πριν δυο μηνες, στην αργαλαστη. αργα το απογευμα. περπαταω στα καλντεριμια κ παω να βρω στην πλατεια την παρεα μου. βλεπω μια ηλικιωμενη να καθεται εξω απο το σπιτι της κ να ακουει διαφημισεις στο ραδιοφωνο. απεναντι της ενας τυπος με κρεμασμενη μια φωτογραφικη μηχανη στον λαιμο του κοιταζει μια αυτη κ μια το σπιτι. το σπιτι ειναι πετρινο, παλιο, παρατημενα ομορφο. ο τυπος πλησιαζει τη γυναικα κ τη ρωταει στα αγγλικα αν θα μπορουσε να το φωτογραφισει. αυτη δεν καταλαβαινει τι της λεει. ο τυπος επαναλαμβανει την ερωτηση αργα, συλλαβιστα, συνοδευοντας τη με πλατιες κινησεις. η γυναικα τωρα μαλλον κανει οτι δεν καταλαβαινει, γιατι οταν σου δειχνουν μια φωτογραφικη μηχανη κ επειτα ενα σπιτι τι αλλο θα μπορουσε να σημαινει αυτο; ο τυπος διατυπωνει την ερωτηση τριτη φορα κ η γιαγια με βλεπει τοτε να περναω απο διπλα τους κ με ρωταει: "τι λεει αυτος εδω;" "θελει να βγαλει φωτογραφια το σπιτι σας", της λεω. "γιατι;" ρωταει αυτη. τι γιατι; τι ερωτηση ειναι αυτη; ντρεπομαι κ να τη μεταφρασω, οποτε απανταω εγω αυθαιρετα: "γιατι του αρεσει". "ενταξει", συναινει, "πες του μονο να μου αφησει τη διευθυνση του φευγοντας. αν παω ποτε απο τα μερη του να περασω να φωτογραφισω κ εγω το δικο του σπιτι". τωρα σειρα του τυπου να με ρωτησει τι λεει η γυναικα. πού παω κ μπλεκω, σκεφτομαι. τελος παντων, του μεταφραζω τα παντα, κατα λεξη. αυτος χαμογελαει, βγαζει ενα μπλοκακι απο την τσαντα του, γραφει κατι, σκιζει τη σελιδα κ της τη δινει. η γηραια πηλιορειτισσα κανει πως τη διαβαζει κ μονολογει: "α, μακρυα μενει.. πολυ μακρυα". υστερα διπλωνει το χαρτακι, το βαζει στην τσεπη της κ σηκωνεται για να απελευθερωσει απο την παρουσια της το πλανο. "οχι, καθιστε, καθιστε, σας παρακαλω", της λεει ο τουριστας ευγενικα. αυτη τη φορα η γυναικα δεν περιμενει τη μεταφραση. "πες του", μου λεει, "εγω ακομα ειμαι μικρη. ακομα δεν εχω γινει αξιοθεατο
Τρίτη 31 Αυγούστου 2021
Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021
η σανίδα
Εδώ και τρεις μέρες, παίρνω συνέχεια τηλέφωνο σε μια υπηρεσία για να κάνω μια ερώτηση. Εννοείται ότι δεν το σηκώνουν ποτέ. Έχω αρχίσει να προβληματίζομαι και να ανησυχώ. Μήπως έχω λάθος νούμερο; Μήπως η υπηρεσία καταργήθηκε; Μήπως έχουν αναγνώριση κλήσεων και δεν απαντάνε προσωπικά σε μένα; Μήπως δεν με αγαπάει πια κανείς; Κάποια στιγμή λέω: ε, δεν πάει άλλο, τελευταία φορά και μετά τα παρατάω. Παίρνω. Τα ίδια. Τους βαρέθηκα. Ας μείνω με την απορία.
Λίγο πριν το κλείσω, ακούω μια φωνή να λέει: «Ναι, ποιος είναι;» Αιφνιδιάζομαι τόσο που δεν ξέρω τι να πω. Δεν θυμάμαι καν για ποιο λόγο καλώ τρεις μέρες τώρα αυτό το νούμερο. Λέω κάτι ασυνάρτητο, του τύπου: «Ναι, γεια σας. Καλημέρα… καλησπέρα, δηλαδή. Συγγνώμη… μήπως παίρνω ακατάλληλη ώρα;» Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής συνεχίζει να με εκπλήσσει: «Γιάννη, εσύ είσαι;» Ναι, εγώ είμαι, είναι η αλήθεια, αλλά επειδή δεν είμαι ο μοναδικός έλλην πολίτης που φέρει αυτό το εξαιρετικά σπάνιο όνομα, διστάζω να απαντήσω θετικά. «Με συγχωρείτε... Έχω καλέσει στην υπηρεσία...;» Δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω την ερώτηση και η φωνή με ξαναρωτάει: «Γιάννη; Εσύ δεν είσαι; Τι κάνεις, ρε συ; Τι έπαθες;» Εντάξει, σκέφτομαι, δεν μπορώ να κρύβομαι για πάντα. Και έπειτα, ποιός ξέρει, μπορεί να έχουν αρχίσει να προσλαμβάνουν άτομα με ειδικές υπερδυνάμεις που βλέπουν και καταλαβαίνουν πράγματα που το δικό μας το μυαλό δεν τα χωράει ακόμα. «Ναι, εγώ είμαι», του λέω. «Όλα καλά. Λίγο ο λαιμός μου με πονάει, αλλά εντάξει, θα φταίει μάλλον ο καιρός.» «Να μην καπνίζεις τόσο πολύ και να μην πίνεις παγωμένα νερά και βάλε και τη μαμά να σου φτιάξει καμιά σουπίτσα», με συμβουλεύει η εθνική υπηρεσία καταπολέμησης του πονόλαιμου, διαρρηγνύοντας οριστικά κάθε επαφή με τη μίζερη πραγματικότητα. «Συγγνώμη, μάλλον έχω πάρει λάθος», του λέω. «Κανένα λάθος», με καθησυχάζει αυτός λίγο πριν μου το κλείσει. «Να παίρνεις όποτε θέλεις. Και θα περάσω κανένα βράδυ να τα πούμε κι από κοντά.»
Εντάξει, σίγουρα πήρα λάθος νούμερο, αλλά καλού κακού λέω να καρφώσω καμιά σανίδα παραπάνω απόψε στα παράθυρα. Αχρείαστη να είναι.
x
Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021
Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021
τα φρένα
Παίρνω ταξί από τα Κτελ για να πάω σπίτι. Λιγομίλητος ο οδηγός, περιορίζεται στο να με ρωτήσει μόνο από πού έρχομαι. «Από τα Γιάννενα», του απαντάω. Ο οδηγός το σκέφτεται. Ψάχνει να βρει μια ιστορία που να κολλάει με την απάντηση. Δεν βρίσκει. Αναστενάζει. Τελικά, λέει κάτι άσχετο για τον καιρό ή για την μπάλα ή για τη διάσπαση των νετρονίων… δεν έχει σημασία. Λίγο μετά, και ενώ περνάμε από το κέντρο, ο οδηγός φρενάρει απότομα μπροστά σε μία διασταύρωση. Τρομάζω. Γυρνάω και τον κοιτάω. Τον βλέπω να σταυροκοπιέται. Κοιτάω ξανά μπροστά. Κανείς. Ούτε πεζός ούτε όχημα ούτε καν αδέσποτο. «Παρά λίγο», λέει ξεφυσώντας ο ταξιτζής. «Παρά λίγο τι;» ρωτάω, βγάζοντας ήδη να πληρώσω, κι ας βρισκόμαστε ακόμα στα μισά της διαδρομής. «Παρά λίγο να ζήσουμε», μου απαντάει. Κάποιος κορνάρει από πίσω, μάλλον με απορία.
Το ταξί αρχίζει πάλι να κινείται. Πίσω, δίπλα, μπροστά, παντού τριγύρω μας, η ζωή κρατάει αποστάσεις.
45
-Συγγνώμη, κύριε… θα μου δώσετε ένα τσιγάρο;
-Όχι.
-Όχι; γιατί;
-Τι γιατί; Ποσό χρονών είσαι, ρε;
-Πέντε.
-Δεν νομίζεις ότι είσαι λίγο μικρός για να καπνίζεις;
-Εσύ ποσό είσαι, δηλαδή;
-Σαράντα πέντε.
-Αλήθεια; Δεν σου φαίνεται… Τόσο είναι ο πάππους μου.
-Α, ωραία. Καπνίζει ο πάππους σου;
-Κάπνιζε.
-Το έκοψε;
-Όχι. Πέθανε.
-Όλο και καλυτέρα... Αρά τόσο ήταν ο πάππους σου. Δεν είναι πια.
-Όχι, ακόμα σαρανταπέντε είναι.
-Πώς γίνεται αυτό;
-Οι πεθαμένοι δεν μεγαλώνουν άλλο. Δεν το ξέρεις αυτό, σαρανταπέντε χρονών άνθρωπος;
Σάββατο 10 Ιουλίου 2021
οι φωνές από δίπλα
Ακούω έξω στον δρόμο φασαρία και βγαίνω στην πόρτα να δω τι παίζει. Δεν βλέπω τίποτα. Ξαναμπαίνω μέσα. Η φασαρία, όμως, συνεχίζεται. Σηκώνομαι και βγαίνω πάλι έξω. Μαζί με μένα έχουν βγει όλοι σχεδόν οι γείτονες στις πόρτες των καταστημάτων και από πάνω στα μπαλκόνια τους. Κοιταζόμαστε όλοι με απορία. Ακούμε φωνές, αλλά ούτε βλέπουμε κανέναν να φωνάζει ούτε καταλαβαίνουμε πού ακριβώς βρίσκονται αυτοί που μαλώνουν. Και όμως, μοιάζει σαν να είναι δίπλα μας, εκεί, ανάμεσά μας. Ολόκληρη η γειτονιά είναι στα πρόθυρα της ομαδικής παράκρουσης.
Όσο περνάει η ώρα, τόσο η ένταση αυξάνεται. Τώρα, οι αόρατοι καβγατζήδες δεν μαλώνουν απλώς. Σφάζονται. «Ρε παιδιά, κάτι να κάνουμε», πετάγεται ένας γείτονας. «Και τι να κάνουμε, ρε φιλέ;» του λέει ο διπλανός του. «Να φωνάξουμε την αστυνομία», προτείνει ένας τρίτος. «Δεν είναι δική μας δουλεία», ένας άλλος παρεμβαίνει. «Από εκεί, από την πολυκατοικία απέναντι, ακούγονται. Να ανέβουμε να δούμε τι συμβαίνει», προτείνει κάποιος. «Κι εσένα τι σε νοιάζει;» άλλος την πρότασή του αμέσως απορρίπτει.
Κουβέντα στην κουβέντα, αρχίζει να τσακώνεται ολόκληρη η γειτονιά. Φανερώνεται ο χαρακτήρας του καθενός. Ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα, αλλά και ολόκληρο το φάσμα των πολιτικών αντιλήψεων μιας κοινωνίας, διά ασήμαντο -που λένε- αφορμή, αποκαλύπτεται. Τώρα η πρώτη, η αρχική φασαρία έχει ξεχαστεί και οι φωνές που μας έβγαλαν στον δρόμο ούτε που ακούγονται. Και όμως, με έναν τρόπο παράδοξο, το μυστήριο των αόρατων καβγατζήδων λύνεται: Τελικά εμείς ήμασταν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
