Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

η γνωστή-άγνωστη κατεύθυνση

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Είχα μόλις ανοίξει το γραφείο μου και ήδη σκεφτόμουν να το κλείσω. Ήμουν 29 χρονών και μόλις άρχιζα επιτέλους να προβληματίζομαι ως προς το τι θα γίνω όταν θα μεγαλώσω. Ήταν απόγευμα. Το καλοκαίρι γλιστρούσε κι έφευγε έξω από το παράθυρο και εγώ, μην έχοντας άλλη παραθεριστική διέξοδο, φόρτωσα στο αμάξι τις αποσκευές και έφυγα προς άγνωστη κατεύθυνση. Το βράδυ βρισκόμουν στην Αθήνα. Την ώρα που διέσχιζα την έρημη Αχαρνών άκουσα την πόλη μαζί μου να γελάει: «Ποια άγνωστη κατεύθυνση, ρε ψευταρά; Γιατί δεν παραδέχεσαι πως σου έλειψα; Γιατί δε λες πως μακριά μου δε μπορείς να κάνεις». Έκλεισα το τζάμι και άνοιξα αμέσως το ραδιόφωνο. Έπαιζε το τραγούδι μου. Δεν είχε σημασία ποιο. Άλλωστε, εκείνη τη στιγμή, όλα του κόσμου τα τραγούδια μού ανήκαν. Ο τύπος με την ένρινη φωνή έκανε πρόγραμμα για πάρτη μου. Δεν ήρθα κατευθείαν σπίτι σου -το καλοκαίρι εκείνο, ξέρεις, το πέρασα στο σπίτι σου- αλλά εξακολούθησα με λαιμαργία να ξανοίγομαι στις εγκαταλειμμένες λεωφόρους. Καμιά φορά, όταν με έπιανε φανάρι, βιαζόμουν τόσο να συνεχίσω την πορεία μου, που μόλις άναβε το πράσινο ξανά, δαιμονισμένα κόρναρα τον ίδιο τον εαυτό μου. Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Σιγά-σιγά, καθώς όλο και πιο βαθιά μέσα την πόλη εισέβαλα, ένιωθα σα να κάνω κάτι πραγματικά παράνομο. Οι λίγοι που συνάντησα στο δρόμο μου –οι πιο πολλοί παράφρονες- ήταν συνένοχοί μου. Οι λίγοι που συνάντησα στο δρόμο μου – κανείς δε σκέφτηκε ποτέ τι κάνουνε οι άνθρωποι αυτοί, όταν η πόλη ερημώνει. Οι λίγοι που συνάντησα στο δρόμο μου. Στη γειτονιά σου έφτασα την ώρα που ξημέρωνε. Μάταια έψαχνα καφέ. Είχανε όλοι φύγει. Κι είχα και την Αθήνα σου να με στραβοκοιτά αγουροξυπνημένη. Όχι, δεν ήμουν ξένος. Οι ξένοι, άλλωστε, ακόμα ήταν ευπρόσδεκτοι. Η παρουσία τους ακόμα τους ντόπιους διασκέδαζε. «Θέλουν να γίνουν σαν κι εμάς – άρα είμαστε κάποιοι.» Δεν ήμουν ξένος, όχι. Η πόλη ήταν ξενιστής κι εγώ το βδελυρό μικρόβιο που ύπουλα θα αποικούσε τους ιστούς της. Πάρκαρα σε εκείνο το παρκάκι απέναντι και από εκεί σε κατασκόπευα. Κρατούσα σημειώσεις. Μάζευα από εσένα υλικό για να σε ξαναφτιάξω. Το ξέρω, δεν το ήξερες. Ε, τώρα το μαθαίνεις. Δε με ένοιαζε αν έλειπες. Τι κι αν βρισκόσουν στα νησιά, το σπίτι σου μου αρκούσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου