Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

«Και πότε τον είδατε για τελευταία φορά;».
«Λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Θυμάμαι που άναψα το τσιγάρο μου με αυτόν, πριν βγω να πάρω ένα τηλέφωνο.»
«Γιατί βγήκατε έξω; Από ότι βλέπω το κατάστημά σας δεν σέβεται ιδιαίτερα την αντικαπνιστική νομοθεσία.»
«Όχι, είναι που απόψε… ξέρετε…»
«Ηρεμήστε! Για άλλο λόγο βρίσκομαι τώρα εδώ. Πείτε μου. Βγήκατε έξω για να τηλεφωνήσετε κι αφήσατε πάνω στο μπαρ τον αναπτήρα σας. Σωστά;»
«Μάλιστα, κύριε αστυνόμε. Εδώ, μαζί με το πακέτο μου.»
«Το πακέτο σας όμως δεν το πείραξε κανείς. Μπορώ να πάρω ένα;»
«Βεβαίως. Παρακαλώ. Δυστυχώς δεν έχω για να σας ανάψω.»
«Είστε σίγουρος πως δεν τον έχετε σε κάποια από τις τσέπες σας; Αλήθεια, ψάξατε καλά;»
«Δεν υπήρχε περίπτωση να σας καλέσω, αν δεν πίστευα πως μου τον κλέψανε. Και ήτανε δώρο, ξέρετε. Για μένα σήμαινε πολλά.»
«Μα εσείς μου είπατε πως ήταν ένας ασήμαντος αναπτήρας περιπτέρου.»
«Ναι, αλλά μου τον είχε δώσει η πρώην σύντροφός μου.»
«Η οποία;»
«Σας είπα, έχουμε χωρίσει από καιρό.»
«Πόσο καιρό, ας πούμε, δηλαδή;»
«Περίπου ένα χρόνο.»
«Ναι, ε; Και άναβε ακόμα. Ένας φτηνός, ασήμαντος αναπτήρας περιπτέρου.»
«Δεν τον χρησιμοποιούσα διαρκώς. Τον είχα πάντα μαζί μου, αλλά τον έβγαζα μόνο σε καταστάσεις εξαιρετικές.»
«Αλήθεια; Τι το εξαιρετικό είχε, λοιπόν, η αποψινή κατάσταση;»  
«Απόψε, αν δεν είχαμε χωρίσει, θα είχαμε την τρίτη μας επέτειο.»
«Τρία χρόνια ακριβώς και ένα χρόνο στο περίπου…»
«Ε, ναι. Κάπως έτσι δηλαδή.»
«Τι χρώμα ήτανε ο αναπτήρας σας;»
«Γαλάζιος.»
«Γαλάζιος, όπως και αυτός εδώ;»
«Αυτός είναι ο αναπτήρας μου, αστυνόμε! Που τον βρήκατε;»
«Τον πήρα τώρα που ερχόμουν από το περίπτερο.»
«Συγνώμη, παρασύρθηκα. Αυτή η ομοιότητά τους, βλέπετε…»
«Καταλαβαίνω. Τη στιγμή εκείνη που βγήκατε για να μιλήσετε στο τηλέφωνο, πόσοι άνθρωποι υπήρχανε μέσα στο μαγαζί σας;»
«Ήτανε το προσωπικό, ο μπάρμαν και η κοπέλα που σερβίρει, οι οποίοι την ώρα εκείνη μάλωναν.»
«Αλήθεια; Για ποιο λόγο.»
«Για κάποια ασήμαντη αφορμή. Κάτι αυτός της είπε. Κάτι εκείνη του απάντησε. Δεν το πολυκατάλαβα.»
«Κι εσείς, τι κάνατε για αυτό;»
«Τι θέλατε να κάνω; Δεν πήρα θέση ασφαλώς. Αν υποστήριζα τον έναν από τους δύο, ο άλλος θα παρεξηγιόταν σίγουρα.»
«Μάλιστα. Πελάτες δεν υπήρχαν;»
«Ακόμα ήτανε νωρίς. Ωστόσο, ήτανε εδώ δυο τακτικοί θαμώνες. Καθόντουσαν εκεί, στην άκρια της μπάρας, και με λέγανε διάφορα. Με πείραζαν.»
«Πώς σας πειράζαν, δηλαδή;»
«Να, με κορόιδευαν που ακόμα γιορτάζω την επέτειο.»
«Σας ξέρουνε καλά, λοιπόν.»
«Σας είπα, έρχονται εδώ από παλιά.»
«Άλλοι;»
«Ήταν κι ένας τρελός, μονάχος του.»
«Τρελός γιατί δεν είχε παρέα;»
«Όχι, όχι! Μιλούσε μόνος του. Νομίζω τραγουδούσε.»
«Δε συνηθίζεται να τραγουδάει ο κόσμος όταν βρίσκεται σε μπαρ τραγούδια που ακούει;»
«Μα άλλα τραγούδια παίζαμε εδώ κι άλλα αυτός μουρμούραγε. Και ενοχλούσε λιγάκι τη Μαρία.»
«Μαρία είναι η σερβιτόρα σας;»
«Όχι, μια πελάτισσα μας.»
«Η οποία;»
«Η οποία ήταν επίσης μόνη της.»
«Αλλά λιγότερη τρελή από τον άλλον.»
«Μιλούσε μαζί μου, μέχρι που βγήκα για να πάρω το τηλέφωνο. Προσπαθούσε να με πείσει να φύγουμε. Να συνεχίσουμε αλλού.»
«Α, μάλιστα.»
«Ήταν κι ένα άγνωστο παράνομο ζευγάρι.»
«Παράνομο; Κι εσείς πώς το γνωρίζετε αυτό;»
«Τους έβλεπα πρώτη φορά και ήταν τελείως αταίριαστοι με τον χώρο. Ήτανε προφανές πως είχαν έρθει επειδή δεν συχνάζουν άνθρωποι του κύκλου τους εδώ.»
«Λίγο βιαστικό το συμπέρασμά σας, δεν νομίζετε;»
«Όχι, είναι και κάτι ακόμα.»
«Δηλαδή;»
«Η κυρία έκλαιγε.»
«Και λοιπόν; Αυτό καθιστά τη σχέση τους παράνομη;»
«Πώς να το πω; Έκλαιγε γοερά.»
«Μάλιστα. Για αυτό έπρεπε να καλέσετε την αστυνομία και όχι για τον αναπτήρα σας.»
«Με ειρωνεύεστε;»
«Ναι.»
«Και αν σας πω ότι ο φίλος της την παρηγορούσε;»
«Αν είναι δυνατόν! Απορώ πώς τους ανεχθήκατε.»
«Την παρηγορούσε λέγοντας της διάφορα πράγματα περίεργα.»
«Περίεργα;»
«Να, κάποια στιγμή που περνούσα από δίπλα τους τον άκουσα να λέει: Μην κλαις, μωρό μου! Θα δεις. Όταν θα καταλάβει ο άλλος πως τον έχασε, εμείς ήδη θα είμαστε αλλού.»
«Κι αυτή; Σταμάτησε να κλαίει;»
«Μέχρι να βγω για να καπνίσω, όχι. Όταν επέστρεψα, συγνώμη, δεν τους πρόσεξα.»
«Επειδή προσέξατε πως έλειπε ο αναπτήρα σας.»
«Ακριβώς.»
«Όσο μιλούσατε έξω στο τηλέφωνο, καπνίσατε όλο σας το τσιγάρο;»
«Δεν θυμάμαι. Γιατί;»
«Θέλω να πω, μπαίνοντας μέσα ξανά στο μαγαζί, θελήσατε αμέσως να ανάψετε άλλο ένα;»
«Όχι. Δεν θυμάμαι, δηλαδή. Τι σημασία έχει;»
«Αν δεν τον χρειαστήκατε τον αναπτήρα σας για να ανάψετε, τότε πώς γίνεται αμέσως μόλις επιστρέψατε, να εντοπίσατε την απουσία του; Την ίδια ώρα που δυο μέλη του προσωπικού σας διαπληκτίζονταν, μια όμορφη πελάτισσα σας φλέρταρε, δυο τακτικοί θαμώνες, και μάλλον φίλοι σας από ότι έχω καταλάβει, σας πειράζανε κι ένα παράνομο, όπως επισημαίνετε, ζευγάρι ζούσε σχεδίαζε να διαπράξει μια κλοπή.»
«Δεν είπα ποτέ πως κάτι τέτοιο σχεδιάζανε.»
«Ούτε πως η πελάτισσά σας ήταν όμορφη μου είπατε.»
«Σας είπα όμως ότι ο αναπτήρας αυτός ήταν για μένα πολύ σημαντικός.»
«Είναι η πρώτη φορά που σας κλέβουν τον αναπτήρα σας;»
«Τον συγκεκριμένο, ναι.»
«Προφανώς. Τίποτα δεν μπορεί να κλαπεί για δεύτερη φορά από το ίδιο πρόσωπο.»
«Τι θέλετε να πείτε;»
«Θέλω να πω ότι αυτή τη στιγμή κάποιος μπορεί να κλέβει τον πρώην αναπτήρα σας από αυτόν που σας τον έκλεψε.»
«Και γιατί θα πρέπει να με παρηγορεί εμένα αυτό;»
«Δεν βρίσκομαι εδώ για να σας παρηγορήσω, κύριε.»
«Τότε; Ποιος ο σκοπός ετούτης της υπόθεσης;»
«Να σας το θέσω λίγο διαφορετικά. Είσαστε σίγουρος ότι η πρώην φιλενάδα σας αποχωρίστηκε με τη θέλησή της αυτόν τον αναπτήρα; Πως δεν ήταν ένα αποχαιρετιστήριο σουβενίρ που υπεξαιρέσατε;»
«Τι είναι αυτά που λέτε! Πώς είναι δυνατόν εγώ…»
«Κάτι για να έχετε να τη θυμάστε…»
«Μου τον χάρισε.»
«Που βρίσκεται η πρώην σας τώρα;»
«Δε γνωρίζω.»
«Ωραία. Ας πάρουμε τα πράγματα, λοιπόν, από την αρχή. Πότε την είδατε για τελευταία φορά;»
«Δε θυμάμαι. Πάει πολύς καιρός.»
«Τότε, πότε την ακούσατε για τελευταία φορά;»
«Δεν είμαι σίγουρος…»
«Μήπως εκεί, περίπου στα μεσάνυχτα;»
«Σας είπα…»
«Εκείνην δεν βγήκατε να πάρετε τηλέφωνο; Για αυτό και δεν αφήσατε τον αναπτήρα πίσω σας; Δεν τον χρειαζόσασταν. Είχατε τη φωνή της.»
«Ήθελα κάτι να της πω…»
«Στις δώδεκα το βράδυ.»
«Ήταν επείγον και σημαντικό.»
«Πόσο διάρκεσε το τηλεφώνημά σας;»
«Ελάχιστα λεπτά. Γιατί;»
«Σας το έκλεισε εκείνη;»
«Μπορεί. Τι σημασία έχει;»
«Φανήκατε ενοχλητικός.»
«Αστυνόμε, θυμίστε μου, σας παρακαλώ, για ποιον λόγο σας κάλεσα.»
«Γιατί χάσατε τον αναπτήρα σας.»
«Γιατί κάποιος έκλεψε τον αναπτήρα μου. Αυτό θα πρέπει τώρα να σας απασχολεί. Εκεί να στρέψετε παρακαλώ την προσοχή σας.»
«Η δική σας προσοχή την ώρα που σας έκλεβαν τον πολύτιμο αναπτήρα περιπτέρου που ακριβώς βρισκόταν, κύριε;»
«Εμένα δεν είναι η δουλειά μου να προσέχω.»
«Ποια είναι η δουλειά σας, κύριε; Μήπως να περισπάτε την προσοχή των άλλων;»
«Οι άνθρωποι που έρχονται στο μαγαζί μου, έρχονται για να περάσουνε καλά. Δεν είναι λογικό να χαλαρώνει η προσοχή τους, όσο διασκεδάζουνε;»
«Δηλαδή τον αναπτήρα σας τον έκλεψε κάποιος απρόσεχτος. Ενδεχομένως κατά λάθος.»
«Όχι.»
«Πώς όχι;»
«Κατά λάθος ίσως και να τον έβαζε στην τσέπη του κάποιος που θα τον χρησιμοποιούσε. Κάποιος που θα άναβε το τσιγάρο του με αυτόν. Κάποιος καπνιστής που δεν θα είχε μαζί του αναπτήρα.»
«Σωστά.»
«Μόνο που από τα οκτώ πρόσωπα που βρίσκονταν εκείνη την ώρα μέσα στο μπαρ, μόνο οι τέσσερις καπνίζανε. Οι δύο φίλοι, ο τρελός και η γυναίκα από το παράνομο ζευγάρι. Η σερβιτόρα είναι επίσης φανατική καπνίστρια, αλλά όσο δουλεύει δεν βάζει το τσιγάρο ποτέ στο στόμα της.»
«Ακόμα και όταν είναι εκνευρισμένη; Ακόμα και όταν μαλώνει με άλλα μέλη του προσωπικού;»
«Ακόμα και τότε.»
«Έχουμε δηλαδή μόλις τέσσερις ύποπτους.»
«Όχι. Έχουμε τέσσερα άτομα που θα μπορούσαν να κλέψουν τον αναπτήρα κατά λάθος, εάν τον χρησιμοποιούσανε και αφηρημένα μετά τον βάζανε στην τσέπη.»
«Έστω.»
«Μόνο που οι φίλοι είχαν κι οι δυο δικούς τους αναπτήρες και λίγο δύσκολο να τους τελειώνανε ταυτόχρονα. Ο δε κύριος του παρανόμου ζευγαριού, αν και όσο ώρα ήτανε εδώ κανένας δεν τον είδε να καπνίζει, κρατούσε έναν αναπτήρα ακριβό, περίτεχνο, με τον οποίον άναβε διαρκώς τα τσιγάρα της συνοδού του.»
«Και ο τρελός;»
«Ο τρελός κάπνιζε συνέχεια. Και δεν είχε δικό του αναπτήρα. Όση ώρα ήταν μες στο μαγαζί είχε ζητήσει από όλους μας φωτιά. Ακόμα και από το ζευγάρι που κανονικά κανένας δεν θα τους πλησίαζε για να τους ενοχλήσει.»
«Ακόμα και από εσάς;»
«Φυσικά. Άλλωστε καθόταν σχεδόν δίπλα μου.»
«Κι εσείς του δώσατε τον αναπτήρα σας για να ανάψει;»
«Όχι βέβαια. Δεν τον έδινα ποτέ και σε κανέναν. Τον άναψα εγώ ο ίδιος.»
«Και μετά;»
«Τι και μετά;»
«Σας τον ξαναζήτησε;»
«Όχι. Βασικά επέμενε να ζητάει φωτιά από τον μπάρμαν, αν και εκείνος του έλεγε συνέχεια πως δεν έχει. Σας είπα, ο άνθρωπος δεν ήτανε καλά.»
«Έχουμε, λοιπόν, κάποιον που δεν ήτανε καλά και καθόταν σχεδόν δίπλα σας και κάπνιζε διαρκώς χωρίς να έχει μαζί του δικό του αναπτήρα. Μάλιστα.»
«Πιστεύετε ότι αυτός τον πήρε;»
«Όχι, αλλά το πιστεύετε εσείς.»
«Εγώ απλώς νομίζω ότι αυτή η εκδοχή συγκεντρώνει πολύ περισσότερες από τις άλλες πιθανότητες.»
«Και τότε αυτό νομίσατε, όταν γυρίσατε ξανά μέσα στο μπαρ και είδατε ότι ο αναπτήρας έλειπε;»
«Ασφαλώς.»
«Και τον ρωτήσατε μήπως τον πήρε κατά λάθος;»
«Όχι. Δεν πρόλαβα.»
«Γιατί;»
«Γιατί μου ζήτησε εκείνος πρώτος φωτιά.»
«Μάλλον για το ξεκάρφωμα…»
«Ειλικρινά, κύριε αστυνόμε, δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ικανός για τέτοιου είδους πολύπλοκες στρατηγικές.»
«Οπότε, τι του απαντήσατε;»
«Πότε;»
«Όταν σας ζήτησε φωτιά.»
«Μα, ότι δεν έχω φυσικά.»
«Και τότε αυτός τι έκανε;»
«Νομίζω ζήτησε ξανά από τον μπάρμαν.»
«Και;»
«Σας είπα ήδη πως δεν καπνίζει το παιδί.»
«Και μετά;»
«Λίγο μετά σηκώθηκε και έφυγε.»
«Γιατί δεν ζήτησε από κάποιον από τους άλλους καπνιστές;»
«Νομίζω πως παρεξηγήθηκε γιατί θεώρησε ότι τον υποπτεύθηκα. Η αλήθεια είναι ότι ίσως τον κοίταξα λίγο καχύποπτα.»
«Πώς τον κοιτάξατε δηλαδή;»
«Ήμουνα αναστατωμένος κι αυτός ήταν ο μόνος που με ένα άπλωμα μονάχα του χεριού θα μπορούσε να είχε αρπάξει τον αναπτήρα από το σημείο όπου τον άφησα. Ίσως και να του μίλησα απότομα. Αλλά δεν ήταν παρά μια αυθόρμητη αντίδραση. Ίσως φταίει που με είχε ήδη ενοχλήσει με τη συμπεριφορά του.»
«Το μετανιώνετε;»
«Ναι. Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να είναι ενοχλητικός, μπορεί να έχει κάποιο πρόβλημα, μα δεν πιστεύω πως είναι κλέφτης.»
«Είπατε πως καθότανε κοντά σας.»
«Ναι, δίπλα μου σχεδόν»
«Ωστόσο, πριν βγείτε έξω από το μπαρ για να τηλεφωνήσετε, μιλούσατε με την κυρία που σας φλέρταρε.»
«Εντάξει, δεν με φλέρταρε ακριβώς.»
«Που προσπαθούσε να σας πείσει να φύγετε και να πάτε κάπου αλλού μαζί.»
«Και δεν θα έλεγα πως ήταν μια κυρία.»
«Πώς έτσι;»
«Όχι, δεν θέλω να πω κάτι για τον χαρακτήρα της. Απλώς, να, λόγω της ηλικίας της μάλλον θα την έλεγα κοπέλα, δεσποινίδα.»
«Ήταν ανήλικη;»     
«Δεν ξέρω. Δεν της ζήτησα ταυτότητα.»
«Θα έπρεπε ίσως. Είναι παράνομο να σερβίρετε αλκοόλ σε ανήλικους που δεν συνοδεύονται.»
«Δεν έπινε αλκοόλ.»
«Τι έπινε; Λεμονάδα;»
«Αλκοόλ δεν έπινε πάντως. Και δεν είμαι σίγουρος αν ήτανε ανήλικη. Η ηλικία των κοριτσιών πάντα σε ξεγελάει.»
«Δεν έπινε και δεν κάπνιζε. Καλό κορίτσι.»
«Είναι καλό κορίτσι, ναι.»
«Και τότε; Γιατί δεν της κάνατε το χατίρι; Γιατί δεν πηγαίνατε μαζί της τη βόλτα που σας ζήτησα.»
«Δεν μπορούσα. Δούλευα.»
«Αυτό της είπατε;»
«Ναι.»
«Όχι ότι γιορτάζατε την επέτειό σας;»
«Όχι, δεν θα το καταλάβαινε.»
«Τα πειράγματα των φίλων σας τα άκουγε όμως.»
«Τα άκουγε, ναι. Αλλά νομίζω πως δεν τους έδωσε σημασία.»
«Πώς είστε τόσο σίγουρος;»
«Δεν είμαι. Είπα νομίζω.»
«Άρα κι αυτή καθόταν δίπλα σας.»
«Ναι, στα δεξιά μου.»
«Και στα αριστερά καθόταν ο τρελός.»
«Μάλιστα.»
«Πολύ κοντά κι οι δύο στον αναπτήρα σας.»
«Ναι, αλλά σας είπα το κορίτσι δεν κάπνιζε.»
«Θα μπορούσε όμως να μπει στον πειρασμό να σας κλέψει, έτσι ως αναμνηστικό τον αναπτήρα σας. Ή ακόμα καλύτερα, θα μπορούσε ως πληγωμένη, αφού την απορρίπτατε, να ήθελε να σας στερήσει το δώρο της πρώην σας.»
«Δεν ήξερε πως ήταν δώρο.»
«Την ρωτήσατε μήπως ήταν εκείνη που τον πήρε;»
«Την ρώτησα. Όλους τους ρώτησα.»
«Και σας απάντησε όχι, φαντάζομαι.»
«Δεν μου απάντησε τίποτα. Όταν γύρισα μέσα ξανά, αυτή είχε ήδη φορέσει το παλτό της. Ήτανε θυμωμένη. Με καληνύχτισε και έφυγε.»
«Θυμωμένη, ε;»
«Ναι, πολύ. Μάλιστα, όταν οι δύο φίλοι έκαναν κάποιο σχόλιο την ώρα που περνούσε από δίπλα τους, αυτή γύρισε και τους αγριοκοίταξε.»
«Τι σχόλιο έκαναν;»
«Δεν άκουσα καλά. Νομίζω κάποιο κομπλιμέντο.»
«Κάτι σεξιστικό, θα θέλατε να πείτε.»
«Τέλος πάντων. Δεν είμαι σίγουρος. Άλλωστε, τα παιδιά είχανε πιει.»
«Οπότε τέτοιου είδους συμπεριφορές τους συγχωρούνται.»
«Δεν είπα αυτό. Αλλά ξέρετε τώρα…»
«Ενδεχομένως να τους συγχωρούνται και άλλα πράγματα…»
«Όπως;»
«Όπως ας πούμε τα πειράγματα εις βάρος σας.»
«Τους γνωρίζω χρόνια και τους δυο. Ξέρω πως τίποτα από αυτά δεν ήτανε κακοπροαίρετο.»
«Και αν σας έπαιρναν, έτσι για πλάκα, για να σας πειράξουνε λιγάκι ακόμα, τον αγαπημένο αναπτήρα σας, θα λέγατε ότι δεν είναι κακοπροαίρετο επίσης;»
«Μα αυτοί είχαν δικούς τους αναπτήρες.»
«Είπα, για πλάκα. Για να γελάσουν με την αναστάτωση που θα σας προκαλούσαν. Άλλωστε είχαν πιει, όπως μου είπατε. Μπορεί τα αστεία τους, όσο περνούσε η ώρα να χοντραίνανε.»
«Και πάλι, αν το έκαναν αυτοί έτσι για αστείο, μετά θα μου τον επιστρέφανε.»
«Μετά;»
«Μετά την αναστάτωση.»
«Τώρα είστε ακόμα αναστατωμένος, κύριε;»
«Είμαι λιγάκι, ναι.»
«Ωραία, ας περιμένουμε να περάσει τελείως η αναστάτωση σας και το μεθύσι το παιδιών, για να δούμε αν θα σας τον επιστρέψουν τότε.»
«Πάντως όταν τους ρώτησα, μου είπαν πως όσο έλειπα, δεν έφυγαν καθόλου από τη θέση τους.»
«Αλήθεια; Έτσι σας είπαν τα παιδιά;»
«Και μου είπαν και κάτι ακόμα.»
«Τι;»
«Πως είδαν κάποιον άλλον να κάθεται στη θέση μου όσο βρισκόμουν έξω.»
«Κάποιον άλλον;»
«Μάλιστα.»
«Τον κύριο του παρανόμου ζευγαριού.»
«Πώς το καταλάβατε;»
«Είπατε κάποιον και όχι κάποια και μας είχαν μείνει άλλοι δυο άντρες ύποπτοι. Ο μπάρμαν, που προφανώς κινείται αποκλειστικά μέσα από τη μπάρα και ο εν λόγω κύριος.»
«Σωστά.»
«Άφησε, δηλαδή, τη συνοδό του να κλαίει μόνη της και πήγε και κάθισε στη θέση σας. Άκαρδο από μέρους του.»
«Δεν θα το έλεγα. Μάλλον το αντίθετο.»
«Το αντίθετο;»
«Άφησε την συνοδό του για λίγο και την άφησε ακριβώς επειδή έκλαιγε. Πήγε και κάθισε στο μπαρ, δήθεν για να παραγγείλει ένα ποτό. Στην πραγματικότητα όμως ήθελε να ζητήσει μια χάρη από το προσωπικό.»
«Ένα τραγούδι.»
«Ναι.»
«Το τραγούδι τους.»
«Ακριβώς.»
«Και το προσωπικό; Του έκανε τη χάρη;»
«Και βέβαια. Η σερβιτόρα μάλιστα συγκινήθηκε τόσο, που ξέχασε αμέσως τη φασαρία που είχε ως τότε με τον μπάρμαν και έπαψε να του γκρινιάζει.»
«Τι όμορφα!»
«Είναι αλήθεια ένα πολύ όμορφο τραγούδι.»
«Μήπως μπορώ το ακούσω και εγώ;»
«Τώρα;»
«Ναι, αν δεν σας βάζω σε κόπο…»
«Όχι, καθόλου. Μόνο δώστε μου δυο λεπτά να σας το βρω.»
«Με την ησυχία σας. Στο μεταξύ θα ήθελα να πάω στην τουαλέτα.»
«Βεβαίως. Στο βάθος του διαδρόμου και αριστερά.»
«Ευχαριστώ.»
«Γιατί παίρνετε μαζί τον αναπτήρα σας;»
«Γιατί ακόμα παραμένετε ο βασικός ύποπτος, κύριε. Τα λέμε ξανά σε λίγο.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου