ένα πάνω στο άλλο, μέχρι να φτάσω εκεί ψηλά, έξω από την πόρτα, σε κάθε σκαλοπάτι ξόδεψα μισή περίπου ώρα –υπολογίστε εσείς, που ξέρετε, πόσο μού πήρε χρόνο- την σκάλα αυτήν την είχα ανέβει και κατέβει τόσες αμέτρητες φορές, που τελικά την είχα αποστηθίσει, και άλλες τόσες μετρημένες πάνω στα κόκκαλα, στους μυς, την είχα σκαρφαλώσει κι ύστερα πάλι γκρεμιστεί, που με αποστήθισε αυτή, με ήξερε από έξω, το κάθε σκαλοπάτι της είχε να πει για μένα, μια ιστορία όπου εγώ, μια ιστορία εμένα, οι ιστορίες μου αυτές ζωντάνευαν σε κάθε βήμα, κίνηση, σε κάθε προς τον ουρανό φαιδρό, γελοίο άλμα, αναγεννιόνταν, βρικολάκιαζαν, αυτές, λέει, ξυπνούσαν, εγώ όμως δεν κοιμόμουνα, έπαιρναν σάρκα και οστά, έφτιαχναν τοίχο, φράγμα, με εμπόδιζαν να πάω μπροστά, με σπρώχνανε πιο μέσα, είχα μπροστά μου δεκαοκτώ σκαλιά που έπρεπε να ανέβω, δεκαοκτώ ημιτελείς δικές μου ιστορίες, που έπρεπε να τις ξαναδώ, να δώσω σε όλες τέλος, φύλακες δράκοι του σπιτιού, δεκαοκτώ δαιμόνια, που έπρεπε οριστικά να τα εξολοθρεύσω, να εξοντώσω, να ξαναγράψω, να προγράψω, να αντιγράψω, να διαγράψω τελικά της ίδιας, της δικιάς μου, της προσωπικής ενηλικίωσης όλες τις ιστορίες, να ανεβώ με κάθε κόστος ολόκληρη τη σκάλα αυτή, να πάω ακόμα πιο ψηλά, μέχρι εκεί το τέρμα, να επιστρέψω στην αρχή,
να βρω την πρώτη λέξη,
ανάποδα,
μετράω,
δέκατο όγδοο σκαλί, ο ποδηλάτης χάνει το δρόμο για το σπίτι του και τριγυρνά εις το διηνεκές σε άλλες διαστάσεις,
δέκατο έβδομο σκαλί, στους επίγειους βασιλείς, άλλοι παρίστανται άοπλοι και γυμνοί, άλλοι με ράβδους, άλλοι με ασπίδες και άλλοι με ξίφη, είναι δε μεγάλη και ασύγκριτη η διαφορά ανάμεσα στους πρώτους και στους τελευταίους, διότι οι πρώτοι είναι συνήθως συγγενείς και οικειακοί του βασιλέως και αυτά μεν συμβαίνουν σε αυτούς,
σκαλί δέκατο έκτο, ένα ζευγάρι Ιταλών ξυπνάει τον γιο τους με βρισιές, αυτός ό,τι ακούει το ζωγραφίζει στο χαρτί,
σκαλί δέκατο πέμπτο, ο άγρυπνος οφθαλμός εξήγνισε τον νου, ενώ ο πολύς ύπνος επώρωσε την ψυχή,
σκαλί δέκατο τέταρτο, ένας φίλος παιδικός δέχεται να δώσει τα παπούτσια του με αντάλλαγμα μια μικρή βοήθεια για να αυτοκτονήσει,
σκαλί δέκατο τρίτο, η αγρυπνία είναι θραύσις της σαρκικής πυρώσεως, λύτρωσις από τους μολυσμούς των ενυπνιασμών, δακρύβρεκτος οφθαλμός, απαλή καρδία, προφύλαξις από τους λογισμούς, χωνευτήριο των φαγητών, δαμαστήριο των παθών, κολαστήριο της γλώσσης, φυγαδευτήριο των αισχρών φαντασιών,
δωδέκατο σκαλί, στην είσοδο ενός σπιτιού φυτρώνει ένα στεφάνι, οι ένοικοι εξαφανίζονται, τα άνθη εκδικούνται,
ενδέκατο σκαλί, ο άγρυπνος είναι αλιεύς των λογισμών, ικανός να τους αντιλαμβάνεται και να τους συλλαμβάνη με ευχέρεια μέσα στην νυκτερινή γαλήνη, ο φιλόθεος, όταν σημαίνη η σάλπιγγα της προσευχής, αναφωνεί: «εύγε! εύγε!», ενώ ο ράθυμος οδύρεται: «αλλοίμονο! αλλοίμονο!»,
δέκατο σκαλοπάτι, δυο έφηβοι κάνουν έρωτα, είναι η πρώτη τους φορά, πάνω σε μια αερογέφυρα με θέα τα σκουριασμένα τραίνα,
ένατο, ο πολύς ύπνος είναι σύζυγος άδικος, πού αφαρπάζει το ήμισυ ή και περισσότερο ακόμη από την ζωή του ραθύμου,
όγδοο, ένα αγόρι κλέβει ένα αυτοκίνητο, δεν καταφέρνει να πάει μακριά, δεν ξέρει πώς να το οδηγήσει, το συλλαμβάνουνε οι γείτονες,
έβδομο, στους αρχαρίους αυτός είναι ο πρώτος πόλεμος πού αντιμετωπίζουν, με τον σκοπό να τους κάνη εξ αρχής ραθύμους ή να προετοιμάση τον δρόμο για τον δαίμονα της πορνείας,
έκτο, ένα άγαλμα από χαλκό στοιχειώνει μια πλατεία, μια ερώτησή του ακόμα παραμένει αναπάντητη, σαν σύνθημα στο βάθρο,
πέμπτο, ο σκύλος είναι εχθρός των λαγών, ομοίως και ο δαίμων της κενοδοξίας είναι εχθρός του ύπνου,
τέταρτο, ένα κορίτσι, με φίδια κόκκινα μαλλιά, θυσιάζεται για να μπορέσει κάποιος να δει τι βρίσκεται απέναντι,
τρίτο, περίμενε και πρόσεχε και θα ιδής μετά από την προσευχή στίφη δαιμόνων, οι οποίοι επειδή πολεμήθηκαν εκ μέρους μας προσπαθούν να μας τραυματίσουν με τις απρεπείς φαντασίες,
δεύτερο, ο ήρωας ξυπνάει μέσα σε ένα παιδικό δωμάτιο, τα όνειρά του σπέρνουνε τρόμο εύλογο και γέλια έως δακρύων,
πρώτο, εδέχθηκε φως στην καρδιά του,
φτάνω μπροστά στην πόρτα,
η πόρτα είναι ανοιχτή,
«αγόρι είναι, όλα πήγανε καλά, σας μοιάζει, να σας ζήσει!».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου