Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Lava Café

-Παπαγάλοι;
-Παπαγάλοι!
-Μα, πως είναι δυνατόν;
-Και όμως!
Έσβησε το τσιγάρο της σα να έβαζε τελεία στην ιστορία που μόλις μου είχε αφηγηθεί και ύστερα, σταυρώνοντας τα πόδια της, τράβηξε πλάι στην τελεία της μια παύλα. Ο ήχος που παρήγαγαν οι κάλτσες της μου τρύπησε τις σκέψεις. Άνω η τελεία, παύλα. Είχε ομορφύνει επικίνδυνα από την τελευταία μας συνάντηση. Συνέλαβε το βλέμμα μου κάπου κοντά στους αστραγάλους της. Είπα να αλλάξω θέμα.
-Εδώ δε δούλευε μια mignonne μαυρούλα;
-Lava loves you.
-Τι πράγμα;
-Το password. Μπες να τη δεις!
-Α, μάλιστα! Κατάλαβα…
-Να σου πω, δε θες να πάμε στο rookruimte καλύτερα;
-Γιατί; Αφού είμαστε αόρατοι. Κι όσο για τον καπνό, όλοι αυτοί, με τόση ομίχλη μέσα στα κεφάλια τους, σιγά μην τον προσέξουν!
-Καλά τα λες! Άσε που θα μυρίσουν και τα ρούχα μου…
Είπε και έκανε πως έστρωνε τη φούστα της αιχμαλωτίζοντας το βλέμμα μου ξανά. Ουδέν κρυπτόν μεταξύ των αοράτων, το ήξερα. Ούτε τα πεινασμένα μάτια μου ούτε το αυτάρεσκο χαμόγελό της.
-Λοιπόν; Θα την γράψεις;
-Ναι, είναι μια ωραία ιστορία. Ψεύτικη φυσικά και κατασκευασμένη…
-Ψεύτικη, ναι. Όπως και όλες, άλλωστε. Μα κατασκευασμένη, όχι. Όχι ακόμα, δηλαδή. Λοιπόν, σε αφήνω να την κατασκευάσεις ήσυχος. Πάω ως την Beurs, που έχω κάποιον να σκοτώσω, πριν των χαπιών περάσει η επήρεια και γίνει πάλι η ομορφιά μου ορατή. Θα έρθω μετά ξανά από εδώ, να πάμε να σου κάνω το τραπέζι. Να έχεις τελειώσει μέχρι τότε!
-Πληρώνουν οι πελάτες σου καλά;
-Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Εσύ το ξέρεις αυτό καλύτερα, νομίζω.
Και έφυγε και με άφησε μόνο με την οθόνη μου. Και κάπως έτσι άρχισα να γράφω αυτήν την ιστορία:

Η ίδια ιστορία. Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία ακριβώς. Ο κίνδυνος και οι απειλές δεν έδειχναν να τον πτοούνε. Ο πρώτος ίσως να τον έτρεφε. Οι δεύτερες μάλλον θα τον μεθούσαν. Κάθε βράδυ αυτός εκεί. Χωρίς σκοινιά και σκαλωσιές. Χωρίς το δίχτυ το ελάχιστο μιας κάποιας προστασίας. Δώδεκα ακριβώς βρισκότανε μπρος στου Justitiepaleis τους πρόποδες του και ως τη μία και έντεκα λεπτά είχε την κορυφή του κατακτήσει.
Τι τον παραφυλούσαν αστακοί, τριγύρω τόσοι χωροφύλακες. Τι στα περβάζια του Palais σπέρναν βελόνες και συρματοπλέγματα. Αυτός εκεί, αμετανόητος. Η ίδια ιστορία κάθε βράδυ. Μέχρι κι ο Δήμος ειδικό διάταγμα για πάρτη του συνέταξε. «Απαγορεύεται αυστηρά, σε όλους τους επισκέπτες και τους κατοίκους της πόλεως των Βρυξελλών, η επί του Δικαστικού Μεγάρου άνευ αδείας μεταμεσονύχτια αναρρίχηση. Προβλέπονται ποινές στους παραβάτες.» Όμως αυτός, αδιάφορος για απαγορεύσεις και ποινές, συνέχιζε. Τι αξία έχουνε οι νόμοι τους όταν τους συλλογίζεσαι από της Δικαιοσύνης τους την πιο ψηλή ταράτσα;
Με όλα αυτά δεν άργησε να γίνει θρύλος στην πόλη το όνομά του. Κι ας ήτανε τελείως άγνωστος. Οι θαυμαστές τον βάφτιζαν όπως αυτοί γουστάραν. Στο Anderlecht τον λέγαν Jacques. Patrice τον φώναζαν τα αλάνια στο Matongé. Στο Molenbeek απλά «ο Φλαμανδός» και στο Saint Gilles «ο φίλος». Τα κατορθώματά του γεννήσαν γκράφιτι στα γήπεδα και ρυθμικά συνθήματα στους τοίχους. Κάποια στιγμή «το πρόβλημα» -έτσι τον λέγαν οι Αρχές- άρχισε να ξεφεύγει. Μέχρι που προβλημάτισε ακόμα και τους ιερούς θεσμούς, το σύστημα ολόκληρο, την ίδια την Ευρώπη.
Και κάπως έτσι πάρθηκε η απόφαση. Αφού να ανέβει δε γινόταν να τον εμποδίσουνε, θα έβαζαν κάποιους που ξέρουν από αυτά να μην αφήσουν ξανά στη γη να επιστρέψει. Θα τον περίμεναν εκεί. Θα τον παγίδευαν στην ίδια τη φωλιά του. «Μόνο», τους είπαν, «προσοχή! Συλλάβετέ τον ζωντανό! Ήδη ως ήρωας στ’ αλήθεια μας έβλαψε πολύ. Ποιος ξέρει ύστερα σαν άγιος τι άλλο θα μας κάνει;» 
Μα αυτοί που ξέρουν από αυτά είχανε ήδη πληγωθεί ανεπανόρθωτα από το θράσος του τρελού. Και κάθε νύχτα που τον βλέπανε να στέκεται στου Μέγαρου την κορυφή, μία και έντεκα ακριβώς, αισθάνονταν όχι μονάχα να προσβάλλονται όλα αυτά που ξέραν, αλλά και να προβάλλουνε δίπλα τους εκείνα που αγνοούσαν.
Έτσι, την ώρα που τον είδαν να φτάνει κάπου περίπου στα μισά του δίκαιου οικοδομήματος, δεν άντεξαν και σήκωσαν τα όπλα τους. Αυθόρμητα, μηχανικά, έτσι, για να τον βάλουν στο σημάδι τους. Να νιώσουν πως τον έχουν. Μα από όλους τους, αυτός που ήξερε από αυτά τα πιο πολλά, πάτησε τη σκανδάλη.
Η σφαίρα δεν τον πέτυχε. Βρήκε στο γύψινο διάκοσμο, πλάι στο παράθυρο όπου εκείνη τη στιγμή εκείνος ακουμπούσε. Ήτανε όμως αρκετή για να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του. Και γλίστρησε. Και έπεσε. Και το κενό τον πήρε. Και ήταν λες και ολόκληρη η πόλη ξαφνικά να έχασε το σφυγμό της.
Όμως στο έδαφος δεν έφτασε ποτέ. Τον μάσησε για λίγο το κενό, μα όχι, δεν τον κατάπιε. Τον γλίτωσε, την τελευταία τη στιγμή, ένα χρωματιστό αγριεμένο σύννεφο. Ένα εξωφρενικά παράταιρο σμήνος με παπαγάλους. Τον άρπαξαν τα πράσινα τα χερουβείμ. Τον σήκωσαν στους ουρανούς οι μωβ ταξιαρχίες. Τον έσωσαν τα εξωτικά της πόλης εξαπτέρυγα και στους ανεξιχνίαστους της πόλης τροπικούς για πάντα τον φυγάδευσαν.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν είναι ψέμα όλα αυτά. Κανείς δεν πρόκειται ποτέ να ακούσει την αλήθεια.

-Τι έγινε; Τελείωσες;
Έτσι όπως την είδα ξαφνικά ξανά να στέκεται από πάνω μου, μπερδεύτηκα και παραλίγο να δώσω την πιο άκυρη απάντηση. Είδα του Lava τους θαμώνες να έχουν γυρίσει προς το μέρος μας. Όλοι αυτήν κοιτούσαν. Ήμουν ακόμα, άραγε, αόρατος ή τόσο αδιάφορος.
-Μας βλέπουν;
-Εσένα όχι ακόμα. Προς το παρόν βλέπουν εμένα να μιλάω μονάχη μου. Εσένα μάλλον σε πιάνουν περισσότερο τα χάπια. Τι λες, λοιπόν; Πηγαίνουμε;
-Που θα μας πας;
-Εδώ κοντά. Στο Fin de Siècle.
-Ωραίο όνομα για…
Δεν πρόλαβα την τελευταία λέξη μου να πω, την ώρα που τα χείλη της μου έκλεβαν τα λόγια. Πίσω, στο μπαρ, οι Βέλγοι κουνούσανε με θλίψη τα κεφάλια τους. Δεν άντεχαν να βλέπουν μια γυναίκα τόσο όμορφη τόσο επιπόλαια να ξοδεύεται φιλώντας τον αέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου