Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

το μηχάνημα

Περνάω από τη Δεή να πληρώσω έναν λογαριασμό. Βλέπω ότι έχει ουρά και το μετανιώνω. Πριν φύγω, παρατηρώ μια επιγραφή που λέει: «Πληρώστε τον λογαριασμό σας εύκολα και γρήγορα εδώ.» Το «εδώ» είναι ένα μηχάνημα, το οποίο, ωστόσο, κανείς δεν φαίνεται να το τιμά. Λέω να δοκιμάσω. Το πλησιάζω, διαβάζω τις οδηγίες και τις ακολουθώ κατά γράμμα, ή έτσι νομίζω τουλάχιστον, για καμιά δεκαριά φορές. Αισθάνομαι ότι το μηχάνημα με κοροϊδεύει. Στο μεταξύ, κάποιοι που έχουν έρθει μετά από εμένα ήδη εξυπηρετούνται στα ταμεία, οπότε νιώθω διπλά ηλίθιος.
Πάω να φύγω, αλλά ένας ηλικιωμένος, που περιμένει τόσην ώρα υπομονετικά από πίσω μου, με σταματά. «Πού πας; Δεν θα πληρώσεις;» «Ε, δεν δουλεύει...», του λέω συγχυσμένος. «Δώσε μου εδώ», μου λέει. «Θα σου δείξω.» Του δίνω τον λογαριασμό και τα χρήματα και τον παρακολουθώ να κάνει ακριβώς ότι έκανα κι εγώ δέκα φορές τουλάχιστον. «Ορίστε», μου λέει, επιστρέφοντάς μου τα ρέστα μαζί με την απόδειξη. Τον κοιτάζω με ευγνωμοσύνη και θαυμασμό. «Σας ευχαριστώ», του λέω. «Αν θέλεις», μου απαντά, «δώσε μου κάτι για τον κόπο μου... Έχω να πάρω και τα φάρμακα για την κυρά.» Του ξαναδίνω πίσω τα ρέστα και φεύγω ντροπιασμένος, για άλλον λόγο όμως από αυτόν που περίμενα.
Γυρίζοντας στο σπίτι, σταματάω κάπου να πάρω έναν καφέ. Ενώ μου τον φτιάχνει ο καφετζής, του λέω τι μου συνέβη. «Α, είναι κάτι παππούδες που το κάνουν αυτό επαγγελματικά», μου λέει, «για το χαρτζιλίκι...» Αμέσως μετά, μάλλον για να αλλάξουμε κουβέντα, με ρωτάει: «Οι δικοί σου οι παππούδες ζούνε;» Η κουβέντα δεν αλλάζει.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

αποθήκευση ως

Παίζω σκάκι στο ίντερνετ ενώ παράλληλα ακούω ραδιόφωνο. Φοράω ακουστικά. Έχω απομονωθεί από τον υπόλοιπο κόσμο και δεν ακούω ούτε κουδούνια ούτε τηλέφωνα. Τα όποια κουδούνια και τηλέφωνα, στο μεταξύ -όπως θα μάθω αργότερα- όση ώρα παίζω, βαράνε απεγνωσμένα.
Τέλος πάντων, κάποια στιγμή, αφού έχω χάσει τρεις παρτίδες συνεχόμενες από έναν ελεεινό τύπο από το Χονγκ Κονγκ, το κλείνω. Αν και είμαι μόνος μου στο σπίτι -έτσι νομίζω, δηλαδή- νιώθω μια παρουσία απροσδιόριστη κάπου εκεί κοντά μου. Βγάζω τα ακουστικά, γυρίζω και βλέπω, δίπλα μου σχεδόν, έναν άγνωστο να με κοιτάζει σιωπηλός και να κρατάει στα χεριά ένα τσεκούρι. «Τι φάση;» του λέω. Με προβληματίζει λίγο το γεγονός ότι τον αντιμετωπίζω τόσο ψύχραιμα. Βασικά, η αντίδρασή μου με τρομάζει περισσότερο από ότι ο άγνωστος και το τσεκούρι του. «Εσύ, τι φάση;» μου λέει αυτός. «Δεν είναι ευγενικό να απαντάμε με ερώτηση», του λέω. «Ποιος το λέει αυτό;» με ρωτάει. «Δεν θυμάμαι, κάπου θα το διάβασα», του απαντώ. «Καλά», μου λέει.
Τον κοιτάζω καλύτερα. Δεν μοιάζει και τόσο με μανιακό δολοφόνο. Πιο πολύ, θα έλεγα, πως θυμίζει πλασιέ ή κάτι τέτοιο. Ο τρόπος, ειδικά, που κρατάει το τσεκούρι του είναι σαν να θέλει να μου το πουλήσει. Αναρωτιέμαι πόσο να κοστίζει. Από την άλλη, όμως, τι να το κάνω ένα τσεκούρι; Ειλικρινά, δεν μπορώ να σκεφτώ σε τι θα μπορούσε να μου χρησιμεύσει. Αποφασίζω να αλλάξω κουβέντα - όχι ότι λέγαμε και κάτι συγκεκριμένο. «Πώς μπήκες εδώ μέσα;» «Από την πόρτα.» Εντάξει, αν παίζουμε σε ταινία τρόμου, μάλλον αυτός που έγραψε το σενάριο καλυτέρα να το γυρίσει στις επιθεωρήσεις. «Μια ώρα χτυπούσα και δεν άκουγες», μου λέει. «Σε πήρα και τηλέφωνο.» Πιάνω το κινητό, κοιτάζω την οθόνη. Όντως, δώδεκα αναπάντητες από κάποιο νούμερο που παραδόξως το έχω ήδη αποθηκεύσει στις επαφές μου ως «σχιζοφρενής». Το κρύβω για να μην το δει. Δεν θέλω να τον προσβάλω.
Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι αυτό είναι αναπόφευκτο. «Να σου πω», του λέω, «δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, αλλά μάλλον πρέπει να ξυπνήσω τώρα.» «Τι εννοείς;» ρωτάει αυτός. Δεν ξέρω πώς να του το πω, χωρίς να τον πληγώσω. «Εμ... να μωρέ, ξέρεις… δεν υπάρχεις. Είναι που κοιμάμαι και σε βλέπω στον ύπνο μου. Σόρρυ, ε;» «Α, ναι; Και γιατί να μην είσαι εσύ ο ανύπαρκτος κι εγώ αυτός που κοιμάται; Ε; Για πες; Γιατί;» Ωχ, δεν έχω κάτι να απαντήσω σε αυτό. Μαλακία, κάπου. Ο τύπος βάζει τα γέλια. Γελάει τόσο δυνατά που στο τέλος ξυπνάει.
Ανοίγει τα μάτια, ακουμπάει το τσεκούρι δίπλα στο μαξιλάρι του και σηκώνεται από το κρεβάτι. Ανάβει τσιγάρο και ανοίγει το λάπτοπ του. Στην επιφάνεια είναι ανοιγμένη μια σκακιέρα. Στο παράθυρο διαλόγου από κάτω ένας τύπος από το ελεεινό Χονγκ Κονγκ τον ρωτάει αν θέλει να ξαναπαίξουν.

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

ο κλεφτης

συχναζε στα μεγαλα βιβλιοπωλεια. διαβαζε στα ορθια ολοκληρα βιβλια κ μετα τα εβαζε ξανα στη θεση τους κ εφευγε. στην εξοδο ο συναγερμος σφυριζε παντα αδιαφορα

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

αυτο εχω μονο

μπαινω στο σουπερμαρκετ να παρω κατι. το βρισκω, το παιρνω, παω προς το ταμειο. μπροστα μου ενας τυπος με ενα μεγαλο καροτσι φορτωμενο οσο δεν παει. ο τυπος γυριζει, με κοιταζει, παρατηρει το ενα πραγμα που κραταω στα χερια μου κ με ρωταει: "αυτο εχεις μονο;" κανονικα, εδω θα επρεπε εγω να του απαντησω καταφατικα κ αυτος να μου παραχωρησει τη θεση του -οπως γινεται συνηθως στον πολιτισμενο κοσμο- κ να τελειωσει πριν ξεκινησει καν αυτη η ιστορια. ο συγκεκριμενος τυπος, ομως, δεν περιμενει να του απαντησω. βασικα η φραση του "αυτο εχεις μονο;" δεν ηταν κ τοσο ερωτηση αλλα πιο πολυ διαπιστωση. ξαναγυριζει προς το ταμειο κ αρχιζει να ξεφορτωνει το καροτσι του αδιστακτα. τα ψωνια του τυπου αρχιζουν να κινουνται πανω στον ιμαντα. ο ιμαντας κυλαει ανεμελος προς την ταμια. η ταμιας με κοιταζει με συμπονια. κ τοτε ακουγεται μια φωνη απο πισω μου να λεει: "καλα, ρε, δεν ντρεπεσαι;" για καποιον λογο σκεφτομαι οτι απευθυνεται σε εμενα. οτι θα επρεπε να ντρεπομαι που θελω να αγορασω μονο ενα πραγμα. γυριζω κ βλεπω εναν αλλον τυπο με ενα εξισου υπερφορτωμενο καροτσι να κοιταζει προς το ταμειο ενοχλημενος. ο τυπος μπροστα μου εχει γυρισει κ τον κοιταζει επισης. "σε εμενα μιλας;" του λεει. "ναι, ρε", του απανταει ο αλλος, "δεν ντρεπεσαι;" "ντρεπομαι λιγο, ναι. εσυ;" "κ εγω ντρεπομαι, καμια φορα, δεν λεω." η κουβεντα εχει παρει ενδιαφερουσα ντροπη, αλλα δεν γινεται να μεινουμε για παντα εκει μεσα. η ταμιας μάς κοιταζει ανησυχη. μετα σκυβει πανω απο το μικροφωνο κ λεει: "η κυρια ιωαννου στο ταμειο τεσσερα, παρακαλω." η κυρια ιωαννου σπευδει να εκτονωσει την κατασταση. ανοιγει το διπλανο ταμειο, σκυβει πανω απο το δικο της μικροφωνο κ λεει: "περαστε απο το τεσσερα, παρακαλω." ο τυπος απο πισω μου σπρωχνει το καροτσι προς τα δεξια, με προσπερνα κ πιανει θεση. καθως αδειαζει το καροτσι του, γυριζει, με κοιταζει, κοιταζει κ το ενα κ μοναδικο καταναλωτικο προϊον που κραταω στα χερια μου κ με ρωτα: "καλα, αληθεια, αυτο εχεις μονο;" "οχι μωρε", του απαντω, "εχω κ ενα σωρο αλλα που με απασχολουν. μην σας βαραινω με τα δικα μου τωρα.." ο τυπος νομιζει οτι τον κοροϊδευω, αλλα δινει τοπο στην οργη κ γυριζει ξανα προς την κυρια ιωαννου, η οποια αρπαζει παλι το μικροφωνο κ λεει: "η κυρια παπαδημητριου στο ταμειο πεντε, παρακαλω". κ ενω περιμενω την κυρια παπαδημητριου να ερθει να με σωσει, σκεφτομαι ποσο πολυ θα ηθελα να παρουσιασω καποια στιγμη καποιο βιβλιο μου μεσα σε ενα σουπερμαρκετ κ να διαβαζω αποσπασματα απο το μικροφωνο του ταμειου κ να νομιζουν ολοι οτι τους κοροϊδευω κ εγω κατα βαθος να ντρεπομαι αβασταχτα που αυτο που τους διαβαζω εχω μονο

Κυριακή 11 Απριλίου 2021

αδιακρισιες

 γυριζω προς το σπιτι με τα ποδια. ετσι οπως περπαταω στον πεζοδρομο, παρατηρω μια νεαρη γυναικα να ερχεται απο την αντιθετη κατευθυνση κ για καποιο λογο αισθανομαι αμεσως πως κατι δεν παει καλα με την περιπτωση της. καθως πλησιαζουμε ο ενας τον αλλον, βλεπω καθαρα οτι κλαιει. δεν εννοω οτι ειναι απλως δακρυσμενη. η κοπελα κλαιει, γοερα, με λυγμους κ τετοια. σκεφτομαι να τη ρωτησω αν χρειαζεται βοηθεια, αλλα δεν ξερω αν ειναι σωστο. θα ελεγα οτι δεν ξερω αν ειναι δουλεια μου να τη ρωτησω κ να της προσφερω οποιουδηποτε ειδους βοηθεια, αλλα ακομα δεν εχω καταλαβει ποια ειναι η δουλεια μου ακριβως, οποτε δεν το λεω. ναι, αλλα γιατι φοβαμαι να μην φανω αδιακριτος, εαν τη βοηθησω, κ δεν με νοιαζει να μην φανω αδιαφορος, εαν την προσπερασω κ συνεχισω, σαν να μην εχει τιποτα συμβει, τον δρομο για το σπιτι; κ εν παση περιπτωσει, σε ποιον δεν θελω να φανω αδιακριτος ή αδιαφορος; σε εκεινη; σε εμενα; στον πεζοδρομο; σε καποια αορατη δυναμη που βρισκεται καπου αραχτη κ παρακολουθει τις αντιδρασεις μου, μην εχοντας μαλλον αποψε κατι καλυτερο να κανει; πλεον δεν μας χωριζουν παρα ελαχιστα βηματα. πρεπει να παρω οσο πιο γρηγορα γινεται μιαν αποφαση. αναρωτιεμαι ποσο θα εδιναν τα γραφεια στοιχηματων, εαν παιζονταν σε αυτα οι αποφασεις μου, η ταχυτητα ληψης τους κ η συνεπης εφαρμογη τους. αραγε, εγω ο ιδιος θα τολμουσα να πονταρω εστω κ ενα ευρω επανω μου; τωρα πια βρισκεται ακριβως μπροστα μου. τοσο κοντα που μπορω ανετα να καθρεφτιστω πανω στα μουσκεμενα μαγουλα της, να κοιταχτω καλα-καλα κ να στρωσω τη χωριστρα της αναποφασιστικοτητας μου. η νεαρη θλιμμενη υπαρξη σηκωνει το βλεμμα της κ το στελνει να διασταυρωθει με το δικο μου. για μια στιγμη, θα επαιρνα ορκο οτι το βλεμμα αυτο φωναζει "κανε κατι". ελαχιστα δεκατα του δευτερολεπτου πριν "κανω κατι" τελικα, ακουω τη φωνη της, βραχνη κ τσαμπουκαλεμενη κ εξωφρενικα παραταιρη με το παρουσιαστικο της, να λεει: "τι κοιτας, ρε;" θα βρεξει, νομιζω, αποψε. αλλα μπορει κ οχι