Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

το τηλεοπτικό μου βιογραφικό

Όταν ήμουν μικρός έβλεπα τηλεόραση φανατικά. Μου άρεσε ένα τηλεπαιχνίδι που λεγόταν Κόκκινοι Γίγαντες και Άσπροι Νάνοι, η Οδύσσεια του Διαστήματος (το κινούμενο σχέδιο), η Φρουτοπία και το υπεργαμάτο Μυστήριο του Χρυσού Πιθήκου.
Στην εφηβεία με πέτυχε ο ερχομός της δορυφορικής στη χώρα μας. Όσοι θυμούνται τις νυχτερινές εκπομπές του αρ-τι-ελ, καταλαβαίνουν τι εννοώ.
Όταν ήμουν φοιτητής δεν είχα –από άποψη και καλά– τηλεόραση, αλλά κάθε τριτοτέταρτο πήγαινα σε έναν φίλο και βλέπαμε τσάμπιονς λιγκ τρώγοντας κάτι πίτσες που ακόμα δεν έχω καταφέρει να χωνέψω.
Όταν ήμουν φοιτητής, επίσης, μια φορά πήγα και έπαιξα σε ένα τηλεπαιχνίδι. Και κέρδισα.
Πριν από τις εκλογές του 2000 εμφανίστηκα για δεύτερη φορά σε τηλεοπτική εκπομπή, παριστάνοντας, μαζί με δύο φίλους μου, το αυθόρμητο κοινό και έκανα μια υπαγορευμένη από τη διεύθυνση της εκπομπής ερώτηση σε έναν πολιτικό, ο οποίος με εντυπωσίασε από τον τρόπο που υποτίθεται ότι αιφνιδιάστηκε – μεγάλο ταλέντο. Πληρωθήκαμε για αυτό, αλλά δεν θυμάμαι πόσα πήραμε.
Όταν, μετά τις σπουδές, γύρισα στον Βόλο, άρχισα να καίγομαι κυριολεκτικά στην τηλεθέαση, μέχρι που χάλασε, ευτυχώς, κάποια στιγμή η συσκευή και βαρέθηκα να την αντικαταστήσω. Στο μεταξύ όμως...
Μια-δυο φορές έφυγα από το σπίτι και αντί για το κινητό πήρα μαζί μου το τηλεκοντρόλ.
Μια άλλη φορά είδα σε πλάνα αρχείου τον εαυτό μου να περιφέρεται έξω από το φλεγόμενο Πολυτεχνείο και πίστεψα ότι είμαι δισυπόστατος.
Επίσης, για αρκετό καιρό δειπνούσα πάντα βλέποντας τα βραδινά δελτία των ειδήσεων. Τότε νομίζω ότι άρχισα να παίρνω και βάρος.
Αν θεωρείτε ελιτισμό το να δηλώνει κάποιος ότι δεν βλέπει ή ακόμα χειρότερα ότι δεν έχει στο σπίτι τηλεόραση, πώς σας φαίνεται αυτό: Τα τελευταία πέντε-έξι χρόνια (εκτός από κάτι ποδόσφαιρα που πάω και τα βλέπω σε καφετέριες) έχω δει τηλεόραση όλες κι όλες τρεις φορές. Όσες ακριβώς, δηλαδή, έχω εμφανιστεί ο ίδιος σε εκπομπές σχετικές με βιβλία και τέτοια. Και δεν μου άρεσα.
Εντάξει, τηλεόραση τώρα πια δεν βλέπω, αλλά καμιά φορά, όταν βάζω πλυντήριο, τραβάω μια καρέκλα, κάθομαι απέναντι και παρακολουθώ μέσα από το φινιστρίνι τα ρούχα να σαπουνοδέρνονται.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2022

ο υπόλοιπος

Περπατάω στην αγορά. Ένας τύπος περνάει από δίπλα μου τρέχοντας και φωνάζοντας «τα όνειρά μου, ρε, τα όνειρά μου...». Στην αρχή νομίζω ότι μιλάει στο τηλέφωνο, κι όπως το συνηθίζω, προσπαθώ να μαντέψω τον υπόλοιπο διάλογο. Λίγο μετά ο τύπος σταματάει να φωνάζει. Κοντοστέκεται και έτσι μου δίνεται η ευκαιρία να τον φτάσω. Ενώ περνάω τώρα εγώ από δίπλα του, τον βλέπω να έχει στο χέρι ένα κομμάτι χαρτί και να το κοιτάζει σαστισμένος. Απέναντι, ένας έμπορος έχει βγει στο κατώφλι του καταστήματός του και χαμογελώντας χτυπάει με το δείκτη τον κρόταφό του, σαν να λέει «είναι τρελός ο άνθρωπος». Αν και το ξέρω πως υπάρχει κίνδυνος να μπλέξω, ρωτάω τον «άνθρωπο» μήπως χρειάζεται βοήθεια. Αυτός, μου δίνει το χαρτί, χωρίς να με κοιτάξει, και επαναλαμβάνει, διακριτικά και χαμηλόφωνα αυτή τη φορά «τα όνειρα, τα όνειρά μου...». Το χαρτί είναι γεμάτο αριθμούς, προσθέσεις κι αφαιρέσεις. Σκέφτομαι ότι έχω μπροστά μου ένα μυστήριο που πρέπει να λύσω επειγόντως, αλλά δεν έχω ιδέα από πού πρέπει να ξεκινήσω. Διστάζω και καθυστερώ. Αυτός αρπάζει ξανά το χαρτί από τα χέρια μου και συνεχίζει να τρέχει και να μιλάει μόνος του. Εγώ συνεχίζω να προσπαθώ να μαντέψω τον υπόλοιπο διάλογο που γίνεται εκεί μέσα στο κεφάλι του. Στο κατώφλι του καταστήματος απέναντι, η χαμογελαστή μορφή του εμπόρου σβήνει σιγά σιγά κι εξαφανίζεται. Στο τέλος, αντί για το χαμόγελό του, μένει μονάχα ένα δάχτυλο που συνεχίζει να χτυπάει περιπαικτικά πάνω σε κάποιο όνειρο, ρε, σε κάποιο όνειρο αόρατο.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2022

άνω-κάτω πόλη

Είμαι στη Θεσσαλονίκη τον Δεκαπενταύγουστο και τριγυρνάω στην έρημη πόλη βγάζοντας φωτογραφίες. Όσοι από τους εναπομείναντες κατοίκους με προσέχουν, με κοιτάζουν με βλέμμα άλλοτε καχυποψίας και άλλοτε συμπόνιας.
Ανεβαίνω στην Άνω Πόλη. Βρίσκω κάπου ένα σύνθημα ερωτικού περιεχομένου. Μου αρέσει. Ενώ το τραβάω, ακούω μια φωνή: «Εγώ το έγραψα αυτό!». Γυρίζω και βλέπω έναν νεαρό φραπεδοφόρο να κάθεται στο μπαλκόνι του και να χαμογελάει περήφανος. «Καλό», του λέω και του ξαναγυρνάω την πλάτη. «Όλοι όσοι περνάνε από εδώ», συνεχίζει, «στέκονται και το προσέχουν. Όλοι εκτός από αυτήν για την οποία το έγραψα». Α, εδώ υπάρχει ιστορία, σκέφτομαι. «Μένει εδώ, στην γειτονιά, η αυτή;» ρωτάω. «Δεν έχω ιδέα. Αλλά δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα περάσει και από εδώ και θα το δει». «Και πώς θα καταλάβει, ρε φίλε, ότι το έγραψες για πάρτη της;». «Εντάξει, ας κάνει κάτι και αυτή. Ας το δουλέψει λίγο...» μου απαντάει, χωρίς χαμόγελο ετούτη τη φορά, και αμέσως επιστρέφουμε εκείνος στον καφέ κι εγώ στην κάμερά μου.
Το καλοκαίρι στις άδειες πόλεις μιλάει με παραβολές, συμπεραίνω, καθώς κατηφορίζω ξανά προς τη θάλασσα με τον ήλιο να βαράει κατακούτελα εμένα κι αυτήν την ιστορία.

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

το πρότζεκτ

Πήγα, πριν λίγες μέρες, να παρακολουθήσω μια πολύ μοντέρνα παράσταση-περφόρμανς. Ωραία ήτανε, δεν λέω, αν και δεν κατάλαβα και πολλά. Δεν θέλω να κατηγορήσω τους καλλιτέχνες – ίσως και να έφταιγα εγώ που δεν ήμουν και πολύ συγκεντρωμένος. Είναι που η όλη φάση γινόταν σε υπαίθριο χώρο και μέχρι να το λήξουν με είχαν φάει τα κουνούπια. Κάποια στιγμή, μου φάνηκε ότι από όλο το κοινό μονάχα εγώ ήμουν αυτός που ξυνόμουν και αυτοχαστουκιζόμουν. Δεν είμαι σίγουρος, ωστόσο, αν τα κουνούπια τσιμπούσαν μόνο εμένα ή αν όλοι οι υπόλοιποι δεν διαμαρτύρονταν επειδή τα θεωρούσαν και αυτά μέρος του όλου πρότζεκτ.
Κάθε φορά, πάντως, που παρακολουθώ κάτι παρόμοιο, θυμάμαι που είχα επισκεφτεί, πριν πολλά χρόνια, ένα εκτροφείο στρουθοκαμήλων στην Ηλεία. Μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση η περίφραξη μες στην οποία ήταν μαντρωμένα τα εξωτικά πτηνά και η οποία δεν ήταν παρά ένα σύρμα δεμένο σε ύψος γύρω στο ενάμισι μέτρο. Οι στρουθοκάμηλοι το πλησίαζαν και μόλις έβρισκαν με το λαιμό τους πάνω του, έκαναν μεταβολή και γύριζαν πίσω. Όλοι γελούσαν με το θέαμα και έλεγαν, μα πόσο χαζά πουλιά είναι αυτά, που δεν μπορούν να καταλάβουν ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να σκύψουν λίγο για να αποφύγουν αυτό το ασήμαντο εμπόδιο που τους στερεί την ελευθερία τους. Στην πραγματικότητα όμως όλο αυτό δεν ήταν παρά μια επίσης παράσταση-περφόρμανς που είχε στήσει η φύση σε συνεργασία με τον δαιμόνιο πτηνοτρόφο ως σχόλιο για την ηττοπάθεια και την παραίτηση που γεννά το όλο πρότζεκτ της ψευδαίσθησης πως τα εκάστοτε δεσμά μας είναι πάντα τόσο σκληρά και ανυπέρβλητα.