Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

η τελευταία επιθυμία

Ο κόσμος του κόσμου. Ο κόσμους του τέλους. Το τέλος του κόσμου. Το τέλος του τέλους. Ο κόσμος του τέλους του κόσμου. Το τέλος του κόσμου του τέλους.
«Σταμάτα, σε παρακαλώ!»
Σταματώ. Στέκομαι. Σωπαίνω. Σωπαίνω διαμαρτυρόμενος. Σιωπώ για να ακουστώ καλύτερα. Ακούγομαι τώρα; Ε; Ακούγομαι;
«Τι θέλεις, επιτέλους; Τι ζητάς;»

-Και πως σκοπεύεις να την περάσεις τη συντέλεια, λοιπόν;
Γύρισα και την κοίταξα. Το ερωτηματικό κρεμόταν ακόμα από την άκρη των χειλιών της. Ήθελα να το αρπάξω με τη γλώσσα μου και να της το απαντήσω.
-Δεν έχω κάνει σχέδια. Γιατί ρωτάς; Θέλεις κάτι να μου προτείνεις;
Μου χαμογέλασε. Έσκυψε πάνω από το ποτήρι της. Έριξε στο πρόσωπό της τα μαλλιά της. Το ένα μάτι χάθηκε. Το άλλο, όταν με κοίταξε ξανά, έλεγε «σήκω, πάμε!».
-Χορεύουμε;
-Δε χορεύω, αλλά μπορώ να κάνω μια εξαίρεση.
-Για μένα ή για το τέλος;
-Χορεύουμε;
-Μου το ζητάς ή απλώς αναρωτιέσαι;
-Με σένα ως το τέλος.

Ήταν η τέταρτη φορά που βγαίναμε. Τις τρεις προηγούμενες την είχα γυρίσει στο σπίτι της με το αμάξι. Την πρώτη την καληνύχτισα πριν βγει. Τη δεύτερη την ώρα που έψαχνε μπροστά στην πόρτα τα κλειδιά της. Την τρίτη ίσως και να είχα φτάσει μέχρι τα σκαλιά. «Μη με τρομάξεις», μου είχε πει. Την τρόμαξα. Δεν το ήθελα. Σειρά της ίσως τώρα.
-Θέλεις να αφήσεις το αυτοκίνητο; Θέλεις να ανέβεις πάνω;
-Θέλεις να δούμε παρέα τη συντέλεια; Θες να μας βρει μαζί, αγκαλιασμένους;
Όχι, δεν έψαχνα να βρω τρόπο την προφητεία να ξορκίσω. Όχι, δε με ένοιαζε την τελευταία τη στιγμή να ψάξω καταφύγιο. Το τέλος είχε ήδη πια συμβεί. Κι ήμουν εγώ ο μόνος επιζήσας. Κι ήταν εκείνη η επιθυμία μου. Κι ήμασταν κάτι, λέει, σαν τους πρωτόπλαστους. Από τη λάσπη του πολιτισμού κι από την ίδια τη σάρκα μας πλασμένοι. Και ψάχναμε για ένα καινούριο προπατορικό αμάρτημα. Κάτι που τον παράδεισό μας να κατέλυε. Κάτι που να μας έκανε ξανά να πάρουμε τους δρόμους.

Το φως του δρόμου.
Το μισάνοιχτο παράθυρο.
Το φλογισμένο σου σεντόνι.
Το σώμα σου αντανάκλαση στου ονείρου τη σκιά μου.
Το σώμα σου σκιά του δρόμου στο δωμάτιο.
Το σώμα σου πλάι στο δικό μου σώμα.
Το υγρό σου πυρ να πυρπολεί τις σκέψεις μου.
Το πέρασμα ανάμεσα στα δυο κορμιά μας.
Το μονοπάτι που πάει προς τον παράδεισο.
Το φως στο τέλος του μονοπατιού.
Το τελευταίο σου φιλί.
Το τέλος αυτού του δρόμου και του κόσμου.

-Υπάρχει, λες, κάτι μετά;
-Υπάρχω εγώ. Σου φτάνει;
-Πως είσαι τόσο σίγουρος;
-Είναι που έχω ξανάρθει.
-Εδώ; Στο τέλος; Και τι έγινε; Πως σε άφησαν να φύγεις;
-Ίσως να τους ξεγέλασα. Ίσως με λυπηθήκαν.
-Και ήσουν και τότε μόνος σου;
-Γιατί; Είμαι και τώρα;
-Όχι. Για να ρωτώ, είμαι κι εγώ. Ρωτώ γιατί υπάρχω.
-Θα υπάρχεις, λες, και ύστερα;
-Το τώρα δε σου φτάνει;
-Τώρα είναι το ύστερα. Μετά θα είναι το πάντα.

Όταν ξύπνησα, μόλις που είχε ξημερώσει. Η νέα μέρα ανέτειλε κι ο ήλιος έστελνε μια χαραμάδα φως πάνω στην άγρυπνη ακόμα επιδερμίδα της. Ένας νέος συντελεσμένος κόσμος μας περίμενε. Εκείνη, μέσα στο όνειρο ακόμα, χαμογελούσε κι από την άκρη των χειλιών της κρέμονταν τρεις τελείες. Έσκυψα και τη φίλησα. Η οσμή του τέλους πλανιόταν μέσα στο δωμάτιο. Η γεύση του είχε για πάντα το μαξιλάρι της ποτίσει. «Μη με ξυπνάς ακόμα», μου μουρμούρισε. Γύρισα. Την αγκάλιασα. Το πρόσωπό μου βούτηξε στο δάσος των μαλλιών της. Η ύπαρξή μου χάθηκε στου ονείρου της τη δίνη. «Τι έγινε; Δεν τελείωσε; Υπάρχουμε ακόμα;» Υπάρχουμε. Νικήσαμε. Κι ο κόσμος συνεχίζει. Αλλά αν δε θέλεις να το δεις, υπάρχει ακόμα χρόνος. Τα μάτια τότε άνοιξε. Με κοίταξε. Με είδε. «Τι θες να πεις; Από εμάς τους δύο εξαρτάται τελικά; Εμείς αποφασίζουμε;» Δεν πρόλαβα να δώσω την απάντηση. Αυτός ο νέος κόσμος ήταν δικό μας δημιούργημα. Όπως τον φτιάξαμε εμείς, εμείς θα τον τελειώναμε. Ακόμα κι οι συντέλειες καμιά φορά ζητούν μια δεύτερη ευκαιρία.

Την τελευταία επιθυμία. Τέλος χωρίς τελευταία επιθυμία γίνεται; Δε γίνεται. Έχουμε και δικαιώματα εμείς του τέλους, ξέρετε.
«Καλά, καλά… Λέγε! Τι θέλεις;»
Θέλω ένα τέλος που να μοιάζει με αρχή. Θέλω να είναι όμορφο. Θέλω να το θυμάμαι. Θέλω εκείνην.
«Τέλος!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου