Σηκωνόμαστε και πάμε δυο στενά παρακάτω, στο φαρμακείο της γειτονίας. "Τι κάνουμε εδώ", τον ρωτάω. "Αυτή είναι", μου λέει. Πίσω από τον πάγκο είναι μια νεαρή μελαχρινή. Φοράει άσπρη ποδιά και γυαλιά με κόκκινο σκελετό. Το πρόσωπό της έχει κάτι το σοβαρό και κάτι το παιχνιδιάρικο ταυτόχρονα. Θα μπορούσε ο φίλος να περάσει την υπόλοιπη ζωή του πλάι της χωρίς ποτέ να καταλάβει αν όντως τον αγαπάει αληθινά ή του κάνει πλάκα για να περάσει η ώρα. Εν πάση περιπτώσει αυτή είναι η περί ης ο λόγος. Όσο εξυπηρετεί τον μπροστινό πελάτη, επαινώ τον φίλο για την εξαιρετική του επιλογή και τον προτρέπω, αφού δεν σκοπεύει να εκδηλώσει άμεσα το ενδιαφέρον του, να ψωνίσει ένα ήπιο αναλγητικό για το ξεκάρφωμα και μετά να πάμε να φάμε κάτι.
Έρχεται η σειρά μας. "Παρακαλώ", λέει αυτή. "Καλησπέρα", της απαντά ο φίλος, αν και ακόμα είναι 11:46. Αυτή χαμογελάει και περιμένει τη συνέχεια. Ο φίλος σκαλώνει κάπως. Τον σκουντάω ελαφρά. Γυρίζει, με κοιτάζει σαν να ζητάει βοήθεια. Εντάξει, σε όλους μας έχει κάποτε συμβεί. Ούτε ο πρώτος είναι ούτε ο τελευταίος. Αποφασίζω να το πάρω πάνω μου. Για αυτό δεν είναι οι φίλοι; "Συγγνώμη", λέω, "μήπως θα μπορούσατε να μου μετρήσετε την πίεση;". "Αχ, δυστυχώς", μου απαντά, "το πιεσόμετρό μας είναι χαλασμένο". "Α, μάλιστα", λέω εγώ. "Ε τότε, εν τοιαύτη περιπτώσει μήπως θα θέλατε να ζευγαρώσετε με τον κύριο από εδώ, να συνάψετε δεσμό, τρεις μήνες μετά να μετακομίσετε στο διαμέρισμά του, να παντρευτείτε κατά τον Μάιο, να κάνετε τέσσερα παιδιά, να υιοθετήσετε άλλα δύο, να κάνετε για έντεκα χρόνια συναπτά διακοπές στην Κάσο, να ταξιδέψετε στο διάστημα, στα βάθη του ωκεανού, σε άλλες διαστάσεις, να χτίσετε ένα σπίτι στην κορυφή του Όθρυος, να ξυπνάτε κάθε πρωί μαζί, να βλέπετε την ανατολή, να κάνετε κωλοδάχτυλα στον ήλιο, να γεράσετε μαζί και να πεθάνετε σχεδόν ταυτόχρονα σε πολύ μεγάλη ηλικία;"
Η γυναίκα πίσω από τον πάγκο, αιφνιδιασμένη κάπως από την ερώτησή μου -και με το δίκιο της, εδώ που τα λέμε- στέκεται για λίγο και κοιτάζει τον φίλο μου από πάνω μέχρι κάτω. Ο φίλος μου ντρέπεται. Θέλει να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί, αλλά θέλει και να ακούσει την απάντηση. Στο μεταξύ, στο φαρμακείο έχει μπει και άλλος πελάτης, ο οποίος μάλιστα είναι και λίγο βιαστικός, καθώς έχει αφήσει το αμάξι του στη γωνία με αλάρμ και φοβάται μην τον γράψουν.
"Μισό λεπτό, κύριε", του λέει η γυναίκα. "δεν βλέπετε ότι εξυπηρετώ;". Και αμέσως γυρίζει ξανά σε μένα. "Συγγνώμη, αλλά όταν λέτε να πεθάνουμε σχεδόν ταυτόχρονα, πώς ακριβώς το εννοείτε", με ρωτάει.
"Πρώτα εσείς από λοίμωξη του αναπνευστικού", της απαντώ, "και τρεις μέρες μετά ο φίλος μου από τη στεναχώρια του".
"Α, μάλιστα", λέει αυτή. "Εν τοιαύτη περιπτώσει, θα έλεγα πως δέχομαι".
Κι αυτό ήταν το πιο πετυχημένο προξενιό που έχω κάνει στη ζωή μου.
