Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

ο αυτοκρατορας της αρμενιας

-ακου, ρε φιλαρακι. ακους;
-ναι.
-θα φτιαξουν, λεει, κεντρο υποδοχης των μεταναστων στη θεσσαλονικη.
-ναι.
-τι ναι; συμφωνεις;
-α, πρεπει να πω κ τη γνωμη μου;
-ε, ναι.. ελληνας δεν εισαι;
-ναι.
-θα μας τους κουβαλησουν ολους αυτους εδω κ να μου το θυμηθεις.. αυτοι δεν προκειται να φυγουν. αυτοι.. θα μεινουν εδω κ θα ανθελληνισουν την πολη μας.
-αφελληνισουν.
-ε;
-αφελληνισουν θες να πεις.
-αυτο, ναι.. δεν ξερω τι ακριβως σημαινει, αλλα το ειπε ο μητροπολιτης.
-σημαινει οτι θα μας κανουν ολους αφελεις.
-αφελεις, ε; βλακες, δηλαδη.
-ναι.
-ε, οχι ρε φιλαρακι. πρεπει να αντιδρασουμε. ο καθενας οπως μπορει.. ξερωγω.. εσυ εισαι κ μορφωμενος.. τι κανεις εσυ; πώς αντιδρας;
-για να αποφυγω τον αφελληνισμο;
-ε, ναι.
-λυνω σουντοκου.
-ρε συ, με δουλευεις; πρεπει κατι να κανουμε.. η πολη εχει ιστορια. να, δες τα ονοματα των δρομων της.. ολα ελληνικα.. εγνατιας, αγιου δημητριου, τσιμισκη..
-ο τσιμισκης ηταν αρμενιος.
-τι ηταν, λεει, ο τσιμισκης;
-αρμενιος.
-τι αρμενιος, ρε φιλαρακι.. αυτοκρατορας δεν ηταν;
-ναι.
-ε, τι σοϊ αυτοκρατορας ηταν τοτε; της αρμενιας;
-οχι της ελλαδας, παντως.
-φιλαρακι, θα τα χαλασουμε.. δεν μου τα λες ωραια.
-καλα, ασε με εδω τοτε.. θα συνεχισω με τα ποδια.
-οχι, ρε συ.. που θα σε αφησω μεσα στη βροχη.. παπι θα γινεις. δεν πειραζει.. κ συγγνωμη κιολας, αμα σε προσεβαλα. σε ειδα με το βιβλιο κ ειπα, να.. διαβαζει ο ανθρωπος.. θα ξερει κατι παραπανω.
-ενταξει.. ολα καλα.
-να σε ρωτησω κατι τελευταιο; κ δεν ξαναμιλαω.. σου το ορκιζομαι.
-αντε, λεγε.
-αληθεια, με τα σουντοκου γινεται δουλεια; γιατι με ολα αυτα που ακουω ολη τη μερα μεσα στο ταξι.. δεν τη γλιτωνω αυτην.. την αφελληνωση, προσεληνωση.. πώς την λενε..

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

ποτε ακριβως πεθανε ο κερτ κομπεϊν;

ειδα καπου οτι προχθες ηταν η επετειος γεννησης του κερτ του κομπεϊν κ θυμηθηκα μια συναρπαστικα γελοια ιστορια απο τις εξωτικες βρυξελλες:

πριν απο μερικα χρονια, λοιπον, ημουν με την εκει παρεα μου σε ενα μπαρ κ τα πιναμε. η παρεα ηταν αρκετα μεγαλη κ οι περισσοτεροι ηταν ελληνες. διπλα μας καθοταν μονος του ενας περιεργος τυπος που μας κοιτουσε αδιακριτα κ εμοιαζε σαν να παρακολουθει την κουβεντα μας. καλα, δεν συζητουσαμε κ τιποτα σοβαρο, αλλα καποια στιγμη, δεν θυμαμαι πώς, η κουβεντα εφτασε στον συγχωρεμενο τον κερτ, οποτε κ ενας απο τους φιλους ανεφερε πως οταν πεθανε, την επομενη μερα στο σχολειο του ολες οι συμμαθητριες του κλαιγανε απαρηγορητες. "ποιο σχολειο, ρε παπαρα;", τον διεκοψε τοτε ευγενικα ενας αλλος απο την παρεα, "οταν πεθανε ο κομπεϊν, εσυ ουτε νηπια δεν πηγαινες". "τι λες, ρε γελοιε.. που θα μου πεις εσυ εμενα ποτε πεθανε ο κερτ..", του απαντησε εγκαρδια ο πρωτος. επειδη δεν ειχα κ πολλα να συνεισφερω στον γονιμο αυτον διαλογο κ επειδη στο μεταξυ ειχα κ καπως χαρμανιασει -μολις που ειχε επιβληθει ο αντικαπνιστικος στο βελγιο- βγηκα εξω να κανω ενα τσιγαρο. μαζι με μενα, ομως, σηκωθηκε κ ο τυπος απο διπλα, ο περιεργος που λεγαμε, κ με ακολουθησε, για να επιβεβαιωθει για ακομα μια φορα η ισχυς του μαλακομαγνητη που κουβαλαω παντα πανω μου.

"καλησπερα σας", μου ειπε, μολις βρεθηκαμε μονοι εξω στο πεζοδρομιο.
"α, ελληνας κ εσεις;" του απαντησα διεκπεραιωτικα.
"ναι, ομογενης εκ ρωσιας, αλλα τωρα ζω στην αμερικη".
"α.. απο τη μοσχα στο σουπερ μαρκετ, ε;" εκανα εγω τη σινεφιλ αναφορα μου, η οποια κ βαρεσε στον γαμο του καραγκιοζη.
"οχι, απο την τασκενδη, αλλα τωρα μενω στο σικαγο κ συνεργαζομαι εκει με την ελληνορθοδοξη μαφια."
πνιγομαι εγω με τον καπνο, βηχω, χαροπαλευω για λιγη ωρα, αλλα τελικα συνερχομαι. "τι εννοειτε; πώς συνεργαζεστε, δηλαδη;"
"προσφερω τις υπηρεσιες μου ως μεντιουμ."
"α.. οκ."
"δεν με πιστευετε, ε; αν θελετε, εχω μαζι μου αποδεικτικα στοιχεια." κ αμεσως αρχισε να αδειαζει τις τσεπες του.
τα "αποδεικτικα στοιχεια" που μου προσκομισε ηταν τα εξης:
α. ενα παλαιο σοβιετικο διαβατηριο, με το αστερι του, το σφυροδρεπανο του.. κομπλε,
β. μια φωτογραφια του με τον πατριαρχη βαρθολομαιο,
γ. μια φωτογραφια του με την αντζελα δημητριου ή με καποια που της εμοιαζε αφορητα,
δ. ενας ευμεγεθης ξυλινος σταυρος, απο αυτους που παιζουν συνηθως σε ταινιες με εξορκιστες,
ε. μια επαγελματικη καρτα, που παιζει οντως να ειχε το ονομα του πανω, το οποιο ομως παραδοξως βρισκοταν κατω απο το σημα των σταρμπακσ,
στ. ενα πολυμορφικο κομποσχοινι-κομπολοϊ.
"πολυ ενδιαφεροντα ολα αυτα", του ειπα, "αλλα, με συγχωρειτε, πρεπει να επιστρεψω στη μιζερη πραγματικοτητα."
"καλως.. αν παντως εσεις ή οι φιλοι σας χρειαζεστε βοηθεια, ειμαι στη διαθεση σας", μου ψιθυρισε συνωμοτικα αυτος για να συμπληρωσει αμεσως οσο πιο ταπεινα γινοταν, "ξερετε, μπορω κ επικοινωνω με τους νεκρους."
"ναι, μωρε, ενταξει, να τα λεμε τωρα που γνωριστηκαμε", τον αποχαιρετησα με ενθουσιασμο κ επεστρεψα στο εσωτερικο του μπαρ κ την παρεα μου.

εκει η διαφωνια σχετικα με την ημερομηνια θανατου του αδικοχαμενου ροκσταρ ειχε λαβει πλεον διαστασεις εμφυλιας συρραξης, διαταρασσοντας βαναυσα τη μελαγχολικη νιρβανα της βρυξελλιωτικης νυχτερινης ζωης. σκεφτηκα πως κατι επρεπε να κανω για να ηρεμησω καπως τα πνευματα κ τοτε, κοιταζοντας τον ελληνορωσοαμερικανο μεντιουμ, που ειχε στο μεταξυ επιστρεψει κ αυτος στο στασιδι του, μου ηρθε μια ιδεα. "κυριε μεντιουμ", του φωναζω, "συγγνωμη, μηπως μπορειτε να μας βοηθησετε, εσεις που ξερετε απο αυτα; μηπως μπορειτε να επικοινωνησετε με το πνευμα του κερτ του κομπεϊν κ να τον ρωτησετε ποτε ακριβως εφυγε απο τον ματαιο ετουτο κοσμο;" "ε.. οχι, ρε παιδια.. αν ειναι δυνατον..", μου απανταει αυτος βαρια προσβεβλημενος, "δεν παιζουνε, ρε παιδια, με αυτα τα πραγματα.. κ επειτα, υπαρχει κ η γουικιπηντια.."

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

ο κυριος νικολαϊδης

καθε φορα που ακουω οτι οι αγροτες ξεκινουν κινητοποιησεις κ κλεινουνε τους δρομους, θυμαμαι την πιο εξωφρενικη, ισως, ιστορια που μου εχει τυχει ανεβοκατεβαινοντας το εθνικο οδικο μας δικτυο.

ητανε ο χειμωνας του 2009, εαν δεν κανω λαθος, κ εγω ταξιδευα απο την αθηνα προς το βολο. ηταν πρωι ακομα οταν επεσα πανω σε ενα απο τα μπλοκα των αγροτων, που βρισκοταν στο υψος των θερμοπυλων. ακολουθωντας τις οδηγιες των αστυνομικων, αφησα την παθε κ βγηκα σε εναν επαρχιακο παραδρομο, ο οποιος θα με πηγαινε, λεει, προς τον βορρα, αφου θα παρεκαμπτα τον μισο μαλιακο κ μαζι με αυτον την αγροτια που φυλαγε -κυριολεκτικα κ μεταφορικα- τις θερμοπυλες της. σε αντιθεση ομως με τον ξερξη, ο εφιαλτης μου δεν ηταν μαλλον κ τοσο αξιοπιστος, κ υστερα απο λιγο βρεθηκα να προσπαθω να διωξω με την κορνα μου απο το οδοστρωμα ενα κοπαδι προβατα, που ειχαν στησει εκει το δικο τους μπλοκο, με αγνωστα μεχρι στιγμης αιτηματα.

