Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

το κάλεσμα

Σεπτέμβριος 2007. Βρίσκομαι πάλι με το ένα πόδι στην Αθήνα, δοκιμάζοντας την τύχη μου αυτή τη φορά στο χώρο της διαφήμισης. Μένω στη Δάφνη, στο σπίτι του φίλου μου του Κωνσταντίνου, που ενώ γνωριζόμαστε από παιδιά, έχουμε αρχίσει να κάνουμε παρέα κυρίως λόγω Posh, αφού υπήρξε και αυτός ένας από τους πιο τακτικούς θαμώνες της χρυσής πρώτης τριετίας του. Κι ενώ έχω περάσει με τη σύντροφό μου ακόμα έναν Αύγουστο στους τροπικούς του Λιβυκού Πελάγους. Κι ενώ το πρώτο μου βιβλίο έχει κάνει τη συμπαθητική πορεία του, και ήδη βρίσκονται υπό έκδοση το «Σχέδιο Τρόμου» και το «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού». Κι ενώ η περίοδος αυτή του ξέγνοιαστου Μεσοπολέμου μου κυλάει χωρίς ιδιαίτερα απρόοπτα. Βρίσκομαι πάλι με το ένα πόδι στην Αθήνα, παίζοντας με την τύχη μου ξανά, παρέα με τον ιδανικό συγκάτοικο.

Σάββατο απόγευμα. Καθόμαστε με τον Κωνσταντίνο και τα πίνουμε σε ένα από τα καφέ που συνωστίζονται στις δύο όχθες του πεζοδρόμου του Κεραμεικού. Το καλοκαίρι κρατάει ακόμα και εμείς σε κάποιο τραπεζάκι στην είσοδο του μαγαζιού χαζεύουμε τα κύματα των περαστικών που αδιάφορα περνούν από μπροστά μας. Κάνουμε που και που ο ένας στον άλλον ερωτήσεις σχετικά με τις καινούριες μας δουλειές –εκείνος έχει μόλις ξεκινήσει την ειδικότητά του σε ένα από τα νοσοκομεία της πρωτεύουσας- και απολαμβάνουμε το να αποφεύγουμε, με τρόπο μάλλον κωμικό, να δίνουμε συγκεκριμένες απαντήσεις. Κάποια στιγμή, που από μέσα έρχεται ο γνώριμος ήχος κάποιου τραγουδιού, μας σκάει σχεδόν και στους δυο ταυτόχρονα η ίδια απορία: «Στο Posh τι να γίνεται τώρα, άραγε;» Ε, και δεν πάμε να δούμε από κοντά;

Σεπτέμβριος 2007. Στο Βόλο οι Σεπτέμβρηδες είναι ως μήνες κάπως προβληματικοί, όσον αφορά την έτσι κι αλλιώς όχι και τόσο πλούσια νυχτερινή διασκέδαση. Για κάποιο λόγο οι Βολιώτες σπεύδουνε πάντα να κηρύξουνε τη λήξη του καλοκαιριού, μόλις τελειώσει ο Αύγουστος, ακόμα και όταν ο καιρός και το θερμόμετρο έχουν κολλήσει στα δεδομένα του Ιουλίου. Και όπως όλοι διακόπτουνε τα μπάνια τους απότομα και οι κοπέλες ειδικά στριμώχνονται και αγκομαχούν μέσα στα φθινοπωρινά καινούρια τους ενδύματα –τις πιο πολλές φορές για να αποδείξουνε πως έτσι συμμαζεύτηκαν και οι πως οι τρέλες (λέμε τώρα, σιγά τα τρελοκόριτσα) του καλοκαιριού πάνε κι αυτές, ξεχάστηκαν- έτσι και τα ελάχιστα τα υπαίθρια τα μπαρ κλείνουν προτού ανοίξουνε εγκαίρως τα αντίστοιχα χειμερινά, τα οποία ακόμα φυσικά ανακαινίζονται. Το Posh, το μόνο μαγαζί της πόλης που μετατρέπεται σε καλοκαιρινό το Μάιο, απλώς ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες του, μένει κλειστό συνήθως ολόκληρο τον Αύγουστο και αρχίζει να επαναλειτουργεί, αργά και βασανιστικά, σύμφωνα πάντα με τους καθηλωτικούς ρυθμούς του ιδιοκτήτη του, μαζί με τα σχολεία. Κι εφόσον έχει στο μεταξύ δημιουργήσει κάτι περίπου σαν στερητικό στους πιο φανατικούς πελάτες του, αφού οι δυστυχείς, ιδιαιτέρως όσοι δεν κατάφεραν να πάνε κάπου διακοπές, δε βρίσκουν πουθενά αλλού κάποιο υποκατάστατο και κάποιοι μάλιστα, ίσως οι πιο ρομαντικοί, φτάνουν ως το σημείο να τριγυρνούν σαν τα φαντάσματα στην έρημη πλατεία Παλαιών και να καταναλώνουν μπύρες και μπάφους ξεροσφύρι κάτω από τον γνωστό τον πλάτανο.

Σάββατο βράδυ. Έχουμε μόλις φτάσει στο Βόλο και στο Posh και πριν να βγούμε από το αμάξι ο Κωνσταντίνος με βάζει να του ορκιστώ πως θα επιστρέψουμε μαζί το αργότερο την Κυριακή το απόγευμα. Έχουμε, άλλωστε, δουλειές. Σεπτέμβρης, λέμε, οι διακοπές τελειώσανε. Το μαγαζί είναι γεμάτο κόσμο τόσο που αν και ακόμα είναι το μοναδικό στη γειτονιά στ’ αλήθεια ζοριζόμαστε να βρούμε να παρκάρουμε. Μπαίνουμε μέσα με ύφος αυτοεξόριστων που επέστρεψαν μόλις από την άγρια ξενιτιά να προσκυνήσουν τα άγια χώματα της πατρίδας τους (στην πραγματικότητα δε λείπουμε παρά δυο-τρεις βδομάδες). Ο Χρήστος μας υποδέχεται εθιμοτυπικά με δύο σφηνοπότηρα.

-Που είστε ρε αλάνια; Που χαθήκατε;
-Α, εδώ… Τι λέει; Πότε άνοιξες;
-Απόψε! Τι; Για αυτό δεν ήρθατε;

Κυριακή πρωί. Το πρώτο πάρτυ της σαιζόν στο Posh οδεύει προς τη λήξη του και οι ελάχιστοι που έχουμε απομείνει με γεμάτα τα ποτήρια μας, απολαμβάνουμε το όμορφο παράλληλό μας σύμπαν, όπου το καλοκαίρι μόλις άρχισε.

-Χρήστο, να σε ρωτήσω κάτι; Πάντα το είχα περιέργεια. Πώς το μαθαίνουνε όλοι αυτοί και έρχονται πάντα τη μέρα που ανοίγεις;
-Γιατί; Εσείς πώς, δηλαδή, το μάθατε;

1 σχόλιο: