Τετάρτη 11 Μαΐου 2022

ανώριμο

Τις τελευταίες εβδομάδες μια είδηση έχει συνταράξει τη μικρή μας πόλη. Μια ομάδα εφήβων που επιδίδεται σε ένα παράξενο και επικίνδυνο παιχνίδι. Πηγαίνουν, λέει, αργά το βράδυ οι έφηβοι και στήνονται πλάι σε δρόμους ανοιχτούς, όπου οι διερχόμενοι συνηθίζουν να αναπτύσσουν κάπως μεγαλύτερη ταχύτητα, και μόλις δουν κάποιο αμάξι να περνά, πετάγονται και τρέχουν καταπάνω του, αναγκάζοντας τους ανυποψίαστους οδηγούς να φρενάρουν απότομα για να αποφύγουν τη μοιραία σύγκρουση. Εννοείται πως τα παιδιά βιντεοσκοπούν την όλη φάση και ύστερα ανεβάζουν τα βιντεάκια τους στο ίντερνετ για να τα δουν και να τα σχολιάσουνε οι φίλοι τους σε όλον τον πλανήτη. Λογικά, φαντάζομαι, θα πέφτουν και τα σχετικά στοιχήματα.
Μόλις διάβασα τη συγκεκριμένη είδηση, η πρώτη μου σκέψη ήταν: «Πού ακριβώς συμβαίνει αυτό; Θέλω κι εγώ… Γαμάτο!» Μετά ένιωσα έναν πόνο στη μέση και θυμήθηκα πως πια δεν είμαι έφηβος, οπότε ακολούθησαν δεύτερες σκέψεις που πήγαιναν κάπως έτσι: «Έλα μωρέ, παιδιά είναι… Αν δεν παίξουν τώρα, πότε θα το κάνουν; Αν δεν σκοτωθούν τώρα που είναι νέοι, πότε θα βρουν καλύτερη ευκαιρία; Θα γεράσουν, θα κατέβουν να περάσουνε τον δρόμο να πάνε στον γιατρό για να τους γράψει φάρμακα, θα τους πατήσει τότε κανένα αμάξι ασυνείδητο και θα πάνε άκλαφτοι και αβιντεοσκόπητοι. Βέβαια, και τότε μπορεί να καταγράψει το κακό καμία κάμερα παρακολούθησης. Αλλά δεν είναι το ίδιο. Το πλάνο θα είναι στατικό, ο ήχος ανύπαρκτος, οι δε ερμηνείες συγκινητικές μεν, αλλά χωρίς μεγάλες αξιώσεις. Και έπειτα, και εμείς, στην ηλικία τους, λίγα κάναμε; Τι; Επειδή δεν είχαμε κινητά τότε και δεν έχουμε οπτικό υλικό για να τα αποδείξουμε; Μας βρήκε για τα καλά ενήλικους η ψηφιακή εποχή, για αυτό τώρα μάλλον παλιμπαιδίζουμε.»
Τέλος πάντων, ούτε την αντικοινωνική συμπεριφορά έχω σκοπό να δικαιολογήσω ούτε θεωρώ το τεκμήριο της νεότητας άλλοθι για κάθε είδους ανοησία, αλλά ούτε και έκθεση ιδεών έχω όρεξη να γράψω για να πω ότι όλα είναι ζήτημα παιδείας και οικογένειας. Εγώ, πάντως, αν είχα περάσει δυο από τα καλύτερα μου χρόνια σε καθεστώς υγειονομικής τρομοκρατίας, αν μεγάλωνα μέσα σε τέτοια θανατολάγνα ατμόσφαιρα, όχι μόνο σε αυτοκίνητα, αλλά και σε τραίνα, σε καράβια, ακόμα και σε αεροπλάνα θα έπαιρνα τώρα φόρα και θα έπεφτα. Αρκετά, θα έλεγα εν τη αυτοκαταστροφική μωρία μου, πατούσα εγώ τόσον καιρό το φρένο. Ήρθε η ώρα να φρενάρουνε για πάρτη μου οι άλλοι.
x
x

Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

παρομοίωση

-Καλά, δεν θα πιστέψεις τι έγινε σήμερα.
-Τι έγινε;
-Ήμουν που λες στο στέκι και περίμενα τη Μαρίνα. Και εκεί που περίμενα ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένας τύπος, ψηλός, μελαχρινός, με ένα στυλ πολύ κινηματογραφικό, σαν τον Λευτέρη Νίκολσον. Όλοι γυρίζουν και τον κοιτούν. Αυτός αδιάφορος. Πλησιάζει τη σερβιτόρα και τη ρωτάει κάπως επιδεικτικά: «Πέρασε η Μαρίνα από εδώ;» «Όχι», του λέει η σερβιτόρα, «αλλά θα έρθει όπου νάναι». Το ξέρω, θα μπορούσε να ρωτάει για οποιαδήποτε Μαρίνα –εντάξει, δεν είναι και το σπάνιο όνομα- αλλά εγώ κόλλησα. Ένιωσα πως ήταν η δικιά μου. Τέλος πάντων, κάθεται ο τύπος, παραγγέλνει και καφέ και περιμένει. Λίγο μετά, φτάνει και η Μαρίνα. Μπαίνει στο μαγαζί και έρχεται προς το τραπέζι μου. Και έτσι όπως πλησιάζει, περνάει δίπλα από το τραπέζι του τύπου και αυτός σηκώνεται όρθιος και της κόβει τον δρόμο. Τον βλέπει η Μαρίνα και αλλάζει χίλια χρώματα. Ο τύπος δεν χάνει χρόνο. Γονατίζει, βγάζει ένα δαχτυλίδι από την τσέπη, πιάνει το χέρι της Μαρίνας και τη ζητάει σε γάμο. «Μα», μόλις που καταφέρνει να ψελλίσει η Μαρίνα. «Μαρίνα, τι γίνεται εδώ;», πετάγομαι κι εγώ από δίπλα. Μπαίνει και το ΙΚΑ εκείνη τη στιγμή και ζητάει από τη σερβιτόρα τα χαρτιά της. Η οποία σερβιτόρα, ξέρεις, είναι γκόμενα αυτού που έχει το μαγαζί και δουλεύει μαύρα. Αν ήταν παντρεμένοι δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Σύζυγοι και συγγενείς πρώτου βαθμού μπορούν να δουλευουν και ανασφάλιστοι. Τέλος πάντων, το πρόστιμο το φάγανε. Ένα πεντακοσάρικο η σερβιτόρα και ένα χιλιάρικο το μαγαζί. Μαλακία, ε;
-Και με τη Μαρίνα και τον τύπο τι έγινε;
-Α, όλα καλά. Παρεξήγηση. Άλλη Μαρίνα έψαχνε. Εντάξει, δεν είναι και το συνηθισμένο όνομα.   
-Μάλιστα. Να σε ρωτήσω κάτι που δεν κατάλαβα;
-Τι;
-Ποιος είναι ο Λευτέρης Νίκολσον;
-Σοβαρά τώρα; Δεν ξέρεις τον Λευτέρη Νίκολσον;
-Όχι.
-Α, καλά. Τζάμπα μιλούσα τόσην ώρα.  

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

προσωποποίηση

Μπαίνουν σε ένα μπαρ ο γάτος μου, η λεμονιά που έχω στην αυλή, το ρολόι που μου έκανε δώρο ο πατέρας μου όταν πήρα πτυχίο και η ελευθερία. Τους βλέπει ο μπάρμαν και τους ρωτά: «Τι θα πιούνε τα παιδιά;» Ο γάτος μου παραγγέλνει ένα ουίσκι. Η λεμονιά που έχω στην αυλή παίρνει μια κόκα κόλα. Το ρολόι που μου έκανε δώρο ο πατέρας μου όταν πήρα πτυχίο λέει ότι θέλει λίγο να το σκεφτεί. Και η ελευθερία απαντά στον μπάρμαν ότι δεν μπορεί ως έννοια να ασχολείται με τέτοια ασήμαντα ζητήματα και του ζητάει να της βάλει ό,τι εκείνος θέλει. Στο τέλος της βραδιάς τους φέρνει ο μπάρμαν τον λογαριασμό. Βγάζει ο γάτος μου λεφτά, πληρώνει τα δικά του. Αφήνει και η λεμονιά πάνω στην μπάρα κάτι κέρματα. Το ρολόι που μου έκανε δώρο ο πατέρας μου όταν πήρα πτυχίο το σκέφτεται ακόμα, οπότε δεν χρωστάει τίποτα. Και η ελευθερία, που έχει στο μεταξύ μεθύσει από όλα αυτά που ο μπάρμαν της έχει δώσει για να πιει, ψάχνει να βρει το πορτοφόλι της και κλασικά το έχει ξεχάσει σπίτι.      

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2022

το παλτό

Περπατάω στον δρόμο και ακούω κάποιον να φωνάζει. Νιώθω τη φωνή να έρχεται από κάπου ψηλά και κοιτάζω προς τα μπαλκόνια και τα ανοιχτά παράθυρα. Δεν βλέπω κάτι, αλλά αρχίζω να ξεχωρίζω κάποιες λέξεις, που τις πιο πολλές ντρέπομαι τώρα να τις επαναλάβω. Ο τύπος που φωνάζει, λες και καταλαβαίνει το ενδιαφέρον μου, ανεβάζει κι άλλο την ένταση της φωνής του και πλέον ακούω σχεδόν τα πάντα. Βρισιές, κατάρες, αδιανόητες απειλές με αναφορές σε αρκετά άρθρα του ποινικού μας κώδικα. Κοντοστέκομαι. Το σκέφτομαι. Παίζει να βρίσκομαι κάτω από τη σκηνή ενός μελλοντικού εγκλήματος και να είμαι εγώ ο μόνος αυτήκοος μάρτυρας αυτού που πρόκειται μοιραία να ακολουθήσει.
Αλλά γιατί ο μόνος; Ο δρόμος είναι πολυσύχναστος, κόσμος πάει και έρχεται, τα μαγαζιά είναι ανοιχτά και σίγουρα στα άλλα διαμερίσματα τριγύρω υπάρχουνε περίοικοι που ακούν αυτά ακριβώς που ακούω και εγώ. Και όμως, κανείς δεν φαίνεται να δίνει σημασία. Άραγε, είμαι αδιάκριτος εγώ ή οι άλλοι αδιάφοροι; Αλλά και το δικό μου το ενδιαφέρον μέχρι πού μπορεί να φτάσει; Θέλω να πω, έχω τη διάθεση να ψάξω, να βρω τον ιδιοκτήτη της φωνής, να δω σε ποιον απευθύνει αυτήν την ακατάσχετη λεκτική βία και να διαπιστώσω πόσο σταλήθεια κινδυνεύει από την ενδεχόμενη πραγμάτωσή της; Ή θα αρκεστώ να κάτσω και να ακούσω λίγο ακόμα, μέχρι να βαρεθώ ή να χορτάσω, και ύστερα θα γυρίσω σπίτι και θα γράψω κάτι για αυτό ή με αφορμή όλο αυτό ή κάτι άσχετο τελείως, ξερωγώ, για την άνοιξη που δεν λέει να έρθει ή για την πυρηνική απειλή που δεν λέει να φύγει;
Στο μεταξύ, εκεί ακριβώς που στέκομαι και τα σκέφτομαι όλα αυτά είναι η είσοδος ενός στεγνοκαθαριστηρίου. Ο στεγνοκαθαριστής έχει βγει στην πόρτα και με κοιτάζει. Τον κοιτάζω και εγώ. Τον κοιτάζω με τρόπο, σαν να τον ρωτώ: «Τι είναι όλος αυτός ο χαμός; Τι γίνεται;». Αυτός με κοιτάζει σκέτα. Κοιταζόμαστε. Το κάνουν αυτό καμιά φορά δυο άνθρωποι. Κοιτάζονται και δεν λένε τίποτα. Συνήθως περιμένει ο ένας να ανοίξει ο άλλος το στόμα του και να πει κάτι, οτιδήποτε, και ύστερα λέει και αυτός όλα όσα έχει ως τότε μαζεμένα. Αυτό είναι. Αποφασίζω να κάνω εγώ την πρώτη κίνηση. Να πω κάτι. Οτιδήποτε.
«Πώς πάνε οι δουλειές;», του λέω. «Στεγνοκαθαρίζει ακόμα τα ρούχα του ο κόσμος;»
«Μην ανησυχείς», μου απαντά αυτός. «Στο τηλέφωνο μιλάει.»
«Ναι, και; Και αυτός που τα ακούει όλα αυτά στην άλλη άκρη της γραμμής τι φταίει;»
«Όχι, δεν κατάλαβες. Τα λέει στο τηλέφωνο, στη συσκευή, δηλαδή στην εταιρεία. Δεν έχει σήμα, ο άνθρωπος.»
Για κάποιον λόγο αυτή η τελευταία φράση μού ακούγεται κάπως, σαν κάτι πολύ σημαντικό. Κάτι, ασπούμε, σαν απόφθεγμα. Σκέφτομαι πως ίσως, όταν πεθάνει ο στεγνοκαθαριστής θα πρέπει να τη γράψουνε στην τάφο του. Και να περνάνε από πάνω οι ζωντανοί, να τη βλέπουν και να κουνάνε με νόημα το κεφάλι τους: «Δεν έχει σήμα ο άνθρωπος».
Μετά, πάλι, σκέφτομαι ότι όταν έλεγαν «σήμα» οι αρχαίοι εννοούσαν τον ίδιο τον τάφο. Και ύστερα, χωρίς κανένα λόγο προφανή, θυμάμαι που διάβασα κάπου ότι στην Ουκρανία θάβουν τους νεκρούς μέσα στα πάρκα βιαστικά και λένε στους συγγενείς τους: «Φύγετε τώρα και ελάτε να τους κηδέψετε κανονικά και να τους κλάψετε κανονικότερα μετά, που θα έρθει η άνοιξη, θα φύγει η πυρηνική απειλή, θα σταματήσουν οι βόμβες να σκάνε γύρω μας και θα μπορούμε να ακούμε με την ησυχία μας τους γείτονες μας μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα να φωνάζουν έξαλλοι, να βρίζουν, να καταριούνται, να απειλούν, γιατί θα θέλουν να επικοινωνήσουν, να κανονίσουν κάτι, να συνεννοηθούν, μα πάντα, πάντα όμως, θα υπάρχει κάποιος που θα τους εμποδίζει, που θα τους καθυστερεί, ενώ θα τρέχει ο χρόνος, ενώ θα περνάει η ζωή, θα φεύγει, θα εξαφανίζεται, θα γίνεται ανάμνηση, υποσημείωση, σκόνη σε έναν δρόμο πολυσύχναστο, με όλα τα μαγαζιά ανοιχτά, με όλον τον κόσμο να πηγαίνει και να έρχεται».
Και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, μαζί με τη ζωή έχει στο μεταξύ περάσει και η ώρα. Ο φωνακλάς των πάνω ορόφων μοιάζει σαν να έχει κάπως ηρεμήσει. Ποιος ξέρει, μπορεί και να κουράστηκε. Άλλωστε, πιο κουραστικό πράγμα από την οργή, νομίζω, δεν υπάρχει. Αλλά μπορεί και να τα κατάφερε. Να απέκτησε το σήμα που έψαχνε και τώρα να μιλάει με την αγαπημένη του και να της λέει χαμηλόφωνα γλυκόλογα ή ακόμα και βρωμόλογα –ποιος είμαι εγώ να κρίνω- μα πάντως χαμηλόφωνα. Θα είχε πλάκα, πάντως, να συνέβαινε το αντίστροφο. Να ψιθύριζε, δηλαδή, προηγουμένως την οργή του και να ούρλιαζε τον έρωτά του τώρα. Θέλω να μοιραστώ την τελευταία αυτή σκέψη με τον τύπο στο στεγνοκαθαριστήριο, αλλά πολύ φοβάμαι ότι κάπως θα παραγνωριστούμε έτσι. Ναι, καλύτερα να συστηθούμε πρώτα.
Χωρίς να χάσω άλλο χρόνο, βγάζω το παλτό μου και του το δίνω. «Αντάμης», του λέω. «Έγινε», μου απαντά αυτός. «Πέρνα τη Δευτέρα. Θα είναι έτοιμο».

Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

τα πιάτα

Πλένω τα πιάτα. Χτυπάει το κουδούνι. Σκουπίζω τα χέρια βιαστικά. Πάω, ανοίγω. Κανείς. Καλύτερα, σκέφτομαι. Επιστρέφω στον νεροχύτη. Λίγο μετά το κουδούνι ξαναχτυπάει. Τρέχω αυτή τη φορά για να προλάβω. Παίρνω μαζί μου και ένα ποτήρι, μέσα στη σαπουνάδα. Ανοίγω. Κανείς. Βαράω την πόρτα και γυρίζω στην κουζίνα βρίζοντας. Βάζω μουσική στα τέρματα και συνεχίζω τη δουλειά μου.
Κάποια στιγμή, ανάμεσα σε δυο τραγούδια, ακούω κάποιον να χτυπάει την πόρτα. Ποιος είσαι, γαμώ τον μπελά μου, αναρωτιέμαι φωναχτά. Σκουπίζω χέρια, κλείνω τη μουσική και κινούμαι προς την πόρτα. Αργά, προσεκτικά, αθόρυβα. Ο κάποιος συνεχίζει να τη χτυπάει. Κοιτάω από το ματάκι. Τον βλέπω. Δεν τον γνωρίζω. Ο άγνωστος σηκώνει το χέρι του και χτυπάει ξανά και το κουδούνι. Επίμονα αυτή τη φορά. Ξεδιάντροπα. Ανοίγω.
Ο άγνωστος μοιάζει να αιφνιδιάζεται. Το δάχτυλό του ακόμα κολλημένο στο κουδούνι. «Όλα καλά;» ρωτάω. «Για τα κοινόχρηστα», μου λέει σχεδόν απολογητικά. «Εσείς χτυπούσατε νωρίτερα;» του λέω. «Όχι», μου απαντάει. Σκύβω, κοιτάζω τον διάδρομο. Μια μισάνοιχτη πόρτα κλείνει δυνατά. Κάπου ένα σκυλί γαβγίζει παραπονιάρικα. Στο βάθος τα κοριτσάκια από τη Λάμψη του Κιούμπρικ παίζουν πέτρα, ψαλίδι, χαρτί. Όλα στη θέση τους. Ο τύπος μού δίνει τον λογαριασμό. Τον διαβάζω. Πάνω του είναι γραμμένο ένα αστρονομικό πόσο. «Τι είναι αυτό;» ρωτάω έντρομος. «Η μέση απόσταση μεταξύ Γης και Ήλιου», μου απαντάει. Ψάχνω τις τσέπες μου. «Μισό λεπτό», του λέω, κλείνω την πόρτα και επιστρέφω στην κουζίνα.
Μεγάλη υπόθεση το πλύσιμο των πιάτων. Συνδυάζει χειρωνακτική απασχόληση, ιεροτελεστία τακτοποίησης των πραγμάτων και επαφή με το τρεχούμενο νερό. Παλιά, όταν είχα νεύρα, τα πιάτα τα έσπαγα. Τώρα, για να ηρεμήσω, προτιμάω να τα πλένω.