Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011
Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011
η Μουριά
σκηνή 1η: μέρα, εσωτερικό – γραφείο
Ο Δημήτρης μπαίνει στο γραφείο. Ξεκουμπώνει το παλτό του. Ακουμπάει πάνω στο τραπέζι μια εφημερίδα και κάτι χαρτιά. Ανοίγει τον υπολογιστή. Στρίβει τσιγάρο. Ανοίγει την μπαλκονόπορτα και στέκεται στο άνοιγμα. Καπνίζει κοιτάζοντας την κίνηση έξω στο δρόμο και στην πλατεία. Ακούγεται το κουδούνι. Κλείνει την μπαλκονόπορτα, τραβάει τις κουρτίνες, σβήνει το τσιγάρο και βγαίνει από το δωμάτιο. Από τον προθάλαμο ακούμε την πόρτα να ανοίγει και ύστερα το Δημήτρης να μιλάει με τον πελάτη του.
Ο Δημήτρης επιστρέφει στο δωμάτιο μαζί με τον κυρ-Γιάννη.
O κυρ-Γιάννης κάθεται στην πολυθρόνα. Ο Δημήτρης ανοίγει ξανά τις κουρτίνες.
Ο Δημήτρης σηκώνεται και βγαίνει από το γραφείο. Ο κυρ-Γιάννης κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Βλέπουμε τη μουριά απέναντι. Μαύρη και ξερή.
σκηνή 2η: μέρα, εξωτερικό – πεζόδρομος
Ο Δημήτρης στέκεται όρθιος μπροστά στο καφέ. Η Λέλα, μέσα από το ανοιχτό παράθυρο του μαγαζιού, ρίχνει το καφέ στο χάρτινο ποτηράκι.
Ο Δημήτρης αφήνει ένα κέρμα πάνω στον πάγκο και απομακρύνεται ανακατεύοντας τον καφέ. Στέκεται μπροστά σε έναν μικρό κάδο σκουπιδιών και ενώ συνεχίζει να ανακατεύει μηχανικά βλέπει από την άλλη πλευρά του δρόμου να πλησιάζει προς το μέρος του η Αντιγόνη.
Ο Δημήτρης σταματάει να ανακατεύει τον καφέ. Πετάει το κουταλάκι στον κάδο απορριμμάτων και πίνει λίγο. Τραβιέται κάνοντας έναν μορφασμό σα να κάηκε η γλώσσα του.
Αρχίζουν να περπατάνε μαζί. Ο Δημήτρης κοιτάζει το χάρτινο σωλήνα που είναι κρεμασμένος στην πλάτη της Αντιγόνης.
σκηνή 3η: μέρα, εσωτερικό – γραφείο
O κυρ-Γιάννης έχει γυρίσει την πολυθρόνα προς την μπαλκονόπορτα. Κοιτάζει προς τη μουριά και σφυρίζει. Κοιτάζει το ρολόι του. Το βγάζει και το ακουμπάει πάνω στο γραφείο. Δίπλα βλέπει μια στοίβα με περιοδικά. Παίρνει ένα και αρχίζει να το ξεφυλλίζει ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς τη μουριά. Συνεχίζει να σφυρίζει.
σκηνή 4η: μέρα, εσωτερικό – αυτοκίνητο
Ο Δημήτρης και η Αντιγόνη κάθονται. Ο Δημήτρης βάζει μπρος τη μηχανή και η Αντιγόνη δένει τη ζώνη της. Το αυτοκίνητο ξεκινά.
Ο Δημήτρης φτιάχνει τον καθρέφτη κοιτάζεται και μετά κοιτάζει ένα αυτοκίνητο που του αναβοσβήνει τα φώτα από πίσω.
σκηνή 5η: μέρα, εσωτερικό – γραφείο
Ο κυρ-Γιάννης συνεχίζει να ξεφυλλίζει το περιοδικό σφυρίζοντας. Σηκώνει ξαφνικά τα μάτια του και κοιτάζει τον πίνακα που είναι πάνω από το γραφείο. Παρατάει το περιοδικό, σηκώνεται και πλησιάζει προς τον πίνακα που δείχνει μια γυναίκα με γαλάζια μάτια. Κολλάει σχεδόν τη μούρη του. Τον μυρίζει και μετά τον αγγίζει δειλά. Απομακρύνεται κοιτάζοντάς τον και μετά ξαναπλησιάζει και τον μετακινεί λίγο αριστερότερα. Επιστρέφει στην πολυθρόνα του και κοιτάζει τον πίνακα κάνοντας έναν μορφασμό ικανοποίησης.
σκηνή 6η: μέρα, εσωτερικό – αυτοκίνητο
Πολύ κίνηση στους δρόμους. O Δημήτρης οδηγάει νευρικά. Η Αντιγόνη προσπαθεί να χαμηλώσει την ένταση της μουσικής. Ο Δημήτρης την ξαναδυναμώνει. Σταματούν σε ένα φανάρι. Ο Δημήτρης τραβάει μια τζούρα από το τσιγάρο του και πίνει λίγο καφέ. Κοιτάζει τα πολύχρωμα γάντια της Αντιγόνης και μετά το κασκόλ της. Μετά την κοιτάζει στα μάτια.
Ο Δημήτρης στρίβει απότομα σε κάποιον μικρότερο δρόμο. Κορναρίσματα από πίσω του.
σκηνή 7η: μέρα, εσωτερικό – γραφείο
Ο κυρ-Γιάννης στέκεται όρθιος μπροστά στην μπαλκονόπορτα και κοιτάζει έξω. Ανοίγει την μπαλκονόπορτα και ο θόρυβος της πόλης εισβάλει στο γραφείο. Κάνει μισό βήμα πίσω σα τρομαγμένος. Χτυπάει το τηλέφωνο που είναι πάνω στο γραφείο. Ο κυρ-Γιάννης κλείνει την μπαλκονόπορτα και κοιτάζει το τηλέφωνο που χτυπάει. Κινείται αμήχανα γύρω από το γραφείο. Στο τέλος σηκώνει το ακουστικό και το ξανακατεβάζει αμέσως. Χαμογελάει ευχαριστημένος.
σκηνή 8η: μέρα, εσωτερικό – αυτοκίνητο
Το αυτοκίνητο κινείται μέσα σε στενά δρομάκια.
Η Αντιγόνη χαμηλώνει την ένταση του ραδιοφώνου.
Το αυτοκίνητο στρίβει σε ένα στενό απότομα και φρενάρει. Ο Δημήτρης κλείνει τελείως την ένταση του ραδιοφώνου.
Η Αντιγόνη κοιτάζει έξω από το τζάμι και γουρλώνει τα μάτια. Απ’ έξω τη βλέπουμε με έκπληκτο ύφος να λέει «δεν το πιστεύω!».
σκηνή 9η: μέρα, εξωτερικό – στο δρόμο
Η Αντιγόνη κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και κοιτάζει σαστισμένη το σπίτι, το οποίο φαίνεται πολύ παλιό και εγκαταλειμμένο. Ο Δημήτρης σβήνει την μηχανή και βγαίνει επίσης από το αμάξι. Στέκεται πίσω από την Αντιγόνη, χαμογελάει, φανερά ικανοποιημένος και πίνει λίγο από τον καφέ του.
Η Αντιγόνη γυρίζει και τον κοιτάζει. Ο Δημήτρης τελειώνει τον καφέ του.
Η Αντιγόνη γυρίζει ξανά προς το σπίτι.
σκηνή 10η: μέρα, εσωτερικό – δωμάτιο
Μέσα από το παράθυρο του δωματίου του εγκαταλειμμένου σπιτιού και πίσω από μια σκισμένη κουρτίνα φαίνονται έξω στο δρόμο η Αντιγόνη και ο Δημήτρης να κοιτάζουν προς το σπίτι.
σκηνή 11η: μέρα, εξωτερικό – στο δρόμο
Η Αντιγόνη γυρίζει και κοιτάζει ξανά το Δημήτρη που την κοιτάζει αμίλητος.
Η Αντιγόνη και ο Δημήτρης κοιτάζονται στα μάτια. Στο παράθυρο του παλιού σπιτιού η κουρτίνα μοιάζει σα να κουνιέται λίγο.
σκηνή 12η: μέρα, εσωτερικό – γραφείο
Ο κυρ-Γιάννης τραβάει ξανά την κουρτίνα και κοιτάζει προς την πλατεία. Χαμογελάει. Γύρω από τη μουριά, που έχει -έτσι ξαφνικά- ολόκληρη ανθίσει, έχει συγκεντρωθεί πολύς κόσμος και την κοιτάζει.
Ο Δημήτρης μπαίνει στο γραφείο. Ξεκουμπώνει το παλτό του. Ακουμπάει πάνω στο τραπέζι μια εφημερίδα και κάτι χαρτιά. Ανοίγει τον υπολογιστή. Στρίβει τσιγάρο. Ανοίγει την μπαλκονόπορτα και στέκεται στο άνοιγμα. Καπνίζει κοιτάζοντας την κίνηση έξω στο δρόμο και στην πλατεία. Ακούγεται το κουδούνι. Κλείνει την μπαλκονόπορτα, τραβάει τις κουρτίνες, σβήνει το τσιγάρο και βγαίνει από το δωμάτιο. Από τον προθάλαμο ακούμε την πόρτα να ανοίγει και ύστερα το Δημήτρης να μιλάει με τον πελάτη του.
Δημήτρης (off)
Καλώς τον!
κυρ-Γιάννης (off)
Καλημέρα! Άργησα, ε;
Δημήτρης (off)
Όχι, όχι… κι εγώ τώρα ήρθα.
κυρ-Γιάννης (off)
Τότε αργήσαμε κι οι δυο.
Ο Δημήτρης επιστρέφει στο δωμάτιο μαζί με τον κυρ-Γιάννη.
Δημήτρης
Κάθισε! Θέλεις καφέ;
κυρ-Γιάννης
Όχι, ήπια.
Δημήτρης
Σίγουρα;
κυρ-Γιάννης
Κάποτε έμενα εδώ. Το ξέρεις;
Δημήτρης
Μου το είπες την τελευταία φορά.
κυρ-Γιάννης
Ξέρεις πως καταλαβαίναμε εδώ, στην πλατεία
ότι έχει έρθει η άνοιξη;
Δημήτρης
Από τη μουριά…
κυρ-Γιάννης
Από τη μουριά απέναντι!
Τη βλέπεις που είναι ξερή και μαύρη τώρα;
Ε, μόλις φτάσει η άνοιξη ανθίζει και πρασινίζει
μέσα σε μια μέρα!
Δημήτρης
Έτσι ξαφνικά…
κυρ-Γιάννης
Έτσι ξαφνικά! Από τη μια στιγμή στην άλλη.
Έτσι έρχεται η άνοιξη.
Δημήτρης
Σε πειράζει να πάω να πάρω έναν καφέ για μένα;
κυρ-Γιάννης
Όχι, ήπια.
Δημήτρης
Εντάξει! Πάω να πάρω έναν καφέ για μένα τώρα.
Δε θα αργήσω. Έρχομαι, ε;
κυρ-Γιάννης
Ναι, πήγαινε, πήγαινε!
Ο Δημήτρης σηκώνεται και βγαίνει από το γραφείο. Ο κυρ-Γιάννης κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Βλέπουμε τη μουριά απέναντι. Μαύρη και ξερή.
σκηνή 2η: μέρα, εξωτερικό – πεζόδρομος
Ο Δημήτρης στέκεται όρθιος μπροστά στο καφέ. Η Λέλα, μέσα από το ανοιχτό παράθυρο του μαγαζιού, ρίχνει το καφέ στο χάρτινο ποτηράκι.
Λέλα
Ζάχαρη;
Δημήτρης
Να ‘σαι καλά κοπελιά!
Ο Δημήτρης αφήνει ένα κέρμα πάνω στον πάγκο και απομακρύνεται ανακατεύοντας τον καφέ. Στέκεται μπροστά σε έναν μικρό κάδο σκουπιδιών και ενώ συνεχίζει να ανακατεύει μηχανικά βλέπει από την άλλη πλευρά του δρόμου να πλησιάζει προς το μέρος του η Αντιγόνη.
Αντιγόνη
Καλημέρα Γιάννη!
Δημήτρης
Καλημέρα! Καλά;
Αντιγόνη
Ε… ναι. Πηγαίνω στη σχολή και…
Δημήτρης
Δεν ήρθες χθες.
Αντιγόνη
Όχι… είχα πολύ δουλειά, αλλά…
Δημήτρης
Έλα να σε πάω!
Αντιγόνη
Που;
Δημήτρης
Στη σχολή. Στο δρόμο μου είσαι.
Αντιγόνη
Που πας;
Δημήτρης
Έλα, σου λέω!
Αντιγόνη
Και ο καφές;
Ο Δημήτρης σταματάει να ανακατεύει τον καφέ. Πετάει το κουταλάκι στον κάδο απορριμμάτων και πίνει λίγο. Τραβιέται κάνοντας έναν μορφασμό σα να κάηκε η γλώσσα του.
Δημήτρης
Θα τον πιω στο δρόμο. Έλα!
Αντιγόνη
Δεν έχεις δουλειά;
Δημήτρης
Αυτή είναι η δουλεία μου. Από ‘δω!
Αρχίζουν να περπατάνε μαζί. Ο Δημήτρης κοιτάζει το χάρτινο σωλήνα που είναι κρεμασμένος στην πλάτη της Αντιγόνης.
Δημήτρης
Τι έχεις εδώ μέσα;
σκηνή 3η: μέρα, εσωτερικό – γραφείο
O κυρ-Γιάννης έχει γυρίσει την πολυθρόνα προς την μπαλκονόπορτα. Κοιτάζει προς τη μουριά και σφυρίζει. Κοιτάζει το ρολόι του. Το βγάζει και το ακουμπάει πάνω στο γραφείο. Δίπλα βλέπει μια στοίβα με περιοδικά. Παίρνει ένα και αρχίζει να το ξεφυλλίζει ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς τη μουριά. Συνεχίζει να σφυρίζει.
σκηνή 4η: μέρα, εσωτερικό – αυτοκίνητο
Ο Δημήτρης και η Αντιγόνη κάθονται. Ο Δημήτρης βάζει μπρος τη μηχανή και η Αντιγόνη δένει τη ζώνη της. Το αυτοκίνητο ξεκινά.
Δημήτρης
Και γιατί την κάνεις αυτήν την μακέτα;
Αντιγόνη
Καλά δε ακούς τι σου λέω;
Για το μάθημα. Έχουμε εξετάσεις, ξέρεις…
Δημήτρης
Ναι, ε;
Αντιγόνη
Ναι.
Δημήτρης
Γι’ αυτό δεν ήρθες χθες;
Αντιγόνη
Και γι’ αυτό.
Δημήτρης
Και γιατί άλλο;
Αντιγόνη
Να σου πω, σίγουρα δεν έχεις δουλειά τώρα;
Δε θα ‘πρεπε να είσαι στο γραφείο;
Δημήτρης
Μπα, θα πάω μετά…
Έχω άλλη δουλειά τώρα.
σκηνή 5η: μέρα, εσωτερικό – γραφείο
Ο κυρ-Γιάννης συνεχίζει να ξεφυλλίζει το περιοδικό σφυρίζοντας. Σηκώνει ξαφνικά τα μάτια του και κοιτάζει τον πίνακα που είναι πάνω από το γραφείο. Παρατάει το περιοδικό, σηκώνεται και πλησιάζει προς τον πίνακα που δείχνει μια γυναίκα με γαλάζια μάτια. Κολλάει σχεδόν τη μούρη του. Τον μυρίζει και μετά τον αγγίζει δειλά. Απομακρύνεται κοιτάζοντάς τον και μετά ξαναπλησιάζει και τον μετακινεί λίγο αριστερότερα. Επιστρέφει στην πολυθρόνα του και κοιτάζει τον πίνακα κάνοντας έναν μορφασμό ικανοποίησης.
σκηνή 6η: μέρα, εσωτερικό – αυτοκίνητο
Πολύ κίνηση στους δρόμους. O Δημήτρης οδηγάει νευρικά. Η Αντιγόνη προσπαθεί να χαμηλώσει την ένταση της μουσικής. Ο Δημήτρης την ξαναδυναμώνει. Σταματούν σε ένα φανάρι. Ο Δημήτρης τραβάει μια τζούρα από το τσιγάρο του και πίνει λίγο καφέ. Κοιτάζει τα πολύχρωμα γάντια της Αντιγόνης και μετά το κασκόλ της. Μετά την κοιτάζει στα μάτια.
Αντιγόνη
Τι;
Δημήτρης
Τι;
Αντιγόνη
Τι με κοιτάς;
Δημήτρης
Μες στα χρώματα είσαι σήμερα…
Αντιγόνη
Ε… ναι! Συνήθως είμαι μες στα μαύρα και τα γκρι.
Αλλά όταν διαλέγω χρώματα, το παρακάνω. Χα!
Ενώ μιλάει η Αντιγόνη, χαμογελά αυτάρεσκα και χτυπάει παιχνιδιάρικα τις γροθιές της. Το φανάρι έχει γίνει πράσινο και κάποιος κορνάρει από πίσω. Ο Δημήτρης κοιτάζει στον καθρέφτη.
Δημήτρης
Α, γαμήσου!
Αντιγόνη
Τι;
Δημήτρης
Έχεις δει το ωραιότερο σπίτι της πόλης;
Αντιγόνη
Ε… δεν ξέρω… που;
Δημήτρης
Θα δεις!
Ο Δημήτρης στρίβει απότομα σε κάποιον μικρότερο δρόμο. Κορναρίσματα από πίσω του.
Δημήτρης
Χα!
Ο κυρ-Γιάννης στέκεται όρθιος μπροστά στην μπαλκονόπορτα και κοιτάζει έξω. Ανοίγει την μπαλκονόπορτα και ο θόρυβος της πόλης εισβάλει στο γραφείο. Κάνει μισό βήμα πίσω σα τρομαγμένος. Χτυπάει το τηλέφωνο που είναι πάνω στο γραφείο. Ο κυρ-Γιάννης κλείνει την μπαλκονόπορτα και κοιτάζει το τηλέφωνο που χτυπάει. Κινείται αμήχανα γύρω από το γραφείο. Στο τέλος σηκώνει το ακουστικό και το ξανακατεβάζει αμέσως. Χαμογελάει ευχαριστημένος.
σκηνή 8η: μέρα, εσωτερικό – αυτοκίνητο
Το αυτοκίνητο κινείται μέσα σε στενά δρομάκια.
Αντιγόνη
Που πάμε;
Δημήτρης
…
Η Αντιγόνη χαμηλώνει την ένταση του ραδιοφώνου.
Αντιγόνη
Δημήτρη, που πάμε;
Δημήτρης
Σου είπα, θα δεις!
Αντιγόνη
Καλά.
Δημήτρης
Ορίστε!
Αντιγόνη
Τι;
Δημήτρης
Το σπίτι που σου έλεγα…
σκηνή 9η: μέρα, εξωτερικό – στο δρόμο
Η Αντιγόνη κατεβαίνει από το αυτοκίνητο και κοιτάζει σαστισμένη το σπίτι, το οποίο φαίνεται πολύ παλιό και εγκαταλειμμένο. Ο Δημήτρης σβήνει την μηχανή και βγαίνει επίσης από το αμάξι. Στέκεται πίσω από την Αντιγόνη, χαμογελάει, φανερά ικανοποιημένος και πίνει λίγο από τον καφέ του.
Αντιγόνη
Πως το ανακάλυψες αυτό;
Δημήτρης
Ξέρεις τώρα… Όποιος γυρίζει…
Αντιγόνη
Είναι απίστευτο!
Δημήτρης
…
Αντιγόνη
Και πως ήξερες ότι θα μου άρεσε;
Δημήτρης
Δεν το ήξερα. Το μάντεψα.
Αντιγόνη
Θέλεις να πάμε μέσα να το εξερευνήσουμε;
Δημήτρης
Τώρα δεν προλαβαίνω. Πρέπει να γυρίσω στο γραφείο. Μετά αν θέλεις…
Αντιγόνη
Μα είπες πως δεν έχεις δουλειά…
Δημήτρης
…
Αντιγόνη
Πότε μετά;
Δημήτρης
Εσύ τι ώρα τελειώνεις; Αν θέλεις μπορώ να περάσω να σε πάρω.
Αντιγόνη
Σίγουρα δε μένει κανείς;
Μέσα από το παράθυρο του δωματίου του εγκαταλειμμένου σπιτιού και πίσω από μια σκισμένη κουρτίνα φαίνονται έξω στο δρόμο η Αντιγόνη και ο Δημήτρης να κοιτάζουν προς το σπίτι.
σκηνή 11η: μέρα, εξωτερικό – στο δρόμο
Η Αντιγόνη γυρίζει και κοιτάζει ξανά το Δημήτρη που την κοιτάζει αμίλητος.
Αντιγόνη
Ε; Τι λες;
Δημήτρης
Σου πάνε πολύ τα χρώματα!
Η Αντιγόνη και ο Δημήτρης κοιτάζονται στα μάτια. Στο παράθυρο του παλιού σπιτιού η κουρτίνα μοιάζει σα να κουνιέται λίγο.
σκηνή 12η: μέρα, εσωτερικό – γραφείο
Ο κυρ-Γιάννης τραβάει ξανά την κουρτίνα και κοιτάζει προς την πλατεία. Χαμογελάει. Γύρω από τη μουριά, που έχει -έτσι ξαφνικά- ολόκληρη ανθίσει, έχει συγκεντρωθεί πολύς κόσμος και την κοιτάζει.
Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011
Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011
Διάβασε αυτό το βιβλίο και ύστερα αγόρασε άλλα δέκα αντίτυπα και δώρισε τα σε άλλους δέκα ανθρώπους. Δεν έχει σημασία αν αυτοί είναι αδέρφια ή εχθροί σου, γείτονες ή άγνωστοι, άνδρες ή γυναίκες, υπαρκτά πρόσωπα ή φανταστικοί σου φίλοι. Ζήτησε κι εσύ από αυτούς να κάνουνε το ίδιο. Αν αρνηθείς, μεγάλη κατάρα θα πέσει πάνω σου. Κακό μεγάλο θα σε συναντήσει εκεί που δεν το περιμένεις. όσοι αδιαφόρησαν με το μήνυμα αυτό, είχανε κακό τέλος. Ο Ε., τραπεζικός υπάλληλος, το θεώρησε ένα κακόγουστο αστείο, πέταξε το βιβλίο και είπε, «δε θα φάω ποτέ ξανά τόσο βαριά πριν πέσω για ύπνο!». Την επόμενη μέρα έγινε ένοπλη ληστεία στην τράπεζα, όπου δούλευε. Εκείνος σε μία κρίση ηρωισμού ή από φθόνο για τους ληστές, που έρχονται στην τράπεζα ό,τι ώρα γουστάρουν, ενώ εκείνος πρέπει να χτυπάει κάρτα από τις οκτώ, πάτησε το συναγερμό. Οι ληστές τον καταλάβανε και το έβαλαν στα πόδια αφού πρώτα του πήρανε ολόκληρη τη συλλογή από πυγολαμπίδες που έκρυβε κάτω από το γραφείο του. Κακόγουστο αστείο θεώρησε πως είναι το μήνυμα αυτό και ο Ζ., ναυαγοσώστης, και πέταξε το βιβλίο, μαζί με άλλα παλιά και άχρηστα χαρτιά, εφημερίδες, περιοδικά, εκβιαστικές επιστολές και ερωτικά ραβασάκια, στον ειδικό κάδο ανακύκλωσης. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, τον περίμενε μια εξαιρετικά δυσάρεστη έκπληξη: η γυναίκα του, που τον είχε παρατήσει τρία χρόνια πριν, φεύγοντας με τον πιο στενό του φίλο και παίρνοντας μαζί της όλα τα φιλοδωρήματα που με τόσους κόπους και θυσίες είχε μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια από ασυνείδητους λουόμενους και επιπόλαιους παραθεριστές, είχε επιστρέψει! ο Ψ., κουρέας και ερασιτέχνης ναρκαλιευτής, μην μπορώντας παρά να συμφωνήσει με τους προηγούμενους, θεώρησε το μήνυμα αυτό επίσης κακόγουστο κι ούτε καν αστείο. Έσκισε τη σελίδα αυτή και στη συνέχεια ολόκληρο το βιβλίο μικρά-μικρά κομματάκια, τα οποία, στη συνέχεια, τα περιέλουσε με σπιτικό πετρέλαιο, που μόλις είχε αντλήσει από την αυλή του και τα έκαψε. Μετά άρχισε να χορεύει σαν δαιμονισμένος γύρω από τις στάχτες, υποχρεώνοντας την δεκατετραμελή του οικογένεια να τον μιμηθεί. Όταν ολοκλήρωσε τη σεμνή αυτή τελετή, ανακοίνωσε στους δικούς του ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να φορέσει γαλάζιο πουκάμισο με βυσσινί γραβάτα. Πέρασε όλη την υπόλοιπη του ζωή μέσα σε έναν βρεφονηπιακό σταθμό παριστάνοντας τον μπόμπιρα. Ο Ι., οδοντοτεχνίτης, θεώρησε το μήνυμα αυτό καλόγουστο αστείο, μα πάντως αστείο. Γέλασε λίγο και έπειτα τα μάζεψε και βγήκε μια βόλτα στο δάσος, όπου βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα φριχτό τέρας που είχε κεφάλι λιονταριού, ουρά χελιδονιού, δόντια και πεπτικό σύστημα αρκούδας, πτερύγια, καλλιτεχνικές ευαισθησίες και μικροπαραξενιές καρχαρία και νύχια ανθρώπινα! Αφού αλληλοεξολοθρεύτηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, το δάσος πήγε μόνο του και παραδόθηκε σε γνωστή μεγάλη κατασκευαστική εταιρία. Όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, αν ο Ε., ο Ζ., ο Ψ, ο Ι. και τα άλλα παιδιά έπαιρναν στα σοβαρά αυτό το μήνυμα. Και μην ξεχνάς: ποτέ μην εύχεσαι αυτό που δε θα ήθελες να σου συμβεί!
Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011
Το βιβλίο αυτό είναι ένα μυθιστόρημα σε αποσπάσματα. Τα κομμάτια μιας ιστορίας που δε τη γνωρίζω ολόκληρη.
Είναι μια βιογραφία χωρίς γεγονότα, ένα ημερολόγιο γεμάτο μουτζούρες.
Ανάμεσα στις γραμμές του δεν υπάρχει τίποτα. Στο περιθώριο των σελίδων του βρίσκομαι εγώ.
Το βιβλίο αυτό είναι ένα λάθος, το αποτέλεσμα μιας αστείας παρεξήγησης.
Κάποιος, με λιγότερη εμπάθεια και περισσότερο αυτοσεβασμό, στη θέση μου θα σιωπούσε και θα περίμενε να το γράψει άλλος συγγραφέας.
Ο ήρωας αυτού του βιβλίου είναι - πλέον - πραγματικό πρόσωπο. Όλα τα υπόλοιπα τα φαντάστηκε η σκιά μου ένα πρωινό γερμένη πάνω στον τοίχο ενός σκοπευτηρίου.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί αιτία πολέμου.
Είναι ο επικήδειος ενός παιδιού που γεννιέται αυτήν ακριβώς τη στιγμή στο διπλανό δωμάτιο.
Μια πράξη αγάπης.
Είναι μια βιογραφία χωρίς γεγονότα, ένα ημερολόγιο γεμάτο μουτζούρες.
Ανάμεσα στις γραμμές του δεν υπάρχει τίποτα. Στο περιθώριο των σελίδων του βρίσκομαι εγώ.
Το βιβλίο αυτό είναι ένα λάθος, το αποτέλεσμα μιας αστείας παρεξήγησης.
Κάποιος, με λιγότερη εμπάθεια και περισσότερο αυτοσεβασμό, στη θέση μου θα σιωπούσε και θα περίμενε να το γράψει άλλος συγγραφέας.
Ο ήρωας αυτού του βιβλίου είναι - πλέον - πραγματικό πρόσωπο. Όλα τα υπόλοιπα τα φαντάστηκε η σκιά μου ένα πρωινό γερμένη πάνω στον τοίχο ενός σκοπευτηρίου.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί αιτία πολέμου.
Είναι ο επικήδειος ενός παιδιού που γεννιέται αυτήν ακριβώς τη στιγμή στο διπλανό δωμάτιο.
Μια πράξη αγάπης.
Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)