Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

ahora la ciudad no necesita guardas

Dos horas después él sigue avanzando hacia adelante, pero la ciudad no termina. Hace tiempo había límites, había dragones, indómitos guardas apostados en las fronteras para proteger los pasos. Para que no entrara nadie desde afuera -para que no las sobrepasara nadie desde dentro. Ahora los gigantes reciben pensiones honoríficas y cuentan tranquilos historias de desertores y de incursiones bárbaras, pero ya nadie les cree.
Ahora la ciudad no necesita guardas – ella misma es el guarda.
La ciudad se extendió como una mancha, se estiró, se desperezó y fuera de ella ya no existe nada. Y sin embargo, sus límites se estrecharon, las fronteras se multiplicaron. Se colocaron barras y se elevaron alambres de espinos por todas partes. En cada patio, en cada pasillo, en cada apartamento. Colocaron puestos de vigilancia en las azoteas y los vecinos alternan turnos. Acogió la ciudad entera su dogma defensivo unitario y los vecinos con el arma por montera, insomnes esperan tras su blindada epidermis a que su propio yo venga escondido y sin hacer ruido a saquearlos. Todos custodian algo, todos acechan a alguien. Todos creen que esconden algo precioso dentro de sí, pero de tanto defender, olvidaron qué es lo que los hace diferentes y bajo los uniformes y los cables todos parecen iguales.
Ahora la ciudad no necesita guardas – ella misma es el guarda.

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Στέφανος

Ένα απόγευμα που περπατούσα στους δρόμους γύρω από την Ταμπακαλέρα, συλλέγοντας τοίχους φλύαρους κι άλλα αξιοπερίεργα, έπεσα πάνω σε έναν νεαρό που ήταν ντυμένος με τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδος. Ήταν οι μέρες του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος κι έτσι το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως θα ήταν κάποιος περήφανος συμπατριώτης μου, που δεν κρατιόταν να διαδηλώσει την καταγωγή του στην αλλοδαπή, ξεχνώντας προφανώς πόσες φορές στο παρελθόν είχε νιώσει για αυτήν θλίψη κι απογοήτευση.
Μιας και ακολουθούσαμε την ίδια ακριβώς διαδρομή και αφού προπορευότανε, δε μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό και σήκωσα εκ του ασφαλούς τη μηχανή να τον τραβήξω δυο-τρεις καλές με φόντο το ανεπανάληπτα αλλοπρόσαλλο τοπίο του Εμπαχαντόρες. Όμως ο γαλανόλευκος συνοδοιπόρος μου στο τρίτο κλικ, έστρεψε πίσω το κεφάλι του και με είδε επί το έργω.
«Τι θες, ρε φίλε;» με ρώτησε σε κάποια γλώσσα που ασφαλώς δε γνώριζα.
«Τίποτα. Έτσι παίζω με τη μηχανή... Κι εσένα τι σε νοιάζει;» ξεκίνησαν αμέσως να μαλώνουν μέσα στο κεφάλι μου ο τσαμπουκάς και η κοτοσύνη.
«Τι τίποτα;» αυτός επέμεινε, στα αγγλικά ετούτη τη φορά. «Αφού εμένα βγάζεις.»
«Δε βγάζω εσένα, αγαπητέ. Την πλάτη σου μονάχα.»
«Κι η πλάτη τίνος είναι, δηλαδή; Μήπως του Fanis Gekas;»
«Δεν είσαι Έλλην, θες να πεις; Και τότε; Το μπλουζάκι;»
«Α! Αυτό; Για αυτό με παρακολουθείς; Κι εγώ που νόμισα ότι…»
Ούτε που τόλμησα να του ζητήσω να μου πει τι νόμισε, αν και όλο και κάπου πήγε το μυαλό μου. 
«Λοιπόν. Αφού σε κόβω για περίεργο, ας κάνουμε μια συμφωνία: Εγώ θα σου εξηγήσω πως το απόκτησα κι εσύ θα σβήσεις τις φωτογραφίες.»
Μια ιστορία για λίγα κουνημένα κι άχρηστα καρέ, καλή ανταλλαγή μου φάνηκε.
«Έγινε. Σε ακούω. Περίμενε μονάχα να στρίψω το τσιγάρο μου και πάμε κάτω από τη σκιά, γιατί δεν την παλεύω.»
Κι έτσι, αφού αράξαμε σε κάτι σκαλοπάτια κι αφού τον κέρασα κι αυτόν λίγο από τον καπνό μου, άρχισε η αφήγηση που πήγε κάπως έτσι:
«Πριν δυο μέρες έφτασα, που λες, στην Ισπανία. Εγώ, αν κι είμαι Ουκρανός, δουλεύω στο Λονδίνο. Μη με ρωτήσεις τι δουλειά! Δε θα θελες να μάθεις. Ήρθα για μία γκόμενα. Άσχημη ιστορία. Την έψαχνα όλο το πρωί. Το απόγευμα τη βρήκα. Πρώτη κουβέντα και βρισιά.
-Καλώς τον καραγκιόζη! Τι θες και με θυμήθηκες; Τέλειωσαν οι πουτάνες;
-Αφού σου είπα πως θα ‘ρθω.
-Ναι. Πριν από έξι μήνες. Άντε και φεύγα γρήγορα! Έρχεται ο νόβιο μου.
Κάτι προσπάθησα να πω, δεν έχει σημασία. Μέχρι να βγω απ’ το σπίτι της, άρχισε να νυχτώνει. Για ύπνο δε με έκοβα. Είπα να πάω μια βόλτα. Πήρα τους δρόμους μου ξανά - Μαδρίτη by night. Παντού γινότανε χαμός. Γλεντούσαν τα τσογλάνια. Εδώ ο κόσμος χάνεται κι αυτοί tinto verano. Κατέληξα σε ένα μπαρ και άρχισα να πίνω. Ο μπάρμαν είχε όρεξη, με φλόμωσε στο ψέμα. Στην άλλη άκρη, στο σκαμπό καθόταν ένας τύπος. Έπινε και δε μίλαγε. Φορούσε αυτή την μπλούζα. Έτσι, μονάχοι και οι δυο, είπα να τον κεράσω. Μετά με κέρασε κι αυτός. Κι ύστερα εγώ και πάλι. Επάνω στο μισάωρο τη χάσαμε τη μπάλα. Σηκώνεται ο γίγαντας και έρχεται κοντά μου. Στέφανος, μου συστήνεται. Του λέω το δικό μου. Λέω στο μπάρμαν, άλλα δυο κι άσε και το μπουκάλι! Στο τέλος το στραγγίξαμε. Δακρύζαμε ουίσκι. Κουβέντα δε σταυρώσαμε. Μονάχα, άντε, γεια μας! Στο τέλος λέω, είναι αργά, φίλε εγώ την κάνω.
-Κάτσε, μου λέει, περίμενε! Έτσι θα με αφήσεις;
-Δεν την παλεύω άλλο πια. Γυρίζω όλη μέρα. Κι ούτε ακόμα που έχω βρει μέρος για να την πέσω.
-Καλά. Όπως θες. Όμως πιο πριν κάνε μου μία χάρη!
-Ότι γουστάρεις, αδερφέ!
-Αλλάζουμε φανέλες;
-Τι θες να πεις; Τι εννοείς;
-Όπως κάνουν στα ντέρμπυ... Έτσι για αναμνηστικό. Να έχεις να με θυμάσαι.
Κι έτσι, χωρίς να το σκεφτώ, τη βγάζω και τη δίνω. Φορούσα μία κόκκινη, δώρο της αδερφής μου. Όχι, δεν ήταν το αλκοόλ. Ακόμα κι αν δεν είχα πιει, η φάση θα γινόταν. Αν και αν ήμασταν στεγνοί, δε θα υπήρχε λόγος. Βάζω την μπλε του αλλουνού κι εκείνος τη δικιά μου. Με αγκαλιάζει, με φιλά. Αντίο φιλαράκο! Και να ‘μαι τώρα εγώ εδώ κι άλλος, ποιος να ξέρει… Κι οι δυο χαμένοι ήμασταν, οπότε τι μας νοιάζει. Το θέμα είναι, από το ματς κάτι έμεινε στο τέλος. Τι κι αν το σφύριξε ο Θεός; Εμείς κλωτσάμε ακόμα.»

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

5 οριζόντια

Από την Πλάθα ντε Εσπάνια έως την Πλάθα ντε Καστίγια μεσολαβούν έξι σταθμοί. Έτσι αφού βρήκα εύκολα μια θέση να καθίσω και έκρινα πως είχα χρόνο αρκετό, άρχισα να λύνω ένα σταυρόλεξο, βάζοντας με τον εαυτό μου στοίχημα πως μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου θα το έχω ολοκληρώσει.
Το σταυρόλεξο όμως που επέλεξα προέκυψε λιγάκι ανορθόδοξο, αφού ούτε λίγο ούτε πολύ ζητούσε από τους λύτες τους, όχι να αντιστοιχήσουν ορισμούς με λήμματα, αλλά να ανακαλύψουν άλλα πράγματα μυστήρια, που δύσκολα οι λέξεις περιγράφουν.
Ας πούμε, σε εκείνο το 5 οριζόντια (εννέα γράμματα, Ι το τρίτο, Η το τελευταίο), τι να απαντήσω στο ερώτημα, «είναι αυτό που αποφεύγεις γενικά»;
Πριν φτάσουμε στη Νουέβος Μινιστέριος, το δίπλωσα και εκνευρισμένος μάλλον φανερά το έχωσα ξανά μέσα στο σάκο. Την ώρα όμως που το εγκατέλειπα, ένιωσα να γέρνει πάνω από το κεφάλι μου το βλέμμα του διπλανού συνεπιβάτη.
«Ρώσος;» με ρώτησε στα Ισπανικά.
«Έλληνας», του απάντησα.
«Αθήνα!» αυτός σχεδόν ενθουσιάστηκε.
Όχι ακριβώς, αλλά που να σου εξηγώ; Άλλωστε, όποτε βρίσκομαι στο εξωτερικό, συνήθως ως Αθηναίος συστήνομαι στους άγνωστους συνταξιδιώτες μου. Και έπειτα, τρεις στάσεις μόνο μας απόμειναν, που να μπλέκουμε με τη γεωγραφία τώρα;
«Μιλάς Ισπανικά;»
«Όχι. Αλλά καταλαβαίνω;»
«Και τι γυρεύεις στη Μαδρίτη τέτοια εποχή;»
«Γιατί; Τι έχει η εποχή;»
«Τίποτα. Όπως και η Μαδρίτη…»
«Ναι, αλλά όποιος ψάχνει, βρίσκει.»
«Κι εσύ, τι ψάχνεις, δηλαδή;»
«Κι εσένα, τι σε νοιάζει;»
«Με συγχωρείς! Το ξέρω, παρασύρθηκα…»
Κι εγώ. Έπρεπε ήδη να έχω κατεβεί. Πλησιάζαμε στο τέρμα της διαδρομής κι ούτε που το είχα καταλάβει. Σηκώθηκα και πέρασα στους ώμους τα λουριά του σάκου μου. Ο άλλος ο ανόητος ακόμα μου χαμογελούσε.
«Κρίμα. Ήμουνα σίγουρος πως πας στο αεροδρόμιο.»
«Όχι, λυπάμαι αν σε απογοήτευσα, μα γενικά το αποφεύγω.»
«Προφανώς», μου απάντησε πολύ αινιγματικά κι αντί για αποχαιρετισμό, κρύφτηκε πίσω από την εφημερίδα του.
Την ώρα που ανέβαινα τις κυλιόμενες για να περάσω στην αντίθετη πλευρά και να διορθώσω την απροσεξία μου, θυμήθηκα το άδοξο σταυρόλεξο που είχα ξεκινήσει και ανακάλεσα μαζί του ενοχλητικού τα τελευταία λόγια.
«Το κάθαρμα!», έκπληκτος και ξαφνιασμένος μονολόγησα. «Μιλούσε ελληνικά και τόση ώρα με κορόιδευε!»

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Η κρίση βρίσκεται σε κρίση

Έχει πλάκα να είσαι στο εξωτερικό και να μαθαίνεις τα νέα για τη χώρα στην οποία βρίσκεσαι από ιστότοπους κι ελληνικά κανάλια. Αν πίστευα μονάχα όσα διάβαζα, θα έπρεπε να βρίσκομαι διαρκώς κλεισμένος μες στο σπίτι. Να μη με φάει καμία σφαίρα αδέσποτη του νέου ισπανικού εμφύλιου που μονομερώς οι Έλληνες ρεπόρτερ –και καλά- έχουν φέτος κηρύξει.
Μέχρι και τη μητέρα μου αναστατώσανε οι αθεόφοβοι και με έψαχνε προχθές συνέχεια στο σκάιπ και στο τηλέφωνο, να με ρωτήσει αν έχω τελικά καταταχθεί στις νέες Διεθνείς Ταξιαρχίες.
Αλήθεια, δεν το καταλαβαίνω τι επιδιώκουν ακριβώς. Να δείξουν πως κι άλλου, σε άλλες χώρες ισχυρότερες, υπάρχουνε προβλήματα; Να μας επισημάνουν πού, άμα το πράγμα ξεφύγει εντελώς, μπορεί να οδηγήσει η βία; Ή να καλύψουνε απλώς τα κραυγαλέα τους κενά στην εξωτερική ειδησιογραφία, κάνοντας γελοία κόπυ πέιστ των πιο αμφιλεγόμενων ειδήσεων από τα πλέον κίτρινα, φαιδρά κι αναξιόπιστα μπλογκ των ξένων συναδέλφων τους;
Το να είναι κοινοί μυθομανείς, μάλλον το αποκλείω. Ακόμα και η μυθομανία για να εξελιχθεί θέλει κάποιο ταλέντο.
Καταλαβαίνω πως έχουν στην Ελλάδα ξενερώσει αρκετοί που δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα παρόμοια με τα δικά μας κανιβαλιστικά φαινόμενα στις άλλες χώρες που η κρίση βασιλεύει. Γιατί δεν έχουν αναπτύξει φοβικά ακραία αντανακλαστικά οι Ισπανοί με τόσους μετανάστες στην αυλή τους; Γιατί δεν έχουν δημιουργηθεί αντιστασιακά κινήματα στις κεντρικές πλατείες του Δουβλίνου; Γιατί τα κόμματα στη Λισσαβώνα κάθισαν σε ένα τραπέζι, τα βρήκαν και συμφώνησαν σε ένα μίνιμουμ εθνικής στρατηγικής για να οδηγήσουν τη χώρα τους σε έξοδο από την μέγγενη των διεθνών απατεώνων;
Μα αντί να μπουν στον κόπο να προβάλουν έστω τις απορίες τους αυτές, μπας και βρεθεί μέσα από το δημόσιο προβληματισμό κάποια σωστή και λογική απάντηση, όλοι σχεδόν δείχνουν να προτιμούν να αναδεικνύουν επεισόδια μεμονωμένα και ασήμαντα σε κραυγαλέες κοινωνικές συρράξεις.
Η κρίση δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Κι αν κάποτε υπήρξε, τώρα πια και η ίδια βρίσκεται σε κρίση. Όσοι αυτό το καταλάβανε νωρίς, σήμερα έχουν ήδη βγει για τα καλά από την κρίση, όπου κάποτε πιστέψανε πως ήταν. Και οι άλλοι που επιμένουμε να ζούμε παρέα με τα φαντάσματα, τόσο πολύ το παραμύθι αυτό το έχουμε εμπεδώσει, που έχουμε πλέον μπει για τα καλά σε μία κρίση πολύ προσωπική, δικιά μας.
Κι έτσι όπως πάει, αργά ή γρήγορα, σε λίγο ούτε καν δε θα τολμάει κανείς να φανταστεί πως ίσως και να υπάρχει κάποια σωτηρία.
Μα, δε βαριέσαι. Πάντα θα υπάρχουνε τα μέσα ενημέρωσης, να μας πληροφορούν ότι ακόμα κι οι κουτόφραγκοι σφάζονται καθημερινά για ένα ξεροκόμματο. Οπότε δεν πειράζει.

Πάμπλο

Για να πάει κανείς από τη Σεβίγια στην Κόντε ντε Καζάλ πρέπει να αλλάξει τρία γραμμές με όλη εκείνη την υπόγεια περιπλάνηση που συνεπάγεται αυτό μες στους σταθμούς μετεπιβίβασης. Ωστόσο, αν και η διαδρομή στο χάρτη φαινότανε μικρή –ουσιαστικά αρκούσε να διασχίσω το Ρετίρο- δεν είχα και μεγάλη όρεξη την ώρα εκείνη για περπάτημα. Κι έπειτα, είχα μέσα στο σάκο όλα σχεδόν τα πράγματά μου και μία σκέψη επίμονη να μου φωνάζει, πάρε το μετρό, αλλιώς δε θα προλάβεις.

Ενώ περίμενα στην αποβάθρα που πήγαινε προς την Ελίπα, μία γυναίκα ήρθε και με ρώτησε κάτι ακατανόητο. Της είπα πως δε μιλώ Ισπανικά, αλλά αυτή δε φάνηκε καθόλου να πτοείται. Μου φάνηκε πως ήταν σε απόγνωση και μάταια επέμενε να με ρωτά κάτι για κάποιον Πάμπλο. Υπήρχαν ένα σωρό Ισπανοί τριγύρω μας – γιατί, αλήθεια, δε δοκίμαζε την τύχη της στους άλλους; Πήρα ένα ύφος όσο γινόταν πιο ευγενικό και της εξήγησα για ακόμα μια φορά στα Αγγλικά πως δεν υπήρχε δυστυχώς καμία δυνατότητα για να τη βοηθήσω. Όμως αυτό την έκανε κυριολεκτικά έξω φρενών και τότε μου έβαλε στ' αλήθεια τις φωνές κουνώντας το δάχτυλό της απειλητικά ανάμεσα στα μάτια μου. Νομίζω ή τουλάχιστον φαντάστηκα ότι μου είπε πως είμαι και εγώ ίδιος, σαν και τον Πάμπλο.

Ευτυχώς δεν άργησε να φτάσει ο συρμός. Μα όσο κι αν προσπάθησα, δεν τα κατάφερα να μπω σε διαφορετικό βαγόνι. Περίμενα πρώτη εκείνη να διαλέξει θέση και πήγα ύστερα και κάθισα όσο γινόταν μακριά της. Μετά την Μπάνκο ντε Εσπάνια ήρθε και πάλι δίπλα μου, μα η διάθεσή της φαινόταν να έχει πια αλλάξει. Ξεκίνησε να μου μιλάει ήρεμα και μάλιστα μου ζήτησε συγνώμη. «Όλα καλά», της είπα εγώ στα ελληνικά κι αυτή μου χαμογέλασε. Πρέπει να ήταν πάνω από πενήντα ετών. Τα χρόνια και όλα αυτά που κουβαλούσε μέσα στο κεφάλι της την είχανε χαλάσει. Θα έβαζα, ωστόσο, στοίχημα πως είχε υπάρξει κάποτε πολύ όμορφο κορίτσι. Σίγουρα θα είχε κάνει κάποτε τον Πάμπλο της να την ερωτευτεί τρελά και ίσως και να της ορκίζεται πως είναι η γυναίκα της ζωής του. Και μάλλον είναι αυτά ακριβώς τα αισθήματα που κάποτε με τόση ευκολία του ενέπνεε που τώρα πιο πολύ της έλειπαν, παρά ο ίδιος ο χαμένος εραστής της.

Επόμενη στάση, Πρινθίπε ντε Βεργκάρα, ανήγγειλαν όσο γινόταν πιο ψυχρά από τα μεγάφωνα. Έπρεπε να κατέβω. Μα έτσι όπως μου κρατούσε τώρα πια το μπράτσο μου δεν ήθελα να την στεναχωρήσω. Αυτή με κάποιον τρόπο με κατάλαβε και τράβηξε το χέρι. Κι ύστερα, φέρνοντάς το πάνω στο θλιμμένο στήθος της, με αποχαιρέτησε έτσι ακριβώς, όπως η ιστορία το απαιτούσε: «Αντίος Πάμπλο!». Σκέφτηκα κάτι να της πω, αλλά, όπως και εκείνος, δεν μπόρεσα έστω δυο λέξεις γαμημένες για να βρω που να έχουν κάποιο νόημα σε κάποια από τις γλώσσες των ανθρώπων.