Κυριακή 17 Μαρτίου 2024
το μεγάλο χάσιμο
εκεί όπου κοιμάμαι
αρχίζω και
ονειρεύομαι χιλιόμετρα
πάντα σχεδόν
φρενάρω και ξυπνάω
καμιά φορά
εκεί μέσα στο όνειρο
ακούω μια μηχανική φωνή να λέει
στρίψτε εδώ
μείνετε στη δεξιά πλευρά του δρόμου
τρέξτε σαν να σας κυνηγάει ο διάολος
εγώ κάνω πως την ακούω
ενώ είμαι απασχολημένος
με το να μεταφράζω αυθαίρετα
τα φώτα που γλιστρούνε δίπλα μου
τα φώτα που χιμούνε καταπάνω μου
τα φώτα που παίζουνε στο βάθος
καμιά φορά
παίρνω στον ύπνο μου τους δρόμους
στα επόμενα πεντακόσια μέτρα
ελπίζω στο μεγάλο χάσιμο
Κυριακή 3 Μαρτίου 2024
πυρ
Αυτός κάθεται σε ένα παγκάκι και καπνίζει. Το τσιγάρο του
μοιάζει με μελλοθάνατου. Λες και κάπου απέναντί του έχει αράξει το εκτελεστικό
απόσπασμα και τον περιμένει να τελειώσει. Το τσιγάρο του κρατάει περίπου όσο
μια ζωή. Για την ακρίβεια σβήνει από μόνο του λιγάκι πριν το τέλος. Αυτός τώρα
κάθεται και το κοιτάζει απογοητευμένος. Θα ήθελε να ζητήσει ακόμα ένα, αλλά
αφενός η ζωή είναι ανεπανάληπτη αφετέρου από το απόσπασμα κανένας δεν καπνίζει.
Αυτοί –οι εκτελεστές- σηκώνονται και του λένε πως ήρθε η ώρα. Αυτός τους επισημαίνει
ότι δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και ότι η όλη φάση ξεκίνησε από μια
μεταφορά στην αρχή αυτής της ιστορίας. Αυτοί δεν παίρνουν από λόγια, αν και
είναι κατασκευασμένοι από αυτά. Αυτός καταλαβαίνει ότι είναι μάταιο να
συνεχίζει να γκρινιάζει και αποδέχεται τη μοίρα του. Από το παγκάκι, πάντως,
δεν σηκώνεται. Αυτοί παίρνουν θέσεις απέναντί του, σημαδεύουνε, οπλίζουν,
γενικά κάνουνε τα δικά τους. Μοιάζει να ακολουθούν μια τελετουργία. Τώρα είναι αυτός
που σαν να βιάζεται. Είναι και αυτή η αναμονή που έχει αρχίσει να τον εκνευρίζει.
Φωνάζει πυρ και αμέσως του ξεφεύγει ένα γελάκι καθώς αντιλαμβάνεται την ειρωνεία
της κατάστασης. Οι σφαίρες τον γαζώνουν. Το γέλιο του αποτυπώνεται για πάντα επάνω
στο παγκάκι. Ένας από το απόσπασμα πλησιάζει, ρίχνει στο παγκάκι τη χαριστική
βολή και ύστερα προτείνει στους υπόλοιπους να πάνε για μια μπύρα.