τελος παντων καποια στιγμη μεσημεριασε κ πεινασα. σταματησα σε μια καντινα να προμηθευτω λιγα σουβλακια/καλαμακια (χρησιμοποιω εδω κ τους δυο ορους, αφου γεωγραφικα βρισκομουν στο γαστρονομικο μεταιχμιο), μα οταν γυρισα στο αμαξι μου, ειδα να με περιμενει μια εκπληξη. ενας ευτραφης κ καλοντυμενος κυριος στεκοταν διπλα στην πορτα του συνοδηγου κ μου χαμογελουσε. με το ενα χερι του ηδη επιανε το χερουλι της πορτας, ενω στο αλλο κρατουσε τη δερματινη θηκη καποιου μουσικου οργανου (κλαρινου προφανως). "θελετε κατι", ρωτησα. "ειμαι ο κυριος νικολαϊδης", μου συστηθηκε (τρελαινομαι οταν καποιος συστηνεται απο μονος του ως "κυριος"), "θα με πεταξεις μεχρι την σπερχειαδα, παληκαρι μου;" "εγω παω στον βολο", του απαντησα, "να σας πεταξω, αλλα ξερωγω, ειναι στο δρομο μου;" "ειναι, ειναι..", μου απαντησε κ αμεσως ανοιξε την πορτα του ανταμομπιλ κ στριμωχτηκε στο κοκπιτ του.

μπηκα κ εγω κ αρχισα ξανα να οδηγω, μασουλωντας τα σουβλακια/καλαμακια μου. η σπερχειαδα τελικα, οχι μοναχα δεν ητανε στον δρομο μας, αλλα βρισκοταν τοσο βαθια στην βοιωτικη ενδοχωρα, που ειχα αρχισει να ανησυχω μηπως κ πεσουμε ξανα σε αλλο μπλοκο αγροτων, στη δυτικη ελλαδα ετουτη τη φορα. ο συνοδηγος μου απτοητος, εξακολουθουσε να κοιταζει χαμογελαστος το ασυναρτητο τοπιο, που σφυριζε αδιαφορο εξω απο το παραθυρο. "κυριε νικολαϊδη", του ειπα, "νομιζω οτι με δουλευετε.. να σας αφησω καπου εδω, να παω κ εγω στο σπιτι μου;" "εισαι καλο παιδι", μου απαντησε, "για αυτο κ εγω, για να σε ευχαριστησω, θα σου παιξω ενα απο τα αγαπημενα μου." ανοιξε την δερματινη θηκη, εβγαλε το κλαρινο του κ το συναρμολογησε, εσπρωξε τερμα πισω το καθισμα για να μην βρισκει στο παρμπριζ το χαλκινο κ ενω εγω διαμαρτυρομουν λεγοντας "οχι, αφηστε το, δεν θελω, συγγνωμη.. ειναι υποχρεωτικο;", αρχισε να παιζει το χιτακι του. αν κ εκανε διαολεμενο κρυο, εγω κατεβασα αρον αρον τα παραθυρα, μηπως κ προλαβω να σωσω κανενα απο τα κυτταρα των ακουστικων μου πορων. ελαχιστα μετρα, ομως, μετα ειδα την ταμπελα που ελεγε "σπερχειαδα" κ ηρεμησα. την ωρα εκεινη ο συνοδηγος μου βρισκοταν, νομιζω, στην κορυφωση του κομματιου που επαιζε. τελειως ασυναισθητα εκοψα ταχυτητα, αφηνοντας τον να το ολοκληρωσει. ειχε αρχισει να μου αρεσει, αλλωστε. κ επειτα ποτε θα ξαναταξιδευα εχοντας λαϊβ μουσικη μεσα στο αυτοκινητο;

τον αφησα στην πλατεια του χωριου, κ αποχαιρετωντας τον τον ρωτησα "πώς γυριζω πισω τωρα στην εθνικη οδο;" "συνεχισε", εκεινος μου απαντησε, "στο δρομο σου ειναι ολα.."

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

γύρω από τους αστραγάλους της γ'

γιατί δεν απαντάτε, κύριοι; κρίμα, λυπάμαι, δυστυχώς, δεν έχω άλλη λογική, αλήθεια, μα ακόμα και αν γινόταν να αλλάξω τη λογική μου, τον τρόπο, αν προτιμάτε, που σκέφτομαι και αναλύω τα πράγματα με κάποιον άλλον που ίσως θα σας φαινόταν πιο σωστός, με τον δικό σας ίσως, όχι, δεν θα το έκανα, καλύτερα να έμενα για πάντα κάτω από το πάπλωμα μου με δύο φίδια ανάμεσα στα πόδια μου, ναι, χίλιες φορές καλύτερα, πώς είπατε; είπατε, πρόσεξε τι εύχεσαι; μην το αρνείστε τώρα, το είπατε, σας άκουσα, αυτό πιστεύετε λοιπόν; ότι εγώ φταίω για το μαρτύριο για τη δοκιμασία του κοριτσιού στο χθεσινό μου όνειρο; ότι όλο αυτό δεν είναι παρά κάτι που το ευχήθηκα εγώ και άρα, αφού το ευχήθηκα ή μάλλον και μόνο που το ευχήθηκα, αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να συμβεί και έτσι απλά συνέβη; ή όχι, αφήστε, σας έχω κάτι ακόμα καλύτερο, εγώ ευχήθηκα να μείνω για πάντα, δεν το ξεχνώ αυτό το πάντα, θυμάστε, λέγαμε για τον θεό, θα επιστρέψω σύντομα, ότι ευχήθηκα να μείνω για πάντα εδώ, κάτω από το πάπλωμά μου, με μόνη συντροφιά δυο φίδια, που θα παλεύουνε αιώνια, ναι, αιώνια, από το για πάντα ακούγεται καλύτερα, που θα παλεύουν ανάμεσα στα πόδια μου, κι αφού το ευχήθηκα, μετά αυτό συνέβη, δηλαδή δεν συνέβη ακριβώς, αλλά το είδα να συμβαίνει μέσα στο όνειρό μου, μόνο που κάτι έλειπε, για την ακρίβεια έλειπα εγώ, αφού αντί για μένα κάτω από το πάπλωμα βρισκόταν ένα άγνωστο κορίτσι, με το οποίο το μόνο κοινό που είχαμε ήταν ότι μου έμοιαζε λιγάκι, εντάξει, μάλλον θα έλεγα ότι μου έμοιαζε αρκετά, απλώς ήταν λίγο, ελάχιστα πιο όμορφη από εμένα, αλλά και πάλι, για εσάς που δεν μας έχετε δει ποτέ, ούτε εμένα, εννοώ, μα ούτε και εκείνη, αυτή η ομοιότητα, το ξέρω, δεν σας λέει τίποτα, για εσάς όλα τα κορίτσια κάτω από το πάπλωμά τους ίσως να είναι ίδια, έτσι αφού έχω τη δύναμη να βλέπω να πραγματοποιούνται όλα αυτά που εύχομαι, προτίμησα, έστω την τελευταία στιγμή, να βάλω στη θέση μου μια άλλη, μια που μου μοιάζει αρκετά, μια, ας πούμε, σαν κι εμένα, και κάπως έτσι να υποστώ το μαρτύριο ή να περάσω τη δοκιμασία του ονείρου μου δια αντιπροσώπου, σωστά; αυτό δεν είναι το σενάριο που φτιάξατε; αυτή δεν είναι η ερμηνεία σας; και εντάξει, εντάξει, εγώ να το δεχτώ, αλλά πείτε μου, αλήθεια, σκεφτήκατε καθόλου, πως ίσως και να συνέβη το αντίστροφο; τι πάει να πει τι εννοώ; αυτό που καταλάβατε, να μην ήταν το κορίτσι η αντιπρόσωπός μου, που έζησε, που ίσως ζει ακόμα, μιλάμε για το πάντα, μην ξεχνιόσαστε, που ζει, λοιπόν, τον εφιάλτη μου, αλλά να είμαι εγώ η δική της αντιπρόσωπος που βρίσκομαι τώρα εδώ και σας μεταφέρω, σας περιγράφω, σας αναπαριστώ το δράμα της, γιατί; δεν ξέρω, πείτε μου εσείς, που είστε καλοί στο να κατασκευάζετε σενάρια και υποθέσεις, για να ζητήσω βοήθεια; για να σας δημιουργήσω ενοχές; για να αποσπάσω την προσοχή σας; για να τραβήξω την προσοχή σας, μήπως, και ύστερα να σας μιλήσω για άλλα θέματα, ας πούμε, πιο σημαντικά; ας πούμε, πιο δικά σας; ναι, είπα δράμα, ναι, αυτή τη λέξη χρησιμοποίησα, βλέπω πως το προσέξατε, το ήξερα πως θα σας κάνει εντύπωση, κάποιες λέξεις πάντα κάνουν εντύπωση, εγώ έχω ήδη πει αρκετές λέξεις, αλλά νομίζω ότι οι δύο που σας εντυπωσίασαν πιο πολύ ήταν το πάντα και το δράμα, δεν θέλω να σας απογοητεύσω, αλλά αυτές οι δυο λέξεις δεν γίνεται να λειτουργήσουνε μαζί, η μία δεν πάει με την άλλη, το δράμα θέλει ένα τέλος για να κριθεί, για να δικαιωθεί, για να αποκτήσει νόημα, το πάντα δεν έχει τέλος, πάει να πει δεν έχει και συνέχεια, εξέλιξη, δεν έχει το και τι έγινε μετά, τι θες να έγινε μετά; αφού λέμε για πάντα, για πάντα σημαίνει εκτός του χρόνου, ξέρετε, χωρίς το χρόνο, όμως, το δράμα δεν υπάρχει, συγγνώμη, καταλαβαίνω, σας κάνω να βαριέστε με αυτά τα ακατανόητα, καλύτερα να επιστρέψουμε στο δράμα, λοιπόν, του κοριτσιού, ή μήπως θα προτιμούσατε στο πάντα; καλά, εντάξει, ορίστε, μπερδεύτηκα κι εγώ, ας πάμε καλύτερα πίσω στον θεό και στην τιμωρία που λέγαμε, εντάξει, μην φωνάζετε, δεν λέγαμε, έστω λοιπόν, που έλεγα, ή μάλλον ας τα μοιράσουμε, εσείς φέρατε στην κουβέντα τον θεό κι εγώ την τιμωρία, σωστά; σωστά, ορίστε, την λύσαμε την παρεξήγηση, δικός σας άρα ο θεός, δικιά μου η τιμωρία, ας δεχθούμε ότι τα φίδια είναι η τιμωρία του κοριτσιού του ονείρου μου, ας πούμε ότι είναι ένα είδος ποινής που της επιβλήθηκε από κάποιον, είδατε, αποφεύγω να μπλέξω πάλι τον θεό σας, ας πούμε από κάποιον, ο οποίος κάποιος έχει την εξουσία και τη δύναμη να επιβάλλει τέτοιες ποινές σε αυτούς που τις αξίζουν, τι πάει να πει που τις αξίζουν, κύριοι; που έχουν κάνει κάποιο, είναι βαριά η λέξη, μα ήδη έχουμε σηκώσει άλλες πολλές, βαρύτερες, που έχουν κάνει, λοιπόν, κάποιο, ας πούμε, έγκλημα, ωραία, ποιο θα μπορούσε, άραγε, να είναι το έγκλημα του κοριτσιού αυτού, που να επισύρει, είδατε πώς προσέχω τις λέξεις που επιλέγω να σας πω; που να επισύρει, λέω, τέτοια φριχτή κι απάνθρωπη ποινή; πώς είπατε; ναι, έχετε δίκιο, βιάστηκα να χαρακτηρίζω την ποινή, αλλά το έγκλημα, τη λέξη έστω έγκλημα, δεν φρόντισα ούτε με ένα επίθετο να την προσδιορίσω, διορθώνω, ποιο θα μπορούσε, άραγε ξανά, να είναι αυτό το έγκλημα το ειδεχθές του κοριτσιού, που έκανε τον αόρατο κριτή να φτάσει στο σημείο να επιβάλει τόσο βαριά ποινή μέσα στο όνειρό μου; τώρα δικαίως δεν απαντάτε και σωπαίνετε, άλλωστε, αυτό είναι αδύνατο να το γνωρίζετε εσείς, αλλά, εντάξει, μπορείτε, νομίζω να κάνετε μια υπόθεση, μα ελάτε τώρα, σας παρακαλώ, τολμήστε, δοκιμάστε, έτσι κι αλλιώς, δεν έχετε να χάσετε απολύτως τίποτα, ούτε ο λόγος σας δεν πρόκειται να θεωρηθεί ως αμφισβήτηση της κρίσης του δικαστηρίου ούτε θα αλλάξει κάτι από την ουσία, από τα δεδομένα της υπόθεσης, ελάτε, κουβέντα κάνουμε, πείτε μου, σας ακούω, ποια υπόθεση; ποιο δικαστήριο; ελάτε τώρα, και πώς ξεφύτρωσε αυτή η ποινή; έτσι, από το πουθενά, νομίζετε; πάντα προηγείται η δίκη της ποινής, και της ποινής πάντα προηγείται το έγκλημα, είδατε; εδώ το πάντα ταιριάζει, λειτουργεί, αλήθεια, απορώ γιατί δεν το σκεφτήκατε, ο νόμος, κύριοι, το σύστημά του και ο μηχανισμός, να κάτι που υπάρχει σίγουρα για πάντα, το ξέρω, ακούγεται σαν γρίφος, σαν μυστήριο, αφού το όνειρο ξεκίνησε με το κορίτσι να βρίσκεται εδώ επάνω στο κρεβάτι μου και να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά, όχι δεν ήτανε νεκρή, δεν ήτανε θανατική ποινή αυτό που της επέβαλαν, ήταν κάτι χειρότερο, αφού το όνειρο, λοιπόν, ξεκίνησε, εδώ, επάνω στο κρεβάτι, με το κορίτσι κάτω από αυτό το πάπλωμα, και με δυο φίδια ανάμεσα στα πόδια του, πώς θα μπορούσατε εσείς με αυτό το δεδομένο να φανταστείτε όλα όσα προηγήθηκαν; έτσι δεν είναι, κύριοι; όχι, δεν είναι έτσι, σας είπα, εντάξει, ίσως δεν με προσέχατε, σας είπα ότι το όνειρο αυτό το ονειρεύτηκα μέσα σε ένα άλλο όνειρο, θυμάστε τι σας είπα; ότι είχα πέσει χθες να κοιμηθώ; ότι κοιμήθηκα και είδα ένα όνειρο; ότι στο όνειρο αυτό ήμουνα πάλι, λέει, εγώ; ότι και μέσα στο όνειρο και πάλι εγώ κοιμόμουν; ότι εκεί, μέσα στον ύπνο του ύπνου μου, έβλεπα ένα άλλο όνειρο μέσα στο όνειρό μου; ποιος το επέβαλε αυτό το δεύτερο το όνειρο; μήπως αυτός ο ίδιος που επέβαλε και την ποινή; μήπως, αν ήταν η ποινή το δεύτερο το όνειρο, το πρώτο όνειρο ήταν το δικαστήριο; και μήπως τότε το έγκλημα αυτό, που κρίθηκε στο πρώτο όνειρο και τιμωρήθηκε στο δεύτερο, μήπως, όχι, ας μην βιαζόμαστε καλύτερα, άλλωστε, το ξέρω, το αισθάνομαι, σας κούρασα, καλύτερα, ας κάνουμε εδώ ένα διάλειμμα, όχι, καθίστε, μην απομακρύνεστε, άλλωστε, ήρθε η ώρα οι νικητές του διαγωνισμού μας να πάρουν το βραβείο τους, αλήθεια, τι νομίζατε; ότι το είχα ξεχάσει; ή μήπως ότι τόση ώρα το απέφευγα; εγώ κρατάω τον λόγο μου, όσοι από τους κύριους, λοιπόν, κατάφεραν να βρουν κάτι που να διαρκεί, που να κρατάει για πάντα, ή όσοι νόμιζαν τουλάχιστον ότι το βρήκαν, αλλά και οι άλλοι που έστω προσπαθήσανε, μπορούνε τώρα να συνεχίσουν, όχι μονάχα να ακούν ένα γυμνό κορίτσι να τους μιλάει και να τους λέει για το τι έκανε χθες βράδυ στο κρεβάτι του, αλλά και να το βλέπουνε, πώς ακριβώς θα γίνει αυτό; μην βιάζεστε, θα δείτε, θα με δείτε, είναι, που λέτε, όχι χθες, μα σήμερα το βράδυ, τη νύχτα, εννοώ, που έρχεται, που όλοι εσείς θα πάτε κάποια στιγμή και θα ξαπλώσετε, θα πέσετε για ύπνο, κι εκεί μέσα στον ύπνο σας θα δείτε ένα όνειρο, το όνειρο αυτό, το αποψινό, θα πάει κάπως έτσι, θα είστε εσείς, λοιπόν, όχι όλοι μαζί, μα ο καθένας μόνος του, ναι, μην σας φαίνεται παράξενο, το ίδιο όνειρο θα δείτε όλοι, μόνο ο ήρωας θα αλλάζει, αλλά η ιστορία, τα δεδομένα, η εξέλιξη θα είναι σε όλους ίδια, λοιπόν, θα είσαστε εσείς και βρισκόσαστε μέσα σε μία λίμνη, όσοι δεν ξέρετε κολύμπι, μην τρομάζετε, θα υπάρχει μια βάρκα, πάνω στη βάρκα θα είσαστε εσείς, μα δεν θα είστε μόνοι, θα είμαι κι εγώ, θα είμαι γυμνή, θα είμαι κορίτσι ακόμα, θα κάθομαι στο πλάι σας, θα σας μιλώ κι εσείς θα με ακούτε, θα σας μιλώ και θα είμαι εκεί, θα με ακούτε με τα μάτια σας, κι ύστερα με τα χέρια σας, κι ύστερα με τη γλώσσα, κι ενώ εγώ θα σας μιλώ, θα αρχίσει να νυχτώνει, θα ανάψετε ένα φεγγάρι μέσα στο όνειρο, για να μπορείτε έτσι να με βλέπετε και μέσα στο σκοτάδι, θα σας μιλώ, όχι, δεν έχουνε τα λόγια μου καμία σημασία, οι λέξεις μου δεν θα έχουν νόημα, θα είναι μονάχα ήχοι, θα είναι τα λόγια μουσική κι οι λέξεις μου τραγούδια, κι ύστερα θα νυστάξετε, θα κλείσετε τα μάτια, κι ύστερα θα σας πάρω αγκαλιά κι εκεί θα κοιμηθείτε, και το φεγγάρι θα σβηστεί μες στο βυθό της λίμνης, και εκεί μέσα στο όνειρο θα δείτε ένα άλλο, σε αυτό το άλλο το όνειρο θα είστε εσείς και πάλι, και πάλι θα βρισκόσαστε πάνω σε μία βάρκα, και πάλι, λέει, θα είσαστε μέσα σε μία λίμνη, όλα θα είναι όπως πριν, μόνο εγώ θα λείπω, θα λείπω, θα με ψάχνετε, θα είναι παντού σκοτάδι, τίποτα δεν θα ακούγεται, τα λόγια μου θα έχουν σβηστεί μες στο βυθό της λίμνης, κι ύστερα θα έρθει ο πανικός, κι ύστερα θα έρθει ο τρόμος, θα αρχίσετε τότε να φωνάζετε μήπως και σας ακούσω, μα επειδή ποτέ δεν μάθατε ποιο είναι το όνομά μου, θα λέτε λέξεις άσχετες, στην τύχη διαλεγμένες, κι ύστερα, όταν θα τελειώσουνε οι λέξεις των ανθρώπων, θα βγάζετε άναρθρες κραυγές, μα απάντηση καμία, και τότε είναι που βγάλετε και τα δικά σας ρούχα, θα μείνετε κι εσείς γυμνοί, όπως γυμνή ήμουν κι εγώ στο πρώτο όνειρό σας, κι ύστερα θα βουτήξετε μέσα στη μαύρη λίμνη, ναι, ακόμα κι όσοι δεν γνωρίζετε καλά να κολυμπάτε, θα πέσετε όλοι στο νερό, θα βυθιστείτε όλοι, και εκεί μέσα στον βυθό θα βρείτε ένα κορίτσι, θα είναι γυμνό όπως κι εγώ, θα είναι κορίτσι ακόμα, θα έχει τα μάτια ανοιχτά, θα έχει πια πεθάνει, και τότε θα το καταλάβετε ότι αυτή η λίμνη, η λίμνη μέσα στο όνειρο μέσα στο όνειρό σας, όχι, δεν είναι μια κανονική λίμνη όπως οι άλλες, εκεί όπου βουτήξατε, εκεί όπου κολυμπάτε είναι ένας τάφος σιωπηλός, υγρός και παγωμένος, τι θέλετε; τι ψάχνετε εσείς στον κάτω κόσμο; τι αναζητάτε εσείς εκεί, που ο κόσμος σας δεν το έχει; μια τιμωρία; μια ποινή; μία δοκιμασία; εμένα; την εικόνα μου; μήπως την αγκαλιά μου; μιλήστε, μην φοβόσαστε, έτσι κι αλλιώς μες στο βυθό κανείς δεν θα σας ακούσει, έτσι κι αλλιώς στον τάφο μου μόνο εγώ υπάρχω, κι εγώ εδώ είμαι πια νεκρή, έτσι όπως ήμουνα νεκρή και, όχι, νεκρή όπως και όταν, ξυπνήστε, μην το συνεχίζετε, νεκρή όταν ξεκίνησα, ξυπνήστε, εντάξει, φτάνει, όπως εδώ, όπως εδώ, ξυπνήστε μέσα στο όνειρο, ξυπνήστε και στα αλήθεια, κάποτε, τώρα πάντα, φτάνει, φτάνει, σας λέω, αρκετά, ξεχάστε ότι ακούσατε, ξεχάστε ότι θα δείτε, εξάλλου έχουμε ακόμα και έναν γρίφο για να λύσουμε, κρατήστε, κύριοι, τις δυνάμεις σας, ελάτε, ξυπνήστε, αναδυθείτε, κοιτάξτε, ξημερώνει, πρέπει να δώσουμε ένα τέλος σε αυτήν την ιστορία, δεν νομίζετε; δεν γίνεται να αφήσουμε έτσι της νύχτας τα μυστήρια να σκοτεινιάσουνε τη μέρα αυτή που έρχεται, ελάτε, λίγο ακόμα, θυμάστε πού είχαμε μείνει; ναι, σωστά, στο έγκλημα, είπαμε πως αν τα φίδια κάτω από το πάπλωμα είναι η τιμωρία, η τιμωρία αυτή επιβλήθηκε από αυτόν που δημιούργησε τα ίδια τα φίδια, αλλά και το πάπλωμα και το κρεβάτι και το κορίτσι μέσα σε αυτό και τα ανοιχτά τα μάτια του και γενικά ολόκληρο το όνειρο, ποιος το δημιούργησε, κύριοι, το όνειρο αυτό, όχι, μην απαντάτε μα εσύ, εμένα, τότε, ποιος με δημιούργησε; έτσι δεν θα τελειώσουμε ποτέ, ένα ένα τα βήματα, λοιπόν, ακούω, ναι, έτσι, πολύ καλύτερα, σωστά, το προηγούμενο όνειρο δημιούργησε το επόμενο, άρα στο προηγούμενο όνειρο, σε εκείνο όπου απλώς κοιμόμουν μόνη στο κρεβάτι μου, έλαβε χώρο το δίκη που επέβαλε και την ποινή που συμβολίζει το όνειρο που ακολούθησε, αυτό τι σημαίνει, κύριοι, ελάτε τώρα, είμαστε κοντά, ότι το πρώτο όνειρο, θυμάστε, άραγε, πώς τέλειωσε; όχι, καταλαβαίνω, είναι λογικό, με εμένα να ξυπνάω και να πηγαίνω στο παράθυρο για να σκεφτώ τι ακριβώς ήταν αυτό που ονειρεύτηκα στο δεύτερο όνειρό μου, θυμάστε; ναι, τώρα θυμηθήκατε, εκεί ακριβώς το είχαμε αφήσει, τι πάει να πει τι έγινε μετά; σας λέω, αν τύχει να περάσει κάποιος από εσάς κάτω από το παράθυρο αυτό, θα δείτε, θα με δείτε, ακόμα εκεί θα είμαι και θα σκέφτομαι, κι όσο σκέφτομαι εκεί, μέσα στο πρώτο όνειρο, τόσο θα τιμωρούμε, είτε εγώ η ίδια είτε δια της αντιπροσώπου μου, μέσα στο δεύτερο όνειρο, έτσι, αυτό είναι, επιτέλους, βλέπετε; καταλήγουμε, η σκέψη μου είναι αυτή που από μόνη της μου επιβάλλει την ποινή, η σκέψη μου με τιμωρεί, αυτή και τίποτα άλλο, μες στο μυαλό μου βρίσκεται ο δικαστής που καταδίκασε το σώμα μου ή έστω το σώμα αυτού του κοριτσιού, πάει αυτό, το βρήκαμε, όμως, για μια στιγμή, ακόμα δεν έχουμε εντοπίσει που βρίσκεται το έγκλημα, μήπως αν επαναλάβουμε αυτόν τον ίδιο τον απλό τον συλλογισμό, θα το ανακαλύψουμε κι αυτό; ελάτε, έχει αρχίσει ήδη να ξημερώνει η μέρα, ποιος γέννησε το πρώτο όνειρο, ποιος έστησε το δικαστήριο που δίκασε και καταδίκασε το έγκλημα της ιστορίας μας; ναι, ξέρω, τώρα πια νομίζω πως παραείναι εύκολο, είμαι εγώ, εγώ που σας μιλάω, για την ακρίβεια είμαι εγώ που έπεσα χθες βράδυ και κοιμήθηκα, αμέσως μόλις σκότωσα, όχι, όχι ακόμα, περιμένετε, δεν ήταν έγκλημα που σκότωσα, μην βιάζεστε, ακόμα δεν ξέρετε, δεν μπορείτε καν να ξέρετε ποιος ήτανε αυτός που σκότωσα, όχι, σας λέω, μην φεύγετε, καθίστε, ακούστε με, ακόμα δεν τελείωσα, έχω ακόμα να σας πω, έχω πολλά ακόμα, το ξέρω, δεν προλαβαίνω, η μέρα, όχι, στο φως της μέρας, όχι, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, ακούστε μόνο αυτό τουλάχιστον, ακούστε, σας παρακαλώ, και ύστερα ξεχάστε με, όχι, δεν ήτανε αυτό το έγκλημά μου, έγκλημα ήταν που κοιμήθηκα και τιμωρία μου είναι που ακόμα ονειρεύομαι.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

γύρω από τους αστραγάλους της β'

γυμνό κι ας μην το βλέπετε, να σας διηγείται τι κάνει, τι έκανε χθες βράδυ στο κρεβάτι του, πώς είπατε; πιο δυνατά, παρακαλώ, δεν σας ακούω, ξέρετε, είναι και η απόσταση, ή μάλλον όχι, αφήστε, θα σας πω εγώ, άλλωστε ξέρω καλύτερα ακόμα κι από εσάς τι είναι αυτό που σκέφτεστε, σκέφτεστε, κι αν κάνω λάθος, διορθώστε με, αφού δεν μπορούμε να τη δούμε, τι σημασία έχει που είναι γυμνή αυτή που μας μιλάει; εάν τη βλέπαμε, ακόμα κι αν ήτανε ντυμένη, τότε ίσως ακόμα και να τη γδύσουμε με τα μάτια θα μπορούσαμε, μα τώρα που είναι αόρατη, ακόμα και αν δεχθούμε πως είναι πράγματι γυμνή, τι περιμένει από εμάς; μήπως με τα αυτιά μας να τη ντύσουμε; καταρχάς, ας το ξεκαθαρίσουμε, δεν περιμένω τίποτα από κανέναν από εσάς, μονάχα να με ακούσετε, κι αυτό όχι γιατί, ας πούμε, προσδοκώ μιλώντας σας να αποκομίσω κάτι, όχι, για αυτό να είστε σίγουροι, στο τέλος δεν πρόκειται να απαιτήσω τίποτα, και σίγουρα αποκλείεται να σας ζητήσω βοήθεια, είμαι έτοιμη να αναλάβω τις ευθύνες μου και μόνη εγώ θα δώσω λύση στο όποιο πρόβλημα μόνη μου δημιούργησα, σας είπα, από εσάς ζητώ μονάχα να με ακούσετε, ή για να το πω λιγάκι διαφορετικά, κι ας με παρεξηγήσετε, από εσάς ζητώ μονάχα την παρέα σας, μα ωστόσο, αν κάποιοι από εσάς είσαστε τόσο κύριοι, που δεν αντέχετε να βλέπετε κάποια να υποφέρει, που μπρος στη θέα ή έστω στην ιδέα ενός κοριτσιού που βρίσκεται σε κίνδυνο, αρνείστε να μένετε και να παρατηρείτε ως θεατές αμέτοχοι, αν νιώθετε τόσο την ανάγκη να προσφέρετε, να δώσετε μια λύση, μια βοήθεια, ακόμα και να θυσιαστείτε για χάρη μίας άγνωστης, το δράμα της οποίας έτυχε να γνωρίσετε, πριν καν ακούσετε, πριν καν ζητήσετε να μάθετε, πριν καν το όνομά της να ρωτήσετε, αλήθεια, θα θέλατε να μάθετε ποιο είναι το όνομά μου; ή μήπως προτιμάτε να μαντέψετε; η αλήθεια είναι πως ίσως δεν είναι και τόσο δύσκολο, ίσως και να σας το έχω ήδη πει, μα εσείς δεν το προσέξατε, ίσως λέω, μην προσπαθείτε τώρα να θυμηθείτε όλες τις λέξεις που έχω πει, μην ψάχνετε τις λέξεις μου, οι λέξεις μου θα είναι εδώ, μπορείτε πάντα σε αυτές να επιστρέφετε, ψάξτε εμένα, θα σας έλεγα, καλύτερα, άλλωστε εγώ εδώ βρίσκομαι για προσωρινά, ψάξτε με, όσο ακόμα είναι νωρίς, ψάξτε, πριν φύγω, πριν το μετανιώσετε, ψάξτε με όσο θέλετε, μα μην με βοηθάτε, εγώ ποτέ μου δεν σας ζήτησα βοήθεια, εγώ ποτέ μου δεν είχα, δεν θα έχω ανάγκη από κανέναν σας, μα ωστόσο, αν κάποιοι από εσάς είσαστε τόσο κύριοι, που δεν αντέχετε να ξέρετε πως κάποια υποφέρει, που έστω η ιδέα ενός κοριτσιού που βρίσκεται σε κίνδυνο δεν σας αφήνει να ησυχάσετε, τι έγινε; τι πάθατε; πώς είπατε; μα αλήθεια, τι σκεφτήκατε; ποιος είπε ότι για μένα σας μιλώ; εγώ σας είπα, δεν έχω την ανάγκη σας κι ούτε που πρόκειται ποτέ να σας ζητήσω τίποτα, τίποτα περισσότερο, μόνο λίγη παρέα, ναι φυσικά, στην άλλη τόσην ώρα αναφερόμουνα, σε εκείνη που μου μοιάζει, σε εκείνη που ονειρεύτηκα πως είδα στο όνειρό μου, σε εκείνη που κοιμότανε, ίσως κοιμάται ακόμα, για αυτό σας λέω, ίσως ακόμα βρίσκεται σε κίνδυνο, εδώ, επάνω στο κρεβάτι μου, με ανοιχτά τα μάτια και δύο φίδια τριγυρίζανε μες στα σκεπάσματά της, όχι, δεν τα βγάζω από το μυαλό μου όλα αυτά, τα είδα με τα μάτια μου, με τα κλειστά τα μάτια μου εννοώ, τα είδα στο όνειρό μου, είδα χθες βράδυ ένα όνειρο, ήμουνα, λέει, στο κρεβάτι και κοιμόμουνα, κοιμόμουν κι έβλεπα ένα όνειρο, στο όνειρο αυτό ήμουν εγώ ή κάποια που μου έμοιαζε, ήταν κορίτσι όπως εγώ, ήταν γυμνή και ξαπλωμένη κάτω από το πάπλωμά μου, κάτω από αυτό το πάπλωμα υπήρχανε δυο φίδια, το πάπλωμα τα έκρυβε, κι όμως εγώ τα είδα, τα είδα να κινούνται, πάλευαν, κουλουριάζονταν πάνω στα γόνατά της, τυλίγονταν τριγύρω της, έσφιγγαν τους μηρούς της, τα φίδια ήταν υγρά, υγρά και παγωμένα, εγώ, όμως, ήτανε ζεστή, είπα εγώ και όχι αυτή, τρόμαξα που το είπα, τρόμαξα που μου έμοιαζε, που είχε ανοιχτά τα μάτια, ξύπνησα μόλις τρόμαξα, δεν ξύπνησα στ’ αλήθεια, ξύπνησα μέσα στο όνειρο, όμως εγώ συνέχισα ακόμα να κοιμάμαι, συνέχισε και το όνειρο, με είδα να ξυπνάω, άνοιξα, λέει, τα μάτια μου, πέταξα από πάνω μου αυτό το πάπλωμά μου, ήθελα να βεβαιωθώ πως δεν υπήρχαν φίδια, ήμουν γυμνή, κοιμόμουνα, ήμουνα κοριτσάκι, έβλεπα ένα όνειρο, έβλεπα δύο φίδια, έβλεπα κάποια που μου έμοιαζε, ήταν κι αυτή κορίτσι, ήταν γυμνή όπως κι εγώ, νόμιζα ήτανε νεκρή, μα αυτή απλώς κοιμότανε με ανοιχτά τα μάτια, κοιμότανε, κινδύνευε, την έσφιγγαν τα φίδια, τα φίδια την αγκάλιαζαν, αυτή δεν αντιδρούσε, έκανε πως κοιμότανε, είχε ανοιχτά τα μάτια, είχε τα μάτια ανοιχτά, τα μάτια με κοιτούσαν, ενώ εγώ την έβλεπα, αυτή κοιτούσε εμένα, ποιος το είπε αυτό; ελάτε, μην διστάζετε, πείτε το πάλι δυνατά, σας λέω, έχετε δίκιο, με κοιτούσε και προσπαθούσε κάτι να μου πει, ήξερε πως την βλέπω, πως μόνο εγώ μπορούσα να την δω, πως μόνο εγώ μπορούσα να καταλάβω πόσο πολύ κινδύνευε, πως μόνο εγώ μπορούσα και να την βοηθήσω, και τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι αυτή η ομοιότητα, νομίζω σας το είπα ήδη πόσο πολύ μου έμοιαζε, μόνο που ήταν λίγο, ελάχιστα, θα έλεγα, πιο όμορφη, δεν ήταν παρά μία πρόφαση, ένα, ας πούμε, τέχνασμα για να με κάνει να ενδιαφερθώ νομίζοντας πως ήμουνα εγώ αυτή που στην πραγματικότητα κινδύνευε, για να με κάνει να τρομάξω και να ξυπνήσω όσο γινότανε πιο γρήγορα, αντί να κάθομαι εκεί μέσα στο όνειρο και να χαζεύω αμέριμνη ένα άγνωστο κορίτσι να υποφέρει, να υπομένει μια τόσο φρικιαστική κατάσταση, να κινδυνεύει να, ναι, να κινδυνεύει η ίδια η ζωή της, δεν ξέρω πόσο θανατηφόρα επικίνδυνα μπορούσαν να είναι αυτά τα δύο φίδια, ακόμα και αν γνώριζα από αυτά, σας είπα, το μόνο που κατάφερα να δω ήτανε οι κινήσεις τους κάτω από το πάπλωμα, ακόμα και αν ανάμεσά σας βρισκόταν κάποιος ειδικός, αλήθεια, μήπως βρίσκεται; δεν θα μπορούσα να του τα περιγράψω, το ξέρω, ίσως και να ήτανε ακίνδυνα, ίσως δεν ήταν από αυτά που είναι ικανά, με μια τους μόνο δαγκωνιά, να παραλύσουνε το θύμα τους ή ακόμα από τα άλλα, εκείνα που έχουν τόση δύναμη, που αν τυλιχτούνε γύρω από το θήραμά τους, μπορούνε να σπάσουν όλα τα κόκκαλα, ναι, υπάρχουν τέτοια φίδια, σας είπα, εγώ δεν ξέρω από αυτά, αλλά εντάξει κάποια πράγματα νομίζω πως όλοι τα γνωρίζουν, αλλά εντάξει, ας υποθέσουμε ότι τα δύο φίδια αυτά δεν ήταν δηλητηριώδη, ας πούμε ότι ήταν άκακα κι ότι το μόνο που ζητούσαν ήταν μονάχα λίγη ζεστασιά, εκεί, μες στα σκεπάσματα του κοριτσιού κι ανάμεσα στα πόδια του, και πάλι, σας παρακαλώ, σκεφτείτε το, φέρτε στον νου σας μια τέτοια σιχαμερή εικόνα, με την γλοιώδη επιδερμίδα των ερπετών να σέρνονται επάνω στο γυμνό της σώμα κι αυτή να θέλει να φωνάξει, να θέλει να τρέξει να σωθεί, μα να την είναι αδύνατον, αφού μια και μόνο κίνησή της μπορεί, μπορούσε, να αποβεί μοιραία, και ενώ τα φίδια συνεχίζουν να τυλίγονται, υγρά και παγωμένα, ενώ παλεύουν ανάμεσα στα πόδια της, σκεφτείτε, σας παρακαλώ, και εντάξει, ας πούμε ότι είναι ακίνδυνα, ότι μόνο να παίξουν θέλουνε, ότι δεν θέλουν να εξοντώσουν, αλλά αγαπούνε το κορίτσι του ονείρου μου και θέλουν έτσι, με τον τρόπο τους, να δείξουν την αγάπη τους, ας πούμε ότι ακόμα και τα ερπετά, ακόμα και τα πιο άθλια, ακόμα και τα πιο αποκρουστικά πλάσματα αυτού του κόσμου, ας πούμε ότι έχουνε αισθήματα παρόμοια με τα ανθρώπινα και ότι ψάχνουν διαρκώς να βρούνε έναν τρόπο να τα δείξουνε σε εμάς, σε εμάς που δεν έχουμε ανάγκη τίποτα να αποδείξουμε, εμάς τα αισθήματά μας θεωρούνται δεδομένα, υπάρχουνε και μόνο επειδή μπορούμε να τα περιγράψουμε, υπάρχουν μες στις λέξεις μας, κι αυτό αρκεί, όμως τα ερπετά, σκεφτείτε λίγο, τα ερπετά, όχι, δεν μπορούν τα ερπετά καθόλου να μιλήσουνε, δεν έχουν λέξεις τα ερπετά, μα έχουν το δηλητήριο, αλήθεια, το σκεφτήκατε, άραγε, ποτέ, ότι τα φίδια κάτι προσπαθούν να πουν κάθε φορά που μας δαγκώνουνε; αλλά όχι, είπαμε, ας πούμε πως τα δυο φίδια του ονείρου μου, τα δυο συγκεκριμένα φίδια δεν έχουνε κακό σκοπό, και επιπλέον δεν είναι δηλητηριώδη, αλλά μονάχα σιχαμερά και άθλια, πείτε μου, ακόμα και έτσι να είναι, είναι αυτός λόγος αρκετός για να αισθανθεί πιο ασφαλής αυτή που τα φιλοξενεί μες στα σκεπάσματά της; φοβήθηκε, δεν λέω, φοβήθηκε και όπως ήταν φυσικό φώναξε για βοήθεια, εντάξει, όχι, δεν φώναξε ακριβώς, φώναξε με τον τρόπο της, άλλωστε η όλη αντίδρασή της ήταν πολύ αξιοπρεπής, θα έλεγα γενναία, αλήθεια, πείτε μου, ποιος από εσάς θα είχε καταφέρει να φανεί τόσο ψύχραιμος, όσο και το κορίτσι αυτό, σε μια παρόμοια κατάσταση; ναι, βέβαια, τώρα μπορείτε να γελάτε και να ειρωνεύεστε, αλλά και μόνο στην ιδέα πως ένα φίδι γλιστράει μέσα στο παντελόνι σας, και σέρνεται σιγά σιγά τυλίγοντας το πόδι σας, και ανεβαίνει αργά αργά, να συνεχίσω; θέλετε; σωπάσατε, το ήξερα, όπως και ξέρω πως κάποιοι από εσάς μηχανικά φέρατε την παλάμη σας εκεί, ίσως νομίζοντας πως έτσι απλά, με μια σας μόνο κίνηση, με μία κίνηση μηχανική, αυτόματη, αυθόρμητη, πως ίσως, συγγνώμη, μα δεν νομίζω αυτό να βοηθά, πως ίσως θα μπορούσατε, αν όχι να διώξετε τα φίδια από πάνω σας, πως ίσως λέω, φέρνοντας την παλάμη σας εκεί, κάποιοι από εσάς μπορεί και να παρασυρθήκατε, μπορεί και να μην αρκεστήκατε μονάχα σε αυτό το αυθόρμητο το άγγιγμα, μπορεί και να αρχίσατε εκεί, μες στο σκοτάδι να χαϊδεύεστε, κάποιοι από εσάς μπορεί, λέω μπορεί, ξέρετε, δεν σας βλέπω, μπορεί και να είχατε αρχίσει από πριν, από πολύ νωρίτερα, ίσως ακόμα από τη στιγμή που ακούσατε ότι αυτή που σας μιλάει είναι γυμνή, ή ακόμα χειρότερα, ναι, εντάξει, μην προσβάλλεστε, καταλαβαίνω, άνθρωποι είστε, όχι, δεν είστε ερπετά, να δείχνετε με άθλιες, σιχαμερές κινήσεις όλα αυτά που νιώθετε, ή ακόμα, λοιπόν, χειρότερα, από την ώρα που ακούσατε ότι αυτή που σας μιλάει είναι κορίτσι, ή έστω, ας πούμε, ήτανε όταν ξεκίνησε να σας μιλά, δεν ξέρω, κυλάει ο χρόνος, συγγνώμη, δεν γνωρίζω ακριβώς πόση ώρα από τότε πέρασε, συγγνώμη, μπορεί να γέρασα λιγάκι εν τω μεταξύ, συγγνώμη μεγαλώνω, μα το κορίτσι στο όνειρο, στο όνειρο μέσα στο όνειρο, θα είναι πάντα κορίτσι, θα έχει για πάντα τα μάτια ανοιχτά, θα μοιάζει πεθαμένη, θα είναι για πάντα ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, κάτω από το πάπλωμά μου, θα με κοιτάζει όσο εγώ την ονειρεύομαι, θα μου ζητάει βοήθεια, θα είναι γυμνή, όπως κι εγώ, μα αυτή δεν θα είναι μόνη, θα έχει για πάντα δυο φίδια ανάμεσα στα πόδια της, μα τότε ποιος είναι ο λόγος που μου ζητάει βοήθεια; θέλω να πω, αν είναι το μαρτύριο αυτό να διαρκέσει για πάντα, πώς γίνεται να ελπίζει, να προσβλέπει, να επιδιώκει μια οποιαδήποτε βοήθεια, μια βοήθεια που προφανώς θα κάνει το μαρτύριο αυτό με κάποιον τρόπο να πάψει να υφίσταται; καταλαβαίνετε τι λέω; φέρτε στο νου μια κατάσταση, μια οποιαδήποτε κατάσταση που διαρκεί για πάντα, το ξέρω σας ξαφνιάζω, αφού το νου σας συνήθως τον απασχολούν μονάχα τα εφήμερα, μα προσπαθήστε, σας παρακαλώ, δεν είναι τόσο δύσκολο, ορίστε, τι είπατε; η θάλασσα; μα είπα για πάντα, όχι για πολύ, η θάλασσα, ξέρετε, μια μέρα θα εξατμιστεί, μια μέρα θα στερέψει, ελάτε, ξαναδοκιμάστε, μιλήστε μόνο δυνατά, πείτε μου, σας ακούω, ορίστε; είπατε αλήθεια τα βουνά; όχι, κάνετε λάθος, και τα βουνά θα γκρεμιστούν, θα σωριαστούν μια μέρα, μα τι συμβαίνει; μήπως δεν γνωρίζετε το πάντα τι σημαίνει; ελάτε, σας παρακαλώ, σας δίνω ακόμα μια ευκαιρία, ναι, κάποιος είπε ο ουρανός, το ακούσατε κι οι άλλοι; τι λέτε; συμφωνείτε με τον κύριο; θα υπάρχει πάντα ουρανός; όχι για πάντα μάλλον, αφού κι αυτός μια μέρα θα εξαφανιστεί, θα σβήσει, θα πεθάνει, τι έγινε; νομίζω σας απογοήτευσα, μπορεί και να σας μελαγχόλησα, μα μην ανησυχείτε, αυτή η μέρα, ξέρετε, αργεί, δεν πρόκειται κανένας από εμάς να φτάσει ως το τέλος, τη μέρα αυτή δεν πρόκειται να την προλάβουμε, ούτε εγώ που τώρα σας μιλώ ούτε εσείς που με ακούτε τώρα, ίσως να έχει το κορίτσι κάποιες πιθανότητες να ζήσει μέχρι τότε, ίσως για αυτό στ’ αλήθεια να φοβάται, ίσως το πάντα ή το μέχρι τότε έστω να την φοβίζουν περισσότερο από όλα τα ερπετά αυτού του κόσμου, τι λέτε; σας αρέσει αυτός μου ο συλλογισμός; αλήθεια, με παρακολουθείτε ακόμα; ωστόσο, μια σωστή απάντηση ακόμα δεν μου δώσατε, σας έχω ρωτήσει κάτι, το θυμάστε; σας ζήτησα να μου πείτε τι είναι αυτό που διαρκεί για πάντα κι εσείς μου είπατε κάτι για θάλασσες και ουρανούς, ακόμα περιμένω, τίποτα; αυτό ήτανε, λοιπόν; βρήκα τον τρόπο να σας κάνω να σωπάσετε; ελάτε τώρα, μην βαριόσαστε, σκεφτείτε επιτέλους, ή μήπως θέλετε να σας δώσω κάποιο κίνητρο; να δώσω κάποιο έπαθλο στον νικητή, που θα σκεφτεί και θα μου πει μια σωστή απάντηση; για να σκεφτώ, ναι, νομίζω πως έχω κάτι, λοιπόν, όποιος βρει τη λύση σε αυτό το ταπεινό, το τόσο εύκολο κι απλό προβληματάκι, δεν θα με ακούει μόνο στο εξής να του μιλάω έτσι γυμνή, μα θα με βλέπει κιόλας, εμπρός λοιπόν, τι λέτε, ορίστε έχουμε ήδη μια συμμετοχή με κάποιες αξιώσεις, ο κύριος είπε ο θεός, να, κι άλλος, η αγάπη, ο χρόνος, ναι, ορίστε; άκουσα καλά; είπε κανείς ο λόγος; τι εννοείτε το άπειρο; η ελπίδα πεθαίνει, κύριε, το ότι πεθαίνουν άλλοι πριν από αυτήν δεν την κάνει και αθάνατη, η ιστορία, μάλιστα, ακούστηκε κι αυτό, αλήθεια, πού τις κρύβατε τόσες αφηρημένες έννοιες; εντάξει, εντάξει, αρκετά, σας λέω, σταματήστε, μην βιάζεστε, παρακαλώ, μην βιάζεστε, σε λίγο θα δούμε κατά πόσο έχετε πέσει μέσα, πόσο σωστές είναι απαντήσεις που μου δώσατε, και σας υπόσχομαι, τον λόγο μου θα τον κρατήσω, ας πάρουμε, έτσι στην τύχη μια απάντηση, ας πάρουμε την πρώτη, ναι, ο κύριος που είπε ο θεός, όχι, μην φοβάστε, δεν πρόκειται να σας εκθέσω, όχι, ούτε παιχνίδια λογικής σκοπεύω να σας υποβάλω, ναι, θεωρώ πως δώσατε μια καθωσπρέπει απάντηση, είπατε, αν κάνω λάθος, διορθώστε με, ότι τα φίδια αυτά τα έστειλε ο θεός, ότι ο θεός είναι αυτός που έβαλε δύο ελεεινά, δυο γλοιώδη ερπετά ανάμεσα στα πόδια μιας κοπέλας, την ώρα που αυτή κοιμότανε, σας παρακαλώ, κύριε, μην φωνάζετε, τι; όχι; δεν είπατε αυτό; τι κρίμα, κι αν ξέρατε πόσο κοντά στο έπαθλό σας φτάσατε, εγώ όμως θα κρατήσω την απάντησή σας, εξάλλου, μου αρέσει, τι πάει να πει δεν θέλετε; εντάξει, εντάξει, την κρατώ, αλλά δεν σας την χρεώνω, ας πούμε τότε ότι μόνη μου την σκέφτηκα, αν και εγώ, αλήθεια σας το λέω, ποτέ δεν έβαζα μες στο μυαλό μου τέτοια πράγματα, λοιπόν, ας πούμε πως είναι ο θεός, πως ο θεός θέλησε, αυτό μπορούμε να το πούμε; ρωτάω, θέλει ο θεός; ή μήπως είναι λάθος; έστω, ας πούμε ότι θέλησε να τιμωρήσει με τον τρόπο αυτόν ή όχι, μήπως να δοκιμάσει; ναι, σίγουρα, αυτό ακούγεται καλύτερα, έτσι μπορώ να το δεχτώ, η έννοια της δοκιμασίας, άλλωστε, όχι μονάχα μου αρέσει, αλλά με βρίσκει και απολύτως σύμφωνη, ως τέτοια, ως δοκιμασία εννοώ, δέχομαι εξάλλου και το κάθε όνειρο που βλέπω, να, ας πούμε, πριν λίγες μέρες, για παράδειγμα, εκεί όπου κοιμόμουν, είδα πως περπατούσα, λέει, στην έρημο, δηλαδή νομίζω ότι ήταν η έρημος, δεν ξέρω, μπορεί και να ήταν κάποια τεράστια παραλία, όχι, εντάξει, αστειεύομαι, βρισκόμουν, λέει, καταμεσής στην έρημο και βάδιζα προς άγνωστη κατεύθυνση, θα ήθελα να πιστεύω ότι πήγαινα, ας πούμε, προς τη θάλασσα, αλλά όταν βρίσκεσαι στη μέση μιας ερήμου, η οποία βρίσκεται στη μέση του ονείρου σου, όχι, μάλλον το όνειρο αυτό δεν είναι και πολύ ευχάριστο, και ναι, μοιάζει πολύ με κάποια οδυνηρή δοκιμασία, μια δοκιμασία την οποία εγώ φαίνεται πως μες στο όνειρό μου αποδέχτηκα, αφού συνέχισα να περπατώ για ώρες, για μέρες, δεν ξέρω, μέσα στο όνειρο ο χρόνος είναι τόσο σχετικός, χωρίς κανέναν ασφαλή προσανατολισμό, χωρίς κανέναν συγκεκριμένο στόχο, εγώ, αλήθεια, το πιστεύετε; εγώ, που ακόμα και για να μετακινηθώ από το ένα δωμάτιο στο άλλο δυσκολεύομαι, εγώ συνέχισα να περπατώ μέσα στην έρημο, μόνο και μόνο για να αποδείξω, άραγε σε ποιον; για να αποδείξω ότι μπορώ να ανταποκριθώ στη δοκιμασία του ονείρου μου, τι εννοείται πως δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά; ένα σωρό πράγματα θα μπορούσα να είχα κάνει, να, θα μπορούσα, για παράδειγμα, να βγάλω φτερά και να πετάξω, έτσι θα έφτανα πολύ πιο γρήγορα στη θάλασσα, εφόσον υπήρχε πραγματικά μια θάλασσα εκεί μες στο όνειρό μου, επίσης, θα μπορούσα να επινοήσω μία όαση, ναι, αυτό, πολύ καλά ακούσατε, ναι, να επινοήσω, να φτιάξω εκεί μέσα στο όνειρο, μέσα στην έρημο, μια όαση, έτσι απλά, λέγοντας μόνο φωναχτά αυτή τη λέξη, όαση, και τότε εκεί, από το πουθενά, αλήθεια, γιατί σας φαίνεται παράξενο; επίσης, θα μπορούσα, να αντικαταστήσω ολόκληρη την έρημο τοποθετώντας εκεί, μέσα στο όνειρο, στη θέση της, ας πούμε, ένα δάσος, εντάξει, το περπάτημα μέσα σε ένα δάσος, όσο κουραστικό και να είναι, είναι οπωσδήποτε απείρως πιο ευχάριστο, και κυρίως, αυτό που θα μπορούσα να είχα κάνει, αν ήθελα πραγματικά να αποφύγω τη δοκιμασία που το όνειρο μου είχε υποβάλει, ξέρετε τι θα έκανα; απλούστατο, αλήθεια απορώ που εσείς δεν το σκεφτήκατε, θέλετε τώρα να σας πω; μα θα σας πω, αφού όλα σας τα λέω, εντάξει, εντάξει, μα δεν μπορείτε καθόλου πια να περιμένετε; ορίστε, θα άνοιγα τα μάτια και τότε θα ξυπνούσα, μα αλήθεια, τι νομίζατε, πως είμαι υποχρεωμένη να υπομένω την κάθε δοκιμασία που μέσα στο όνειρό μου συναντώ, μόνο και μόνο επειδή όλα αυτά συμβαίνουνε στον ύπνο μου, κάνετε λάθος, για ακόμα μια φορά, αν θέλω, ναι, μπορώ και να ξυπνήσω, πριν που σας είπα ότι τρόμαξα, τότε με εκείνο το όνειρο, με το λευκό πουκάμισο, και ξύπνησα, σας φάνηκε τόσο φυσιολογικό, μα τώρα, ναι, ξέρω, ο τρόμος για εσάς μπορεί πάντα τα πάντα να δικαιολογεί, μα όλα τα άλλα αισθήματα, η κούραση, η ζέστη, η ανία, ξέρετε πόσο βαρετό είναι να περπατάς καταμεσής στην έρημο; όχι, για εσάς μονάχα ο τρόμος είναι ικανός να αφυπνίσει κάποιον, να τον ξυπνήσει όταν κοιμάται, εννοώ, γιατί αλλιώς, αν είναι ξύπνιος δηλαδή, μάλλον το πιθανότερο είναι να τον στείλει όσο γίνεται πιο γρήγορα κάτω από το πάπλωμά του, ναι, μην φοβάστε δεν το ξέχασα, κάτω από το πάπλωμα υπάρχουνε δυο φίδια, μα τώρα άλλο θέλω να σας πω, αφήστε, μην με διακόπτετε, ναι, προφανώς και ήταν μια δοκιμασία και το όνειρο το χθεσινό, δοκιμασία για μένα που το είδα, και έπειτα, σας είπα, εγώ συνέχισα να το ονειρεύομαι, κι αν τρόμαξα, που τρόμαξα, το παραδέχομαι, δεν ξύπνησα, παρά μονάχα μέσα στο όνειρο, εγώ, εγώ έξω από το όνειρό μου εννοώ, συνέχισα και το είδα ως το τέλος, ορίστε, τι καταλάβατε; με κάνατε και είπα λόγια που δεν έπρεπε, ναι, ως το τέλος, είπα, το ξέρω πως προδόθηκα, αλλά συγγνώμη, εσείς τι περιμένατε; ότι το όνειρο θα συνεχιζόταν από μόνο του, ακόμα και μετά, που ξύπνησα ή μήπως, ναι, αυτό είναι, ναι αυτό, λοιπόν, πιστεύετε; ότι κοιμάμαι ακόμα; ότι ακόμα και τώρα, εδώ, που σας μιλώ, δεν έχω καν ξυπνήσει; ότι δεν σας μιλάω ακριβώς, αλλά ότι παραμιλώ στον ύπνο μου; πείτε μου, αλήθεια, σας βολεύει μια τέτοια ερμηνεία; μα ναι, γιατί, αλήθεια, να μην είναι βολική για εσάς μια τέτοια εξήγηση; άλλωστε, κάτι τέτοιο θα σας απάλλασσε οριστικά από την κάθε υποχρέωση, έτσι δεν είναι, κύριοι; αφού εγώ κοιμάμαι ακόμα, όπως εσείς νομίζετε, κι αφού ακόμα ονειρεύομαι, τότε κι εσείς είστε κομμάτι του ονείρου μου, δεν είστε άνθρωποι κανονικοί, αλλά δημιουργήματά μου, τι υποχρεώσεις να έχει ένα δημιούργημα της φαντασίας μου; μια σκιά μέσα σε ένα όνειρο; αυτό προτιμάτε να είσαστε; σκιές; εμπρός, λοιπόν, σκιές, μιλήστε, απαντήστε μου, όχι; όπως επιθυμείτε, αν πάντως θέλετε πραγματικά να ακούσετε το τέλος του ονείρου μου, γιατί τέλος υπάρχει, να το ξέρετε, κάντε λιγάκι υπομονή, όλα θα σας τα πω πιστέψτε με, μα αφήστε πρώτα να σας πω πως τέλειωσε το όνειρο με την έρημο, που είχα μείνει, αν έχετε την καλοσύνη, σας παρακαλώ, θυμίστε μου, σωστά, εκεί όπου περπατούσα, εντάξει, μάλλον δεν ήταν δύσκολο, άλλωστε, δεν έκανα και τίποτα άλλο σε εκείνο εκεί το όνειρο, περπατούσα ώρες, μπορεί και μέρες ατελείωτες, αλήθεια, το φαντάζεστε; εγώ, είναι αστείο πόσο πολλά πράγματα μπορεί κανείς να κάνει μέσα στο όνειρο του, εκτός ονείρου είναι ζήτημα αν μπορώ να πάω με τα πόδια μέχρι, ναι, εντάξει, πάντως ήταν πολύ κουραστικό, και βαρετό, μέχρι κάποια στιγμή βάδιζα πάνω στην άμμο μονάχα από περιέργεια, πίστευα πως όλο και κάτι παράδοξο θα ξεπεταγόταν ξαφνικά μπροστά μου και το όνειρο θα αποκτούσε λίγο ενδιαφέρον, μετά άρχισα να απογοητεύομαι, ήταν κι αυτή η ζέστη, ξέρετε πόση ζέστη έχει εκεί στην έρημο; κι ο ήλιος, σου καίει στην κυριολεξία την επιδερμίδα σου, φανταστείτε πως βρίσκεστε γυμνοί επί ώρες, ημέρες, εκτεθειμένοι, στο έλεος του ήλιου της ερήμου, γιατί εγώ, ακόμα και σε αυτό το όνειρο, πάλι γυμνή με ονειρεύτηκα, πάντα γυμνή είμαι, ξέρετε, μέσα στα όνειρά μου, όπως και τώρα, άλλωστε, που σας μιλάω για αυτά, ή έστω όταν ξεκίνησα να σας μιλώ, γιατί στο μεταξύ, πού ξέρετε; μπορεί και να έχω ρίξει κάτι πάνω μου, πάντως εκεί, καταμεσής στην έρημο τίποτα δεν υπήρχε για να με προστατεύσει από τον ήλιο του ονείρου μου, ο οποίος, σε αντίθεση με τον κανονικό, έκαιγε μέρα νύχτα, αυτός ήταν κι ο λόγος που δεν μπορούσα να αντιληφθώ για πόσες ώρες ή μέρες περπατάω, άρχισα να φοβάμαι πως μάλλον η κίνησή μου δεν ήτανε και τόσο ευθύγραμμη, πως ίσως έκανα κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο, όχι, έτσι δεν θα έφτανα ποτέ στη θάλασσα, κι αφού το τοπίο, έχετε άραγε ποτέ επισκεφτεί την έρημο; κι αφού το τοπίο ελάχιστα με βοηθούσε, σκέφτηκα πως ίσως θα ήτανε καλό να βάλω ένα σημάδι, έτσι ώστε αν δεν πέσω πάνω του ξανά, ας πούμε, να σιγουρευτώ πως έστω υπάρχει μια εξέλιξη σε αυτήν την διαδρομή μου, έτσι όμως που ήμουνα γυμνή και που μαζί μου δεν κουβαλούσα τίποτα ο μόνος τρόπος για να βάλω ένα σημάδι μέσα σε αυτήν την έρημο ήταν να γράψω κάτι εκεί, πάνω στην άμμο της, έτσι άρχισα να σχεδιάζω με το πόδι μου πάνω στην άμμο γράμματα, τα γράμματα αυτά σχημάτιζαν μια λέξη, η λέξη αυτή ήτανε ένα όνομα, το όνομα αυτό ήταν το όνομά του, κι αφού το ολοκλήρωσα, στάθηκα από πάνω του, αλήθεια, πολύ ικανοποιημένη, νομίζω ότι σχεδόν καμάρωνα για αυτό που είχα γράψει, όχι μονάχα θυμόμουν την ορθογραφία του ονόματος, αλλά είχα καταφέρει να φτιάξω με το πόδι μου τόσο όμορφα, τόσο κομψά και καλλιγραφικά στοιχεία, τέτοια που θα μπορούσανε να είχαν χαραχτεί πάνω σε μάρμαρο από έναν πολύ έμπειρο και άξιο τεχνίτη, κι ύστερα συνέχισα να περπατώ, για ώρες, ίσως για μέρες, μέχρι που κάποια στιγμή, ναι, μπορείτε να φανταστείτε τη συνέχεια, ναι, έπεσα πάνω στο σημάδι μου, όχι, δεν είχα καμία ελπίδα να φτάσω κάποτε στη θάλασσα, έκανα κύκλους μες στην έρημο και μέσα στο όνειρό μου, τι πράγμα; ρωτάτε αν απελπίστηκα; αν θύμωσα; αν τρόμαξα; αν η απελπισία, ο θυμός, ο τρόμος μου με ξύπνησαν, ρωτάτε; όχι, καμία σχέση, συνέχισα να ονειρεύομαι, αλλά ναι, σταμάτησα να περπατάω, όχι γιατί είχα ανακαλύψει πόσο μάταιο ήταν να διασχίσω μόνη μου την έρημο, αλλά γιατί, όπως σας είπα, είμαι λογική, και μέσα στα όνειρά μου πάντα αντιδρώ με τρόπο λογικό, σκέφτομαι, συλλογίζομαι, κάνω ανάλυση των δεδομένων του ονείρου μου και βγάζω συμπεράσματα, τέτοια που ξύπνια ποτέ μου δεν θα μπορούσα σε αυτά ποτέ να καταλήξω, και ξέρετε τι σκέφτηκα; τι σκέφτηκα όταν είδα ξανά αυτό το όνομα που είχα γράψει με το πόδι μου, εγώ η ίδια, πριν ώρες, ίσως και μέρες, εκεί, πάνω στην άμμο, και που το βρήκα ύστερα ξανά, εκεί, ατόφιο κι αναλλοίωτο; ξέρετε; θυμάστε τι σας είπα; θυμάστε που όταν το έγραψα, είχα θαυμάσει την τέχνη, την καλλιγραφία εκείνων των γραμμάτων; θυμάστε, αν με προσέχετε, σίγουρα θα θυμάστε, που είχα συγκρίνει εκείνα εκεί τα γράμματα με τα στοιχεία που χαράζει ένα τεχνίτης ειδικός πάνω στο μάρμαρο; ελάτε τώρα, σκεφτείτε λίγο, είναι εύκολο, τι ήταν αυτό που με έκανε να κατασκευάσω μια τέτοια σύγκριση, να δημιουργήσω έναν τέτοιο συνειρμό εκεί, μέσα στο όνειρο; σκεφτείτε λίγο, σας παρακαλώ, η λέξη που με το πόδι μου έγραψα εκεί, πάνω στην άμμο, η λέξη που επέλεξα να βάλω για σημάδι, δεν ήταν μια οποιαδήποτε, μία τυχαία λέξη, ήτανε ένα όνομα, το δικό του όνομα, και ύστερα αφού την είδα και καμάρωσα με πόση τέχνη είχα καταφέρει, εκεί, μέσα στην έρημο, μετά από τόσο, τόσο πολύ περπάτημα, με όλον αυτόν τον ήλιο να ζεματάει για ώρες, μέρες πάνω από το κεφάλι μου, μετά από τέτοια σκληρή δοκιμασία, με πόση τέχνη μπόρεσα να αποδώσω τα γράμματα που σχηματίζουν το όνομά του, μου ήρθε στο νου ότι τα γράμματα αυτά, ότι αυτό το όνομα, έτσι όμορφα και καλλιτεχνικά γραμμένα, μόνο πάνω σε μια πλάκα μαρμάρινη θα μπορούσα να τα είχα συναντήσει, καταλαβαίνετε; πείτε μου, όχι, δεν είναι προφανές; εκείνη εκεί η έρημος, μέσα στο όνειρό μου, δεν ήταν μια οποιαδήποτε έρημος, δηλαδή, δεν ήταν καν μια έρημος κανονική, ακόμα και μέσα στη συνθήκη του ονείρου, μα κάτι άλλο, πιο προσωπικό και σίγουρα ακόμα πιο επώδυνο, ναι, αυτό, όχι, πείτε το, μην φοβάστε, δεν με πληγώνετε, δεν με στενοχωρείτε περισσότερο, η έρημος ήταν ο τάφος του και εγώ ενώ περπατούσα πάνω στην άμμο της για τόσες ώρες, μέρες, πατούσα ακριβώς πάνω σε αυτόν, καταπατούσα, δεν ξέρω, ίσως και βεβήλωνα, με τα γυμνά μου πόδια, δεν ξέρω, όμως με τα πόδια αυτά είναι που χάραξα πάνω στην άμμο, πάνω στον τάφο το όνομά του, δεν ξέρω, μπορεί, βάζοντας το όνομά του για σημάδι, μπορεί και να επανόρθωσα, πώς είπατε; ρωτάτε αν ξύπνησα μετά από αυτό; εάν με ξύπνησε η αποκάλυψη; εάν τα κατάφερε ο λογικός συλλογισμός εκεί όπου απέτυχαν η ζέστη, η ανία και η κούραση; όχι ακριβώς, ξύπνησα δηλαδή μετά από λίγο, αλλά όχι για αυτόν τον λόγο, ο λόγος που με ξύπνησε ήτανε τελικά η άμμος, η άμμος που ο ήλιος τόσο πολύ πυράκτωνε, που ήταν σαν να πατάω πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, ναι, σας θυμίζω, ήμουνα γυμνή, και ήταν και τα πόδια μου γυμνά και άλλο πια δεν άντεχα να περπατάω πάνω στη φωτιά, και κάηκα, και πόνεσα, και τρόμαξα, και ναι, στο τέλος ξύπνησα, σωστά, πολύ καλή ερώτηση, ακούσατε τι είπε ο κύριος; ρωτάει, γιατί το κάψιμο αυτό δεν με είχε ενοχλήσει, με ενοχλούσε δηλαδή, μα όχι τόσο που να με κάνει να ξυπνήσω, γιατί δεν με ενόχλησε όλες αυτές τις ώρες, τις μέρες ίσως, που περπατούσα εκεί, μέσα στην έρημο, ψάχνοντας, λέει, για να βρω τον δρόμο προς τη θάλασσα; γιατί με ενόχλησε μόνο εκείνη τη στιγμή και μάλιστα τόσο πολύ που με έκανε στο τέλος να ξυπνήσω; δεν ξέρω να σας πω με σιγουριά, θα έλεγα πως ίσως είχε να κάνει με την αποκάλυψη, ίσως μόλις συνειδητοποίησα ότι ήταν τάφος αυτό όπου πάνω του πατούσα, όχι οποιοσδήποτε τάφος, ήταν ο δικός του, τότε ίσως, ίσως λέω, όχι, συγγνώμη μα δεν μπορώ να είμαι σίγουρη, ναι, ίσως τότε ακριβώς και να κατάλαβα ότι η λογική, όση εν πάση περιπτώσει λογική χωράει μέσα σε ένα όνειρο, υπαγορεύει ότι μια τέτοια οδυνηρή κατάσταση, μία δοκιμασία, όπως την χαρακτήρισα νωρίτερα, δεν είναι δυνατόν να έχει μια τόση μεγάλη διάρκεια, ξέρετε, κανείς δεν γίνεται να περπατά, έτσι γυμνός, μέσα στην έρημο για τόσες ώρες, μέρες, θα έπρεπε κανονικά να είχα καταρρεύσει, και έπειτα, ήμουν και χωρίς νερό, χωρίς τροφή, αφήστε το, δεν στέκει, πριν όμως καταλάβω πως κάτω από την έρημο βρισκότανε αυτός ή έστω ό,τι έχει απομείνει από αυτόν εδώ, μες στο μυαλό μου, όλα αυτά, για κάποιον λόγο ανεξήγητο, έστεκαν μια χαρά και λειτουργούσανε, με άλλα λόγια, προσέξτε με, θα δείτε, δεν θα το μετανιώσετε, η λογική με έκανε να αντιληφθώ ότι αυτό το πράγμα που έμοιαζε με έρημος εκεί, μες στο όνειρό μου, ήτανε στην πραγματικότητα ο τάφος του, και στη συνέχεια ο τάφος του, ο θάνατος του, δηλαδή, όχι ο τάφος από μόνος του, αλλά ο τάφος ως μνημείο, ως υπόμνηση, η ανάκληση του θανάτου του στη μνήμη μου, στην έστω εντός του ονείρου μνήμη μου, αντί να με ανταμείψει, που μέσω αυτού του λογικού συλλογισμού κατέληξα στην αποκάλυψή του, μετέτρεψε την λογική σε όπλο εναντίον μου, απέδειξε πόσο παράλογο ήταν το όνειρο που ζούσα, παράλογο ακόμα και μέσα στην εκτός της λογικής συνθήκη του ονείρου, και με ξεγύμνωσε, με αποδυνάμωσε, με εγκατέλειψε μόνη, γυμνή, αδύναμη και αβοήθητη στο έλεος μιας δοκιμασίας, χωρίς κανένα έπαθλο, χωρίς κανένα κίνητρο, χωρίς καν τέλος και σκοπό, αλλά με πολλούς ακόμα αυστηρούς και απαράβατους κανόνες, κανόνες, ναι, γιατί παραξενεύεστε; το ότι δεν πρέπει να περπατάς με γυμνά πόδια πάνω στην καυτή άμμο της ερήμου, γιατί θα πάθεις ανεπανόρθωτα εγκαύματα, γιατί έτσι είναι κατασκευασμένη η επιδερμίδα σου, ο οργανισμός σου, η έρημος, ο ήλιος, ο κόσμος ολόκληρος, όλα αυτά, ναι, όλα αυτά, θα μπορούσα να συνεχίσω, να πω και άλλα, και άλλα περισσότερα, όλα αυτά, και άλλα, ναι, αμέτρητα, όπως οι άμμος της ερήμου, ναι, πείτε μου, δεν είναι όλα αυτά κανόνες; ανακεφαλαιώνω, κι αν θέλετε, κρατήστε σημειώσεις, η λογική της επιβίωσης με έκανε να βάλω το σημάδι, η λογική της ερμηνείας με έκανε να καταλάβω, μέσω του σημαδιού που έβαλα, ότι η έρημος στην πραγματικότητα δεν ήτανε παρά ο τάφος του, η λογική της μνήμης με έκανε να θυμηθώ, μέσω του τάφου ως συμβόλου, τον θάνατό του, η λογική του θανάτου του, συνεχίζω, η λογική της απώλειας ή της φθοράς, αν προτιμάτε, με έκανε να αντιληφθώ πόσο παράλογη ήταν η κατάσταση στην οποία είχα βρεθεί, λίγο ακόμη, η λογική της αίσθησης του παραλόγου με έκανε να δω πόσο μάταιη και δίχως κανένα απολύτως νόημα ήτανε η δοκιμασία μου, και τελειώνω, η λογική της ματαιότητας με έκανε να καώ, να πονέσω, να κλάψω, να τρομάξω, να ξυπνήσω, να ταραχθώ, να ζαλιστώ, να μείνω άγρυπνη μέχρι να ξημερώσει, να παραμείνω ακίνητη και με ανοιχτά τα μάτια επάνω στο κρεβάτι μου, κάτω από το πάπλωμά μου και να καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που γνωριστήκαμε, την ώρα και τη στιγμή που τον αγάπησα, την ώρα και τη στιγμή που πέθανε, που τόλμησε πριν από εμένα να πεθάνει, και ναι, κύριοι, αυτή είναι η λογική της κατάρας μου, μάλιστα, κύριοι, έτσι ακριβώς λειτουργεί η λογική μου, σας αρέσει η λογική μου, κύριοι; πείτε μου, σας αρέσει;