Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

Botanique/Kruidtuin: Πείτε με τουρκόσπορο, πείτε με νεοοθωμανιστή, αλλά για κάποιο λόγο μου είναι δύσκολο να κρύψω την αδυναμία μου για τις γειτονιές των Τούρκων μεταναστών ανά τη γηραιά μας ήπειρο. Στη Botanique, όπου και βρίσκεται η αντίστοιχη των Βρυξελλών, δεν πρόκειται βέβαια να συναντήσετε ούτε το υπερθέαμα του Kreuzberg, ούτε τις άλλες συμπαγείς μικρές Ισταμπούλ των γερμανικών μεγαλουπόλεων. Ωστόσο, όλο αυτό το γοητευτικό υποσύμπαν από τζαμιά που μοιάζουν με συνεργεία αυτοκινήτων, ζαχαροπλαστεία που θυμίζουνε ανάκτορα, κουρεία-εθνοσυνελεύσεις και καφενεία με ναργιλέδες, μουστακαλήδες και μαντιλοφορούσες, και μόνο ως όαση εξωτισμού μες στην καρδιά μιας δυτικοευρωπαϊκής πρωτεύουσας, αν δεν κατέχεστε από κάποιου είδους φυλετικά συμπλέγματα, δε μπορεί παρά να σας γοητεύσει. Κάντε λοιπόν ένα διάλλειμα από τις κατά τα άλλα ακαταμάχητες βελγικές σοκολάτες και δοκιμάστε τους μπακλαβάδες και τα άλλα σοροπιαστά της τουρκογειτονιάς και ζήστε ως πραγματικοί κοσμοπολίτες, μετακινούμενοι μέσα σε ελάχιστα λεπτά από το «κογκολέζικο» Matongé στις «μαροκινές» Marolles με ενδιάμεση στάση την καθ’ ημάς Botanique. Και επειδή λίγη αυτοκριτική ποτέ δεν έβλαψε κανέναν, ας παραδεχτούμε επιτέλους πως διατηρούμε τα σκήπτρα στην άτυπη ολυμπιάδα του κιτς με τα ανά την υφήλιο ελληνικά μας εστιατόρια. Έλεος, δηλαδή, ρε παιδιά! Ε, όχι και την Αφροδίτη της Μήλου ντυμένη Santa Claus!

SuperMercado: Να την ξανά η αναπόφευκτη μικροσυγγραφική μου προκατάληψη! Το ξέρω, το ξέρω, το να περιφρονώ τόσα πολλά, όμορφα και περίφημα μπαρ και να αφιερώνω ένα ολόκληρο κεφάλαιο στο «Poco-Pico» των Βρυξελλών είναι μάλλον υπερβολή. Πώς να το κάνουμε όμως; Από όλα τα μέρη, που κατά τις πολλαπλές επισκέψεις στη βελγική πρωτεύουσα διεκδίκησαν τον αξιοζήλευτα ασήμαντο τίτλο «στέκι μου», η μπίλια έκατσε στο μαγαζί του φίλου μας του Bruno. Λίγο το πάρτυ της Πρωτοχρονιάς, λίγο η χαλαρότητα στην αντικαπνιστική –και όχι μόνο- νομοθεσία, λίγο το αυτοτροφοδοτούμενο κλίμα οικειότητας σε βαθμό παρεξηγήσεως, το κέρδισε το Mercado το κεφαλαιάκι του. Ο Bruno, Πορτογάλος στην καταγωγή και ο μεγαλύτερος φιλέλληνας από την εποχή του Lord του Byron, είναι φυσιογνωμία από τις λίγες που έχουν απομείνει πίσω από τις μπάρες της γηραιάς ηπείρου μας. Αν τον πετύχετε σε νύχτα με λίγο κόσμο μες στο μπαρ, ακούστε τις ιστορίες του αδιαμαρτύρητα και μην παραξενευτείτε ούτε στιγμή από τις ανορθόγραφες μουσικές επιλογές του. Ο Bruno ξέρει. Ένα κακό έχει μόνο το μαγαζί, και συγχωρείστε με, μα δεν κρατιέμαι να μην το αναφέρω: πολλούς Έλληνες πελάτες, από τους οποίους οι μισοί τουλάχιστον νομίζουν πως όποιος δε μιλάει και πολύ, δεν καταλαβαίνει μάλλον και τα ελληνικά τους.

Magritte και τέτοια: Τα Koninklijke Musea voor Schone Kunsten van België/Musées royaux des Beaux-Arts de Belgique, το σημαντικότερο πολιτιστικό ίδρυμα της πόλης και της χώρας, διαιρείται σε δύο επί μέρους μουσεία: αυτό της ancient art (έως τον 18ο αιώνα) και εκείνο της modern art (έως τις μέρες μας). Το δεύτερο περιλαμβάνει και την επιμέρους συλλογή έργων του Βρυξελλιώτη René Magritte, στην οποία, αν και σίγουρα έχει το ενδιαφέρον της, δε θα βρείτε παρά τους λιγότερο γνωστούς πίνακες του καλλιτέχνη. Δυστυχώς, για να τα επισκεφτείτε θα πρέπει να πληρώσετε και δύο διαφορετικά εισιτήρια, αλλά για κάποιο λόγο, την πρώτη Τετάρτη κάθε μήνα η είσοδος είναι δωρεάν, οπότε κα γίνεται και ο ανάλογος κακός χαμός. Από τα «αρχαία», αν είσαστε ήδη χορτάτοι από τους Φλαμανδούς, θα σας πρότεινα να δώσετε ιδιαίτερη προσοχή στο εικαστικό σύμπαν της οικογένειας Bruegel (ένα μικρό σχετικό μουσείο θα βρείτε και στις Marolles, όπου και το εργαστήριο του Pieter Bruegel ή Brueghel του Πρεσβύτερου. Από τα «μοντέρνα», αφού ρίξετε μια ματιά στο «Θάνατο του Μαρά» του David, για να δείτε τι πραγματικά σημαίνει στρατευμένη τέχνη, καλό θα ήταν να σταθείτε στον Ensor και στους άλλους Βέλγους υπερρεαλιστές και μάλλον να προσπεράσετε τον τομέα της βελγικής μεταπολεμικής ζωγραφικής. Αφήστε, τα καταφέρνουνε πολύ καλύτερα στα κόμικ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου