Τρίτη 23 Ιουλίου 2024

ο λάμπρος

Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα. Ο δάσκαλος πρότεινε να πάμε εκδρομή. Δεχτήκαμε με χαρά. Κανένας μας, άλλωστε, δεν είχε διαβάσει το μάθημα και ο ίδιος ο δάσκαλος είχε ξενυχτήσει δοκιμάζοντας διάφορα ναρκωτικά που τις πρώτες πρωινές ώρες του είχαν προκαλέσει ένα μικρό ψυχωσικό επεισόδιο. Τον αγαπούσαμε πολύ τον δάσκαλό μας. Βγήκαμε στο προαύλιο και σχηματίσαμε δυάδες. Επειδή ήμασταν 33 πάντα κάποιος περίσσευε. Συνήθως ήταν ο Λάμπρος. Ο δάσκαλος του ζήτησε να μείνει στην αίθουσα και να μας περιμένει. Ο Λάμπρος έβαλε τα κλάματα. Οι υπόλοιποι βγήκαμε στον δρόμο και ξεκινήσαμε να βαδίζουμε προς την παραλία σε αυστηρή παράταξη και τραγουδώντας ένα σιχαμερό εμβατήριο. Λίγο μετά ο δάσκαλος μας ζήτησε να το βουλώσουμε. Φτάσαμε στην παραλία. Ο δάσκαλος πήγε, ξάπλωσε κάπου και αποκοιμήθηκε. Κάποιος πρότεινε να βουτήξουμε στη θάλασσα και ενθουσιασμένοι αρχίσαμε να βγάζουμε τα ρούχα μας. Κάποιος άλλος, όμως, είπε ότι αυτό ίσως να είναι λιγάκι επικίνδυνο. Τον ρωτήσαμε γιατί και αυτός άρχισε να επιχειρηματολογεί για τους κινδύνους που ελλοχεύουνε στη θάλασσα, στον κόσμο, στην ενήλικη ζωή, γενικά στην ύπαρξη. Θυμώσαμε, τον αρπάξαμε και τον πετάξαμε μέσα στο νερό, αγνοώντας ότι δεν γνώριζε κολύμπι. Μείναμε να τον παρακολουθούμε για λίγη ώρα να παλεύει ώσπου βυθίστηκε και πνίγηκε. Γυρίσαμε στο σχολείο αμίλητοι και σέρνοντας τα πόδια μας στην άσφαλτο. Στο μεταξύ, μετά τον άδικο χαμό του συμμαθητή μας στο τέλος της παράταξης πάλι κάποιος περίσσευε. Ο Λάμπρος το είδε αυτό από το παράθυρο και γέλασε χαιρέκακα.      

Κυριακή 7 Ιουλίου 2024

ο κόπος

κάποτε ρώτησαν
έναν γέρο συγγραφέα
αν έχει καθόλου μετανιώσει
για τον χρόνο που έχασε
βάζοντας στη σειρά
τη μία λέξη μετά από την άλλη
και αυτός απάντησε πως
εάν με αυτά που έγραψε
έκανε έστω και έναν άνθρωπο
-του εαυτού του
συμπεριλαμβανομένου-
λιγότερο μαλάκα από ό,τι είναι
τότε αλήθεια άξιζε τον κόπο

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

μεθαύριο

Αν μπορούσα να ταξιδέψω στο μέλλον, νομίζω πως δεν θα πήγαινα πολύ μακριά. Το πολύ δυο μέρες μετά από το σήμερα, κι αυτό για τη χαρά του χρονοταξιδιού. Όχι για να επιβεβαιώσω ή να διαψεύσω κάτι. Παλιότερα, που ήμουν πολύ πιο αφελής, προσπαθούσα να μαντέψω το πώς θα είναι το μέλλον μετά τον θάνατό μου και άλλοτε στεναχωριόμουν για εκείνα που θα έχανα άλλοτε πάλι έφτανα στο σημείο να λυπάμαι με την προοπτική του χωρίς εμένα κόσμου. Τώρα που επιτέλους, ας πούμε, κάπως ενηλικιώθηκα, το μόνο που με νοιάζει είναι ο βραχύς αντίκτυπος των τρεχουσών πράξεων και παραλήψεών μου. Θέλω να πω, αν είναι να προκαλέσει κάποια πολεμική ανάφλεξη μια σοκολάτα που θα φάω μόλις ξυπνήσω ή ένας βραδινός περίπατος καλύτερα νομίζω να το ξέρω. Γενικά, πάντως, θα έλεγα ότι δεν βιάζομαι. Έτσι κι αλλιώς, θέλω δεν θέλω, ταξιδεύω προς το μέλλον. Απλά πηγαίνω λίγο αργά. Έχω υπολογίσει ότι χρειάζομαι περίπου 86.400 δευτερόλεπτα για να καταφέρω να διανύσω μία μέρα.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

μαργίτσα

Με τη άλλη μου γιαγιά ποτέ δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν την πολυσυμπαθούσα, ίσως γιατί η παρουσία της μου δημιουργούσε πάντα ένα αίσθημα θανατηφόρας πλήξης. Συγκρινόμενη με τη γιαγιά Αγγελική, που υπήρξε η σούπερ σταρ της οικογένειάς μας, έμοιαζε η καημένη τόσο αδιάφορη που τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχα σχεδόν ξεχάσει πως υπάρχει. Γενικά, από όσο ήταν ζωντανή ελάχιστα έχω να θυμάμαι. Ίσως θα μπορούσα να ξεχωρίσω μια φορά που είχαμε πάει με το σχολείο εκδρομή στο χωριό για να επισκεφτούμε το μουσείο του Θεόφιλου και αυτή με κάποιον τρόπο μυστηριώδη με μυρίστηκε και ήρθε να με φιλέψει αυγά από τις κότες της και φρέσκα κουλουράκια. Εγώ ντρεπόμουν, εννοείται, τους συμμαθητές μου που με κοιτούσαν να με ταΐζει και γελούσανε, αλλά δεν μου ήτανε και εύκολο να αρνηθώ την περιποίησή της. Χρόνια μετά τον θάνατό της διάβασα τυχαία σε μία εφημερίδα για ένα επεισόδιο που συνέβη κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Έκπληκτος είδα το όνομά της ανάμεσα σε άλλα νέων της τότε εποχής, που συμμετείχαν σε μια πράξη ηρωικά ακατανόητη και τότε μόνο άρχισα να υποψιάζομαι ότι η γυναίκα αυτή έκρυβε διάφορα παράδοξα και μυστικά πίσω από την κραυγαλέα ασημαντότητά της. Από την άλλη, ποιος ξέρει, μπορεί όλοι μας λίγο-πολύ να έλκουμε την καταγωγή μας από κάτι τέτοιες ταπεινές υποσημειώσεις της μεγάλης ιστορίας.

Κυριακή 28 Απριλίου 2024

ο παππούς γιάννης

Τον πατέρα του πατέρα μου, από τον οποίο πήρα και το όνομά μου, τον θυμάμαι ελάχιστα. Πέθανε όταν ήμουν 8 ετών και οι περισσότερες αναμνήσεις που έχω από αυτόν είναι μάλλον προϊόντα των αφηγήσεων των άλλων. Μες στο μυαλό μου τον έχω κάπως σαν έναν μεθυσμένο γίγαντα που γελούσε δυνατά και μιλούσε με βρισιές ακόμα και στις πιο τρυφερές στιγμές του. Εμένα μάλλον μου είχε αδυναμία -ήμουν και ο πρώτος εγγονός του, άλλωστε- αλλά δεν παρέλειπε να μου βάζει τις φωνές κάθε φορά που σάλιωνα το δάχτυλο για να μαζέψω το σουσάμι από τις λαμαρίνες με τα κουλούρια στον φούρνο που είχε στο χωριό, κάτω από το σπίτι του. Μια μέρα που είχαμε πάει με τους γονείς μου να τον επισκεφτούμε με φώναξε μέσα σε μια σκοτεινή αποθήκη για να δείξει κάτι. Είχε πιάσει μια νυχτερίδα και την κρατούσε από τα φτερά, ενώ αυτή τσίριζε και πάλευε να ελευθερωθεί. Δεν ξέρω αν το έκανε για να με τρομάξει ή για να με μυήσει σε έναν άλλο κόσμο πιο σκιερό και πιο αθέατο. Το σίγουρο είναι ότι κάπως έτσι κατάφερε να ταυτιστεί για πάντα μες στο μυαλό μου με αυτήν την αποτρόπαιη και σαγηνευτική εικόνα. Λίγους μήνες μετά, ένα πρωί, με ξύπνησε ο πατέρας μου δακρυσμένος για να μου πει ότι ο παππούς έφυγε. Να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι να θρήνησα. Χρόνια μετά, έμαθα από έναν θείο μου ότι το τελευταίο βράδυ του στο νοσοκομείο ζητούσε μέσα στο παραλήρημά του από τη γιαγιά Μαρία να κάνουνε για τελευταία φορά έρωτα. Για κάποιον λόγο ακόμα τον φαντάζομαι να ξεψυχάει ζωή βρίζοντας και γελώντας δυνατά και να χάνεται μέσα σε ένα σμήνος νυχτερίδες.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

1974-1978

Αν είχα τη δυνατότητα να πάω πίσω στον χρόνο, θα επέλεγα χωρίς δισταγμό να επισκεφτώ την άνοιξη του 1974 και θα παρέμενα ως χρονοταξιδιώτης περίπου μέχρι τον Αύγουστο του 1978. Αυτό σημαίνει ότι το ταξίδι μου θα ξεκινούσε έναν χρόνο πριν τη γέννησή μου και θα ολοκληρωνόταν την περίοδο όπου νομίζω πως η μνήμη μου άρχισε να καταγράφει επισήμως όλα όσα συνέβαιναν τριγύρω μου. Αν είχα μία χρονομηχανή και ήξερα πώς να την κουμαντάρω, θα πήγαινα πίσω, στο απώτερό μου παρελθόν και θα εξερευνούσα τα μυστήρια της ύπαρξής μου. Επίσης, εάν υπέκυπτα στον πειρασμό και ερχόμουνα σε επαφή με τον μωρό εαυτό μου, θα του εκμυστηρευόμουν πόσο ελάχιστα ξεχωριστός και πόσο εξωφρενικά συνηθισμένος είναι, μπας και γινόταν στο δικό του μέλλον ένας πραγματικά ευτυχισμένος άνθρωπος.


Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

το μεγάλο χάσιμο

καμιά φορά
εκεί όπου κοιμάμαι
αρχίζω και
ονειρεύομαι χιλιόμετρα
πάντα σχεδόν
φρενάρω και ξυπνάω
καμιά φορά
εκεί μέσα στο όνειρο
ακούω μια μηχανική φωνή να λέει
στρίψτε εδώ
μείνετε στη δεξιά πλευρά του δρόμου
τρέξτε σαν να σας κυνηγάει ο διάολος
εγώ κάνω πως την ακούω
ενώ είμαι απασχολημένος
με το να μεταφράζω αυθαίρετα
τα φώτα που γλιστρούνε δίπλα μου
τα φώτα που χιμούνε καταπάνω μου
τα φώτα που παίζουνε στο βάθος
καμιά φορά
παίρνω στον ύπνο μου τους δρόμους
στα επόμενα πεντακόσια μέτρα
ελπίζω στο μεγάλο χάσιμο

Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

πυρ

Αυτός κάθεται σε ένα παγκάκι και καπνίζει. Το τσιγάρο του μοιάζει με μελλοθάνατου. Λες και κάπου απέναντί του έχει αράξει το εκτελεστικό απόσπασμα και τον περιμένει να τελειώσει. Το τσιγάρο του κρατάει περίπου όσο μια ζωή. Για την ακρίβεια σβήνει από μόνο του λιγάκι πριν το τέλος. Αυτός τώρα κάθεται και το κοιτάζει απογοητευμένος. Θα ήθελε να ζητήσει ακόμα ένα, αλλά αφενός η ζωή είναι ανεπανάληπτη αφετέρου από το απόσπασμα κανένας δεν καπνίζει. Αυτοί –οι εκτελεστές- σηκώνονται και του λένε πως ήρθε η ώρα. Αυτός τους επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και ότι η όλη φάση ξεκίνησε από μια μεταφορά στην αρχή αυτής της ιστορίας. Αυτοί δεν παίρνουν από λόγια, αν και είναι κατασκευασμένοι από αυτά. Αυτός καταλαβαίνει ότι είναι μάταιο να συνεχίζει να γκρινιάζει και αποδέχεται τη μοίρα του. Από το παγκάκι, πάντως, δεν σηκώνεται. Αυτοί παίρνουν θέσεις απέναντί του, σημαδεύουνε, οπλίζουν, γενικά κάνουνε τα δικά τους. Μοιάζει να ακολουθούν μια τελετουργία. Τώρα είναι αυτός που σαν να βιάζεται. Είναι και αυτή η αναμονή που έχει αρχίσει να τον εκνευρίζει. Φωνάζει πυρ και αμέσως του ξεφεύγει ένα γελάκι καθώς αντιλαμβάνεται την ειρωνεία της κατάστασης. Οι σφαίρες τον γαζώνουν. Το γέλιο του αποτυπώνεται για πάντα επάνω στο παγκάκι. Ένας από το απόσπασμα πλησιάζει, ρίχνει στο παγκάκι τη χαριστική βολή και ύστερα προτείνει στους υπόλοιπους να πάνε για μια μπύρα.  

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024

αιθουσα αναμονης

"περιμενετε λιγο μεσα κ θα σας φωναξω", μου λεει η γραμματεας. παω στην αιθουσα αναμονης. αλλοι τρεις ηδη περιμενουν εκει πριν απο μενα. καθομαι στον δερματινο καναπε, παιρνω ενα βιβλιο απο το τραπεζακι κ αρχιζω να το ξεφυλλιζω. το βιβλιο ειναι ενα φωτογραφικο αλμπουμ απο μερη του κοσμου που δεν εχει επισκεφτει ποτε κανεις, ουτε καν ο ιδιος τους ο φωτογραφος. το κλεινω κ κοιταζω την τηλεοραση που παιζει χωρις ηχο. καποιος πασχιζει να πεισει για κατι το κοινο του. διπλα του, καποιος αλλος κουναει το κεφαλι του, σαν να λεει: παει, χαλασε ο κοσμος. ο κοσμος, στο μεταξυ, εχει αρχισει να χαλαει απο την πρωτη μερα της δημιουργιας του. ο ενας, απο τους αλλους τρεις που περιμενουνε, σηκωνεται κ παει κ κοιταζει εξω απο το παραθυρο. μετα απο λιγο γυριζει κ μας λεει: "βρεχει". οι αλλοι δυο συμφωνουν. εγω δεν παιρνω θεση. ναι, εβρεχε ηδη οταν ερχομουνα κ μπορει να βρεχει ακομα κ οταν ξαναβγω στον δρομο, αλλα οσο ειμαι εδω, στην αιθουσα αναμονης, ακομα κ αυτη η βροχη μπορει να περιμενει. μια πορτα ανοιγει. μια φωνη λεει: "κ οπως ειπαμε, ε;" μια αλλη φωνη της απαντα: "ε, ναι.. τι; παιδια ειμαστε;" η γραμματεας φωναζει: "να περασει ο κυριος αστεριου". κανεις δεν αντιδρα, κανεις δεν συγκινειται. ο τυπος στο παραθυρο συνεχιζει να χαζευει την βροχη. οι αλλοι δυο κοιταζονται μεταξυ τους, βαζοντας στοιχημα ποιος θα γελασει πρωτος. ισως, σκεφτομαι, να ειμαι εγω ο κυριος αστεριου ή να εδωσα εστω καταλαθος αυτο ονομα στη γραμματεα, οταν ηρθα. σηκωνομαι κ παιρνω μαζι μου κ το αλμπουμ. τα αγνωστα μερη στις φωτογραφιες του ξαφνικα κηρυσσουν ολα μαζι τον πολεμο, ολα εναντιον ολων. πού πας, μου λεει, χωρις ηχο παντα, αυτος στην τηλεοραση. διπλα του ο αλλος κουναει το κεφαλι του σαν να λεει: παει χαλασε κ ο κυριος αστεριου, χαθηκε κ η τελευταια ελπιδα που ειχαμε σαν ανθρωποτητα. στο μεταξυ, σε καποια αλλη αιθουσα αναμονης, σε καποιον ελαχιστα πιο πραγματικο κοσμο, καποιοι αλλοι ανθρωποι περιμενουνε να μαθουν αν οντως ειναι ανθρωποι

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

ο,τι σου κατεβαινει

νυχτα, στην εθνικη οδο, δημιουργηθηκε ο κοσμος

βασιζομαι στην καλοσυνη του ανοιχτου παραθυρου

ψαχνοντας να βρω σκια, βρεθηκα με την πλατη στον τοιχο

το κολπο ειναι να ανεβαζεις ο,τι σου κατεβαινει

θα αρχισω να καπνιζω στα κρυφα κ θα μεθω ερημην μου

η νυχτα μού προτεινε ισοπαλια - την απερριψα

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2024

πολιτισμενα

ενας τυπος περπαταει στον δρομο παρεα με το σκυλι του. λιγο παρακατω απο το σπιτι του συναντα εναν φιλο που επισης εχει βγαλει το σκυλι του βολτα. οι δυο φιλοι χαιρονται που επεσε ο ενας πανω στον αλλον, κοντοστεκονται κ αρχιζουν να λενε τα νεα τους. τα σκυλια, απο την αλλη, δεν χαιρονται κ τοσο. οποτε, οσο τα αφεντικα τους ανταλλασσουνε ευχες για τον καινουριο χρονο κ αφηγουνται το πώς περασαν στις γιορτες, εκεινα αρχιζουν να γρυλιζουν κ να δειχνουνε τα δοντια τους. οι δυο τυποι δεν δινουν κ τοσο σημασια κ περιοριζονται μονο στο να λενε πού κ πού "ηρεμα, ρε, ηρεμα" κ καπως να χασκογελανε, περηφανοι που ο πολιτισμος εχει φροντισει να κρυψει τα δικα τους ζωωδη ενστικτα κατω απο το χαλακι. καποια στιγμη, τα δυο τετραποδα βαριουνται τις αγριαδες κ αποφασιζουν να ανοιξουν τη δικη τους πολιτισμενη συζητηση. "τι εγινε, ρε", λεει το ενα, "ξεστολισαν οι δικοι σου ή ακομα;" "πλακα μου κανεις", το αλλο απαντα, "αμα δεν μπει το τριωδιο εμεις δεν σβηνουμε φωτακια". "ε, τι να κανεις", ξαναλεει το πρωτο, "καπως πρεπει να παλεψουν κ αυτοι οι καημενοι τη μιζερια τους, τουλαχιστον μεχρι να ερθει η ανοιξη". "αχ, η ανοιξη", κανει για πλακα πως μελαγχολει το αλλο κ υστερα κ τα δυο σκανε ταυτοχρονα στα γελια. τα αφεντικα τους σταματανε να μιλουν κ ενοχλημενα τα κοιταζουν. δεν ξερουν ακριβως τι, αλλα σαν κατι να τους ενοχλει σε αυτην τη συμφιλιωση. μετα κοιταζονται μεταξυ τους, κ αφου καπως σαν να συννενοουνται σιωπηλα, ξαναγυρνανε στα σκυλια κ τους φωναζουν: "αγρια, ρε, αγρια"