Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Τελειώσατε!

Δυόμιση χρόνια μετά έγιναν βουλευτικές εκλογές. Επειδή την περίοδο εκείνη ουσιαστικά ζούσα στην Αθήνα, επέλεξα στη δήλωση προτίμησης να σημειώσω πως επιθυμώ να διοριστώ σε μια από τις εκλογικές περιφέρειες του Λεκανοπεδίου. Τελικά διορίστηκα στη Β’ Πειραιώς, σε κάποιο εκλογικό τμήμα του Δήμου Κερατσινίου.
Αυτή τη φορά δεν είχα κοντά μου γνωστούς μου παλαιότερους συναδέλφους για να συμβουλευτώ, αλλά ευτυχώς κάποιος άλλος, σχεδόν συνομήλικός μου, δικηγόρος από το Βόλο είχε διοριστεί σε κάποιο κοντινό τμήμα και έτσι μοιραστήκαμε την ανασφάλειά μας κάνοντας μαζί όλες τις προκαταρκτικές πράξεις που πρέπει να κάνει ένας δικαστικός αντιπρόσωπος (παραλαβή εκλογικού σάκου, δήλωση ανάληψης καθηκόντων κ.λπ.). Με τον συνάδελφο αυτόν η τύχη τα έφερε μάλιστα να βρεθούμε αργότερα αντίπαλοι στις δημοτικές εκλογές του 2010, όπου, ευτυχώς για τη Δημοκρατία και το Δήμο μας, εκείνος εξελέγη, ενώ εγώ περιορίστηκα στην κατά τα άλλα τιμητική δωδέκατη θέση του συνδυασμού και μια βδομάδα μετά έφυγα τελικά για το Παρίσι.

Για γραμματέα μου στις εκλογές του 2004 διάλεξα τη Μαρίτα, που τότε ζούσε επίσης στην Αθήνα και δούλευε κάνοντας, νομίζω, φροντιστήρια. Μια μέρα πριν προετοιμάσαμε μαζί το υλικό των εκλογών στο σπίτι όπου έμενε και το οποίο βρισκόταν στα Πατήσια. Εγώ εκείνη τη χρονιά κοιμόμουν κυρίως στο Χαλάνδρι, αλλά το βράδυ πριν την Κυριακή προτίμησα να μείνω στα Εξάρχεια, στο παλιό φοιτητικό μου διαμέρισμα, προκειμένου το επόμενο πρωί να έχουμε να διανύσουμε όσο το δυνατόν μικρότερη απόσταση.
Θυμάμαι επίσης πως το βράδυ του Σαββάτου τσακώθηκα άγρια με την τότε σύντροφό μου, κάτι που άλλωστε συνέβαινε συχνά και φυσικά τις πιο πολλές φορές για λόγους μάλλον φαιδρούς και ακατανόητους. Ωστόσο, εκείνος ο προεκλογικός καυγάς με είχε πειράξει αρκετά και εξαιτίας του δεν κατάφερα να κοιμηθώ όσο θα ήθελα και την επόμενη σερνόμουν κυριολεκτικά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων μου. Το μεσημέρι η φίλη μου ήρθε να με δει στο εκλογικό μου τμήμα και μου έφερε καφέ, νερό και μια τυρόπιτα. Η αλήθεια είναι πως δεν το περίμενα και μάλιστα μου έκανε εντύπωση που είχε καταφέρει να με βρει, αν και δεν είχα φροντίσει να της πω σε ποιο σχολείου θα βρισκόμουν. Την ευχαρίστησα και ύστερα δώσαμε ένα μικρό φιλί συμβιβασμού και συμφιλίωσης, προσφέροντας έτσι στην εφορευτική επιτροπή τροφή για αρκετό κουτσομπολιό μέχρι να κλείσει η κάλπη.

Γενικά, από τις εκλογές εκείνες δεν έλειψαν τα επεισόδια. Ένας παππούς, αν και δεν ήταν γραμμένος στους καταλόγους του τμήματός μας, ήρθε τρεις-τέσσερις φορές παρακαλώντας μας να τον αφήσουμε να ψηφίσει. Ο άνθρωπος θυμόταν προφανώς πως το εκλογικό του τμήμα βρισκόταν στις προηγούμενες αναμετρήσεις εκεί που τώρα ήμασταν εμείς και δε μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα πως αυτά τα πράγματα καμιά φορά αλλάζουν. Όσο μπορούσα πιο ευγενικά του υπέδειξα να αναζητήσει το οικείο τμήμα του στους καταλόγους που, όπως συνηθίζεται, βρίσκονταν αναρτημένοι στην είσοδο εκείνου του σχολείου. Φρόντισα, μάλιστα, να στείλω μαζί του και ένα από τα μέλη της εφορευτικής για να τον βοηθήσει. Ωστόσο κανένα μισάωρο μετά τον είδα να επιστρέφει – ήθελε λίγη ώρα αναγκαστικά για να κατέβει και να ανεβεί ξανά με το μπαστούνι του τη σκάλα και η αίθουσα μας ήταν δυστυχώς στο δεύτερο, σκέτη ταλαιπωρία. Την ώρα εκείνη είχε σχηματιστεί ουρά και ακόμα και οι πιο αναποφάσιστοι εκλογείς φαίνονταν ανυπόμονοι και αρκετά ενοχλημένοι.
«Σας είπα, κύριε, δεν είναι εδώ το τμήμα σας. Τι να σας κάνω;»
«Έλα, βρε αγόρι μου! Μη με βασανίζεις άλλο, σε παρακαλώ! Άσε με να ψηφίσω εδώ! Ποιος θα το καταλάβει;»
«Μα αυτό, σας λέω, δε γίνεται. Αν σας αφήσω, θα είναι σα να κάνουμε νοθεία!»
Αυτό το τελευταίο το είπα μήπως και τον τρομάξω περισσότερο, μα πιο πολύ εκείνο που κατάφερα ήταν να προκαλέσω την οργή του πλήθους.
«Αλλού ξέρετε και τις κάνετε τις νοθείες σας… Τώρα σας έπιασε ο πόνος;»
«Άσε τον ανθρωπάκο να ψηφίσει, ρε! Δε ντρέπεσαι; Αυτός θα μπορούσε να ήτανε παππούς σου!»
Μπροστά στα ακλόνητα αυτά επιχειρήματα φαντάζομαι ότι ακόμα κι ο Κλεισθένης μάλλον θα υποχωρούσε.
Δεν πρόλαβε να ηρεμήσει κάπως η κατάσταση –ήρθε ευτυχώς κάποιο από τα αληθινά εγγόνια του παππού που ήξερε που τελικά ψηφίζει και κάπως έτσι κόπασε προσωρινά η ένταση- και άρχισε ο δεύτερος ο γύρος. Αυτή τη φορά η αλήθεια είναι πως όλα ξεκινήσανε από ένα λάθος της επιτροπής, το πιο ασυγχώρητο από όσα μπορεί μια εφορευτική να κάνει. Ο νεαρός που χορηγούσε στους εκλογείς την ώρα εκείνη ψηφοδέλτια, παρέλειψε να συμπεριλάβει ένα σε αυτά, ενώ εξυπηρετούσε μια ήδη αγανακτισμένη ψηφοφόρο. Και προφανώς ξέχασε να της δώσει το ψηφοδέλτιο του κόμματος που αυτή επιθυμούσε να ψηφίσει.
«Τρέξτε! Βοήθεια! Φωνάξτε τα κανάλια τώρα να μάθουν όλοι τα αίσχη που γίνονται εδώ!», βγήκε από το παραβάν ουρλιάζοντας.
«Κυρία μου, μη φωνάζετε, σας παρακαλώ πολύ! Ένα λάθος έγινε, δε χάθηκε κι ο κόσμος!», προσπάθησα να υπερασπιστώ την αμφισβητούμενη φερεγγυότητα της εφορευτικής επιτροπής μου.
«Τι λάθος, ρε! Για βλάκες μας περνάς; Ξυπνήσαμε!»
«Για ηρεμήστε λίγο και αφήστε, σας παρακαλώ, τους χαρακτηρισμούς!»
«Γιατί, ρε; Τι νομίζεις; Θα σε φοβηθώ; Τελειώσατε!», συμπλήρωσε κάνοντας ένα μετριοπαθές προγνωστικό ως προς το αποτέλεσμα για να ξεσπάσει στη συνέχεια σε ένα γέλιο τόσο δαιμονικό που θα το ζήλευε και η πιο κακιά από τις κακές τις μάγισσες.
Εκείνη τη στιγμή μόλις συνειδητοποίησα πως κάποιοι έβλεπαν στο πρόσωπο του αντιπροσώπου της δικαστικής αρχής την ίδια την απερχόμενη κυβέρνηση και όλα τα καθεστωτικά χαρακτηριστικά που η δεκαετής παρουσία της είχε αναπόφευκτα προσδώσει.

Λίγες μέρες μετά θα έπεφτα ξανά θύμα κάποιας παρόμοιας παρεξήγησης, λίγο ανεστραμμένης. Το επόμενο σαββατοκύριακο μετά τις εκλογές, ανέβηκα στο Βόλο και πήγα με κάποιους φίλους για καφέ στο Πήλιο. Καθίσαμε στις Μηλιές σε ένα πολύ ωραίο μαγαζί και εκεί έκανα το λάθος να ανάψω το τσιγάρο μου, την ώρα που περνούσε το προσωπικό από το τραπέζι μας. Είχα μαζί μου έναν μικρό γαλάζιο αναπτήρα διαφημιστικό πού έφερε το χαρακτηριστικά παλιομοδίτικο λογότυπο του κόμματος που μόλις είχε ανεβεί στην εξουσία. Ούτε και που θυμόμουν που τον είχα βρει και προφανώς μάλλον τον είχα κατά λάθος κλέψει σε κάποιο μπαρ την προηγούμενη βραδιά. Η σερβιτόρα, όμως, μόλις τον είδε αφηνίασε. «Εντάξει! Μπράβο! Κερδίσατε! Κρύψε τώρα τον κωλοαναπτήρα σου, να πούμε!»

Το βράδυ της Κυριακής των εκλογών, όταν τελειώσαμε την καταμέτρηση των ψήφων, τη συμπλήρωση των πρακτικών και την παράδοση των αποτελεσμάτων κι ύστερα από μια μακρά και επώδυνη περιπλάνηση στους δρόμους του Πειραιά και της Αθήνας, άφησα την εξουθενωμένη πια Μαρίτα στο σπίτι της και πήγα στο Χαλάνδρι. Η φίλη μου, όταν με είδε, το πρώτο που με ρώτησε ήταν, γιατί φοράω ακόμα τη γραβάτα μου. Κι ενώ εγώ την έλυνα, συμπλήρωσε κάτι που άργησα λίγο να καταλάβω:
«Είσαι πολύ όμορφος ντυμένος δικηγόρος, αλλά νομίζω πως μάλλον δε σου πάει.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου