Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

«Με συγχωρείτε, είναι κάποιος μέσα;»
«Ναι, είναι. Αν θέλετε, πηγαίνετε στις γυναικείες.»
«Όχι, θα περιμένω. Ευχαριστώ.»
«Μπορεί και να αργήσει.»
«Δουλεύετε εδώ, δεσποινίς;»
«Ναι.»
«Και τώρα; Έχετε σχολάσει;»
«Ναι. Θέλετε κάτι;»
«Θέλω να βρω ποιος έκλεψε τον αναπτήρα του αφεντικού σας.»
«Α, συγνώμη! Είστε της αστυνομίας… Νόμιζα…»
«Ότι ήθελα κάτι άλλο, κατάλαβα. Σας συμβαίνει συχνά αυτό;»
«Με τους πελάτες, ναι. Από μια ώρα και μετά περίπου κάθε βράδυ.»
«Ώστε δουλεύετε κάθε βράδυ, λοιπόν.»
«Εκτός από Δευτέρα.»
«Μα σήμερα είναι Δευτέρα.»
«Ναι ήρθα εκτάκτως, γιατί μου το ζήτησε το αφεντικό.»
«Γιατί;»
«Δεν ξέρω. Δεν μου είπε. Και τζάμπα με κουβάλησε, αφού δεν είχαμε πολύ δουλειά απόψε.»
«Για αυτό θυμώσατε;»
«Όχι, δε θύμωσα. Τη δουλειά μου κάνω.»
«Εγώ έμαθα πως είχατε έναν μικρό καυγά με τον συνάδελφό σας.»
«Έτσι σας είπε; Μήπως σας είπε και γιατί;»
«Όχι, αλλά μπορώ να φανταστώ.»
«Αλήθεια; Τι φαντάζεστε;»
«Φαντάζομαι ότι η αιτία ήταν η νεαρή πελάτισσα.»
«Ποια νεαρή; Η Μαρία; Όχι, κάνετε λάθος, κύριε.»
«Την γνωρίζετε;»
«Έρχεται συχνά.»
«Και αυτό εσάς σας ενοχλεί.»
«Δεν είπα κάτι τέτοιο.»
«Αλλά δεν ενοχλεί καθόλου τον φίλο σας.»
«Τον φίλο μου;»
«Τον νεαρό κύριο με τον οποίον δουλεύετε μαζί. Δεν είσαστε ζευγάρι;»
«Όχι. Μα πώς σας πέρασε αυτό από το μυαλό;»
«Τέλος πάντων. Εγώ πιστεύω ότι είσαστε, αλλά αν θέλετε να το κρατήσετε κρυφό, είναι δικαίωμά σας.»
«Κάνετε λάθος.»
«Μπορεί. Πάντως εσείς ζηλεύετε που ο φίλος σας της έχει λιγάκι αδυναμία.»
«Σιγά να μην ζηλέψω ένα παιδί!»
«Κι εσείς, δεν είστε και πολύ μεγαλύτερη.»
«Εγώ δουλεύω από τα δεκατέσσερά μου, κύριε.»
«Αλήθεια; Ελπίζω να είστε ασφαλισμένη.»
«Ξέρετε, έχω στο σπίτι τα χαρτιά…»
«Ξέρω, ξέρω… Όπως και την άδεια παραμονής, εξάλλου. Ηρεμήστε! Δεν είναι αυτό το θέμα μας.»
«Αλήθεια, θέλετε να μπείτε στις γυναικείες; Αυτήν την ώρα…»
«Ο φίλος σας είναι μέσα;»
«Όχι. Ένας πελάτης.»
«Ένας πελάτης; Νόμισα πως είχαν φύγει όλοι.»
«Όχι, είναι ένας από τους φίλους του αφεντικού.»
«Κι ο φίλος σας;»
«Δεν είναι ο φίλος μου.»
«Έστω. Αυτός που δεν είναι ο φίλος σας πού είναι;»
«Έφυγε.»
«Σχόλασε κι αυτός;»
«Όχι. Απολύθηκε.»
«Πώς κι έτσι; Λόγω της κλοπής;»
«Όχι είναι πολύ τίμιο παιδί. Απλώς είναι λιγάκι ανεύθυνος.»
«Επειδή δεν πρόσεχε τα πράγματα του αφεντικού σας;»
«Ας πούμε, ναι.»
«Είναι και κάτι άλλο;»
«Νομίζω ότι το αποψινό ήταν μονάχα η αφορμή. Υπήρχε πάντα κάτι σαν ανταγωνισμός ανάμεσά τους.»
«Ως προς τις γυναίκες.»
«Ως προς όλα. Ζήλευε ο ένας τον άλλο για πράγματα που πίστευαν ότι τους έλειπαν. Τα νιάτα, τα λεφτά. Οι εμμονές των ανδρών, ξέρετε…»
«Ενώ η δική σας ζήλια δεν βασίζεται σε κάποια έμμονη.»
«Σας είπα, δεν ζηλεύω.»
«Ποτέ;»
«Ποτέ έτσι όπως το εννοείται.»
«Δηλαδή; Ζηλεύετε κάπως αλλιώς; Θα ήθελα να το ακούσω αυτό.»
«Ναι, μπορεί να έχω ζηλέψει κάποια πράγματα ή κάποιες καταστάσεις, αλλά δεν θα έφτανα ποτέ να το εκδηλώσω αυτό κάνοντας κακό σε κάποιον άλλον.»
«Πόσο καιρό έχει να σας κάνει κάποιο δώρο ο φίλος σας;»
«Δεν θυμάμαι. Και δεν είναι φίλος μου.»
«Αλήθεια μπορεί ένας μη καπνιστής να κάνει δώρο έναν αναπτήρα σε κάποια που καπνίζει;»
«Σπουδαίο δώρο!»
«Σπουδαίο δεν είναι, αλλά είναι συμβολικό.»
«Αλήθεια; Και τι συμβολίζει ακριβώς;»
«Ας πούμε την κυριαρχία στο χώρο έναντι των άλλων αρσενικών. Πώς σας φαίνεται αυτό;»
«Με κατηγορείτε για κάτι;»
«Όχι. Αλλά αν έχετε αποδεχτεί ως δώρο κάτι το οποίο γνωρίζετε πως είναι προϊόν κλοπής, τότε είστε κι εσείς συμμέτοχη σε αυτήν την πράξη.»
«Μπορώ να φύγω. Με χρειάζεστε άλλο, κύριε;»
«Ναι. Μια τελευταία ερώτηση. Εσείς τι περιμένετε εδώ;»
«Δεν περιμένω. Έφευγα.»
«Καλώς. Καλό σας βράδυ.»

*

«Α, συγνώμη. Εμένα περιμένατε;»
«Περίμενα να βγείτε.»
«Συγνώμη και πάλι για την καθυστέρηση.»
«Παρακαλώ. Αλήθεια τι κάνατε εκεί μέσα;»
«Τι έκανα στην τουαλέτα; Τι ερώτηση είναι αυτή;»
«Πρέπει να ήτανε καλό, ε;»
«Α, μάλιστα. Γνωρίζετε. Ναι, στ’ αλήθεια πρώτο πράγμα. Θέλετε κι εσείς να δοκιμάσετε;»
«Όχι. Ποτέ εν ώρα υπηρεσίας.»
«Ορίστε;»
«Έχω έρθει για την κλοπή που έγινε απόψε σε αυτό εδώ το μαγαζί.»
«Ξέρετε… πλάκα έκανα… εγώ απλώς ήρθα στην τουαλέτα για να…»
«Μην κάνετε έτσι. Δεν με ενδιαφέρει τι ήρθατε να κάνετε. Θα ήθελα όμως να σας ρωτήσω κάτι άλλο.»
«Ναι, ασφαλώς… ό,τι θέλετε…»
«Γιατί συχνάζετε σε αυτό το μπαρ;»
«Ε… γιατί μου αρέσει.»
«Μόνο για αυτό;»
«Και γιατί έρχονται κι οι φίλοι μου εδώ.»
«Άλλο;»
«Και γιατί είναι φίλος επίσης και αυτός που το έχει.»
«Και τα παιδιά που το δουλεύουνε, σωστά;»
«Ναι… Κατά κάποιο τρόπο.»
«Πολλούς φίλους έχετε.»
«Έχω μάλλον, ναι.»
«Αλλά ο πιο στενός σας φίλος είναι ο άλλος κύριος που ήρθατε μαζί απόψε.»
«Ναι, είναι ο κολλητός μου.»
«Ήρθατε μαζί, αλλά δεν φύγατε μαζί. Περίεργο.»
«Είναι που κάτι του έτυχε.»
«Ωχ! Ελπίζω όχι κάτι σοβαρό…»
«Δεν ξέρω, θα μου πει αύριο.»
«Τι του έτυχε, αλήθεια;»
«Μια γκόμενα.»
«Α, πολύ ωραία! Τυχερός.»
«Ναι, και μάλιστα πιτσιρίκα.»
«Η Μαρία.»
«Ναι, την γνωρίζετε; Πολύ όμορφο κορίτσι. Παράξενο λίγο, αλλά όμορφο.»
«Κάτι έχω ακούσει.»
«Όλο το βράδυ κοιταζόντουσαν. Αυτή είχε έρθει μόνη. Ψαχνόταν, ήταν φανερό. Και όταν σηκώθηκε να φύγει, ο φίλος μου της πρότεινε να την πάει στο σπίτι της με το αμάξι. Βρέχει κιόλας… ξέρετε…»
«Ξέρω. Ήρθα με τα πόδια από το τμήμα ως εδώ.»
«Γιατί;»
«Δεν μου αρέσουνε τα περιπολικά και γουστάρω να περπατάω στη βροχή.»
«Είστε ρομαντικός.»
«Όχι, απλώς δεν είμαι κανονικός μπάτσος, αλλά ήρωας αστυνομικού μυθιστορήματος.»
«Καταλαβαίνω.»
«Εσείς;»
«Όχι, εγώ είμαι κανονικός.»
«Δεν εννοώ αυτό. Πώς ήρθατε εδώ; Έξω από το μαγαζί υπάρχει μόνο ένα αυτοκίνητο, το οποίο πρέπει να είναι του ιδιοκτήτη, αφού λόγω της ασφάλειας που νιώθει, επειδή είναι η γειτονιά του, το έχει αφήσει ξεκλείδωτο και ένα ποδήλατο, το οποίο είναι μάλλον της σερβιτόρας, που περιμένει να σταματήσει η βροχή για να γυρίσει σπίτι της.»
«Ήρθα με το αυτοκίνητο του φίλου μου.»
«Και σας παράτησε για μια γκόμενα, λοιπόν;»
«Εντάξει, λόγω ειδικής περίπτωσης, ας πούμε πως τον συγχωρώ.»
«Όμως δεν μπορεί, κάτι θα πήρατε κι εσείς για αντάλλαγμα.»
«Λέτε για πριν… που ήμουν μέσα… σας ορκίζομαι, ήρθα στην τουαλέτα για να…»
«Μην μου ορκίζεστε. Σας είπα, δεν με ενδιαφέρει.»
«Τότε;»
«Άλλο νομίζω πως ήταν το αντάλλαγμα. Άλλωστε, δεν λένε πως οι πολύ στενοί φίλοι όλα τα μοιράζονται;»
«Δεν σας καταλαβαίνω.»
«Έπρεπε να φύγετε από εδώ κι οι δυο απόψε με ένα σουβενίρ. Ο κολλητός σας πήρε το κορίτσι κι εσείς τον αναπτήρα.»
«Μα τι είναι αυτά που λέτε; Αν είναι δυνατόν! Δεν έχετε κανένα στοιχείο απολύτως.»
«Δεν έχω πράγματι. Συγχωρέστε με. Ίσως φταίει που είμαι λιγάκι κουρασμένος. Θα καπνίσω λίγο, όσο μιλάμε, αν δεν σας ενοχλεί. Αλήθεια, μήπως έχετε φωτιά. Άφησα, νομίζω πάνω στο μπαρ τον αναπτήρα μου.»
«Δεν έχω, δυστυχώς. Περιμένετε, να πάω να ζητήσω.»
«Αφήστε το. Δεν πειράζει.»
«Είστε σίγουρος;»
«Μια τελευταία ερώτηση. Μπορώ;»
«Παρακαλώ. Αν και από ότι κατάλαβα, ελάχιστα σας έχω ως τώρα βοηθήσει.»
«Γιατί κατηγορήσατε τον άγνωστο κύριο που καθόταν με τη συνοδό του. Για να παραπλανήσετε το θύμα και να υποπτευθεί εκείνον που έβλεπε για πρώτη του φορά κι όχι εσάς που είστε φίλοι του ή μήπως ο στόχος σας ήταν το ίδιο το ζευγάρι κα θέλατε να ταράξετε την απομόνωσή τους;»
«Δεν κατηγόρησα κανέναν. Είπα αυτό που είδα με τα μάτια μου.»
«Δεν μου απαντάτε, ωστόσο.»
«Ας πούμε πως ο άγνωστος κύριος δεν μου ήταν και τόσο άγνωστος.»
«Ευχαριστώ. Σειρά μου να επισκεφτώ, λοιπόν, την τουαλέτα.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου