Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ειδύλλιον

Κόρη λευκή και τροφαντή, κόρη μητέρα φύση,
Πως ήρθες στο βαγόνι μου; Ποιος άγγελος σε στέλνει;
Ποια Αμάλθεια σου έδωσε τέτοιους μαστούς σαν βρύση;
Που δίνουν στη ζωή πνοή και ύμνους απαγγέλνει.

Πως έγινε και έχασε το ένδοξο Πιεμόντε
Τέτοια ζωοδότρα ομορφιά, τέτοιο τρανό φουστάνι;
Και πάει στης Μαρσίλιας κάποιον μαρκήσιο ή κόντε,
Να του αναθρέψει τα παιδιά και άντρες να τα κάνει.

Της Λιγουρίας οι καημοί που με έδιωξαν στα ξένα,
Φτωχό, επαίτη, νηστικό, ξωμάχο ορφανεμένο,
Λες και με λυπηθήκανε και πέμψανε εσένα,
Να μου γιατρέψεις τις πληγές μέσα σ’ αυτό το τρένο.

Γυναίκα, άσε με να πιω το γάλα απ’ τις θηλές σου!
Δώσ’ μου ζωή και δύναμη να αντέξω το ταξίδι!
Κι άσε να σου λυτρώσω εγώ τις άγριες ορμές σου,
Πριν γίνει πέτρα το ψωμί και το κρασί σου ξύδι.

Μέσα στου Μάη τη γιορτή, στης άνοιξης τη δόξα,
Γονατιστός παρακαλώ, θεά, να με ελεήσεις.
Κι αν με ρωτήσουν οι ελεγκτές, «τι είναι αυτή η λόξα;»,
Θα απαντήσω γελαστός, «το κάλεσμα της φύσης!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου