Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

μικρή κυρία

Κάπνιζε ελάχιστα. Δεν το έκανε λόγω υγείας, όχι. Ούτε και φυσικά αισθητικής. Κάπνιζε σπάνια, διότι σπάνια επιθυμούσε να καπνίσει. Κάποιοι της είχαν πει πως το τσιγάρο καθόλου δεν της πήγαινε. Άλλοι της λέγαν πως πολύ την σοβαρεύει. Η ίδια πίστευε ότι την έκανε μάλλον να φαίνεται αστεία.
Έκλεινε πάντα το ένα μάτι, όταν τραβούσε τον καπνό. Πριν καν προλάβει ο καπνός ψηλά στο μάτι της να σκαρφαλώσει. Καλού κακού. Έτσι έκλεινε το μάτι στο τσιγάρο. Όπως και σε όλες του κόσμου τις κακές συνήθειες. Τα πάθη. Τις ανησυχίες. Τις έντονες συγκινήσεις. Δεν ήταν που δεν ήθελε να τα γευτεί όλα αυτά. Όχι, δεν το έκανε λόγω υγείας. Η αισθητική του λάθους δεν την απασχολούσε. Ήθελε αλήθεια να τα ζει όλα αυτά, όποτε μόνη της επέλεγε μέσα σε αυτά να ζήσει. Να είναι μονάχα ο εαυτός της. Μια κυρία του εαυτού της. Κυρία κανονική. Μικρή κυρία, αλλά κυρία.
«Καλά, μη βιάζεσαι», της είπε ο φίλος της μια μέρα. «Μην είσαι τόσο σίγουρη! Ποτέ κανείς δεν ξέρει...» Δεν τον άφησε τη φράση του να τελειώσει. «Δώσε μου τώρα ένα φιλί, μα φρόντισε να είναι αλήθεια!» Τα χείλη σούφρωσε και έκλεισε τα μάτια της. Και τα δυο της μάτια ετούτη τη φορά. Πριν τη φιλήσει ο φίλος της. Πριν καν προλάβει να σκαρφαλώσει ψηλά στα μάτια η αλήθεια. Καλού κακού.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

δεν δαίμονας

Με πιάνει απελπισία κάθε φορά που αναλογίζομαι πόσο πολύ χρόνο πολύτιμο και ζωτικό ξόδεψα στη φοιτητική ζωή μου. Ώρες ατέλειωτες με ανθρώπους που λίγο πριν δε γνώριζα και τώρα δε θυμάμαι. Μήνες ανώφελοι μέσα σε υπόγεια με θέα.
Τι προσπαθούσα; Τι ήταν αυτό που επιδίωκα; Αλήθεια, υπήρχε κάτι; Πόσο εγώ ήμουν αυτός; Πόσο αυτός έχει επιβιώσει; Ποιος κέρδισε;
Κάτι πρέπει να είχα κατά νου, μα το έχω πια ξεχάσει. Τι είναι αυτό που απέμεινε; Το μούδιασμα στα δάχτυλα. Μια σκοτεινή λατρεία. Ένας γελοίος ψίθυρος δίπλα στο μαξιλάρι. Η αγωνία, η αγωνία.
Έτρεχα για να προλάβω κάτι.
Όταν ήμουν φοιτητής είχα μακριά μαλλιά. Δε μου πήγαιναν.
Δυο-τρεις φορές ήρθε ο δαίμονας μου να με βρει στο δρόμο από το σπίτι μου για τη σχολή. Από το σπίτι στο δρόμο για άλλο σπίτι. Το άλλο σπίτι. Κι εγώ νομίζω έκανα τότε πως δεν τον είδα. Τον προσπέρασα. Μια μέρα τον θυμάμαι να έρχεται πολύ κοντά μου επικίνδυνα. Προσπάθησε να με σπρώξει από το πεζοδρόμιο. Τελευταία στιγμή γλίτωσα τις ρόδες των διερχομένων. Πρόλαβα και τον είδα καθώς απομακρύνοταν. Φορούσε ένα πράσινο μαντήλι στο λαιμό του.
Με αυτή την ίδια τη μορφή, με λίγο διαφορετική αμφίεση, τον ξανασυνάντησα μετά από έξι χρόνια. Μπαινόβγαινε τόσο καιρό στα όνειρα μου κι έτσι ακόμα τον θυμόμουν. Σα να μη πέρασε μια μέρα. Σα να μη πέρασε κανείς. Ήταν όμως πια αργά. Τώρα ήταν αυτός που έκανε μάλλον πως δε με είδε.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

το σενάριο

Αυτό το βρήκα σήμερα το πρωί στο facebook. Σκέφτηκα με άλλα λόγια, δικά μου, να το πω, μα είπα, άσε καλύτερα, ας μη το αδικήσω. Ιδού, λοιπόν αυτούσιο:
«Αυτό το μήνυμα είναι για όσους βγαίνουν τη νύχτα, πηγαίνουν σινεμά, και τους σπουδαστές που βγαίνουν από το πανεπιστήμιο ή κολέγιο: “Αν ένα παιδί που κλαίει στο δρόμο, σε οποιαδήποτε περιοχή, με μία διεύθυνση στο χέρι και σας πει να το πάτε στην διεύθυνση που λέει (ακόμα κι αν είναι κοντά), πηγαίντε το στην αστυνομία και όχι στην διεύθυνση. Αυτή είναι η νέα μέθοδος που χρησιμοποιούν για απαγωγή, ληστείες και βιασμούς.” Κοινοποιήστε την παρούσα ανακοίνωση και στείλετέ την σε όσο περισσότερους φίλους σας γίνεται. Μπορείτε να αποτρέψετε πολύ πόνο από οικογένειες...»
Πέρα από τη μάλλον προφανή άχαρη μεταγλώττιση, μου φάνηκε ύποπτο πολύ το παραπάνω κείμενο και έτσι είπα λιγάκι να το ψάξω. Όμως, σε όσα δελτία κακών συμβάντων και να ανέτρεξα, όσο και να μελέτησα τα ρεπορτάζ του τρόμου, τίποτα τέτοιο σχετικό δεν άκουσα, δεν είδα. Είπα πως μάλλον θα ήτανε κι αυτό ακόμα ένα σιχαμερό, κακόγουστο αστείο, από αυτά που σπέρνουν στο κοινό άθλιοι φημολάγνοι.
Και ύστερα σκέφτηκα ξανά το ύφος της γραφής του και άρχισα να στέκομαι σε λέξεις και σε λεπτομέρειες που είχα προσπεράσει. Κυρίως έστρεψα την προσοχή στους παραλήπτες του μηνύματος και είδα πως κάτι δεν πήγαινε καλά στην πρώτη κιόλας φράση. Το «όσους βγαίνουνε τη νύχτα» εντάξει το κατάλαβα. Τη νύχτα στήνει ο τρόμος σκηνικά και σίγουρα η ιστορία αυτή χρειάζεται σκοτάδι. Γιατί όμως «όσους πηγαίνουν σινεμά» και όχι τους άλλους που μετά το σινεμά στο σπίτι τους γυρνάνε; Κι όλους αυτούς που προτιμούν θεατρικά ή μουσικά θεάματα, δε θα έπρεπε άραγε κανείς να τους ειδοποιήσει; Και για «τους σπουδαστές που βγαίνουν το πανεπιστήμιο» τι να πω; Τι πάει να πει που βγαίνουν; Που αποφοιτούν; Εντάξει, αυτό μου μοιάζει λογικό. Αλλιώς, αν εννοεί όταν σχολούν από το μάθημα, νόημα εγώ δε βγάζω.
Κι ύστερα είπα, αρκετά! Ήρθε η ώρα πια της επιτόπιας μελέτης. Κι αφού είμαι λίγο μεγάλος για σπουδές, άνοιξα την εφημερίδα μου, μήπως και παίζει και στο χωριό καμιά καλή ταινία. Υπήρχε μια που μου άρεσε ο τίτλος της. Μια άλλη οι προβολές της με βολεύαν. Διάλεξα τελικά στην τύχη και ξεκίνησα να πάω με τα πόδια. Όμως, καμιά εγκληματική οργάνωση με τη μορφή μικρού παιδιού στο δρόμο μου δεν είδα.
Το φιλμ ήτανε μάλλον μέτριο. Λίγο σασπένς, λίγο σαδιστικό μοντάζ, πολύ τρομοκρατία μουσική και ερμηνείες λαμπερές, που άλλοτε ερμήνευαν κι άλλοτε εξηγούσαν. Στο δρόμο για το σπίτι μου θυμήθηκα που κάποιος δάσκαλος παλιά μου είχε πει πως οι κακές ταινίες κάνουνε καλό, γιατί τις σκέφτεσαι μετά και τότε αναρωτιέσαι, πως θα τη γύριζες εσύ μια τέτοια ιστορία. Και αναπόφευκτα γύρισε πίσω η σκέψη μου στο μήνυμα του facebook και τότε ήταν που βρήκε λύση το μυστήριο και νόημα απέκτησε του κόσμου η βλακεία.
«Κοινοποιήστε την παρούσα ανακοίνωση και στείλετέ την σε όσο περισσότερους φίλους σας γίνεται.» Όλο και κάποιος θα βρεθεί ένα καλύτερο σενάριο από αυτό να κάτσει και να γράψει.

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011

μη ιστορία

Αυτό το βρήκα μέσα στον κάδο ανακύκλωσης. Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα εκεί ποτέ μου δεν κατάλαβα. Κι όταν δίνω εγώ την εντολή ο κάδος να αδειάσει, αναρωτιέμαι σε ποια ψηφιακή χωματερή αδειάζονται τα ανεπιθύμητα αρχεία μου; Και πρώτα από όλα γιατί τον λέμε κάδο ανακύκλωσης; Αν πάρω κάτι από εκεί και το δημοσιεύσω, τι ανακυκλώνω ακριβώς; Το κείμενο ή εμένα; Για να δούμε:

«Κανονικά, τώρα θα έπρεπε να φτιάξω μιαν άλλη ιστορία. Να κάνω πως δε συμβαίνει τίποτα κι ύστερα να ανακαλέσω μία ανάμνηση παλιά ή να μαντέψω κάτι. Κάτι που ίσως μου συμβεί ή που θα πάθει ο κόσμος. Κάτι από του παρελθόντος το βυθό και από του μέλλοντος το βάθος. Άλλωστε, λένε πως δεν υφίσταται παρόν. Διάρκεια στο τώρα δεν υπάρχει. Τίποτα δε χωράει μέσα του. Τίποτα έξω από αυτό ποτέ δεν περισσεύει. Κι όμως, είναι φορές που αυτό το ελάχιστο παρόν κρατάει πολύ και διαρκεί, δε λέει να τελειώσει. Λες «τώρα», και μέχρι να το πεις, έχεις σχεδόν γεράσει. Είναι κάτι στιγμές κακές και φονικές, που πέφτει ο χρόνος πάνω σου και σε καταπλακώνει. Και κάπως έτσι η ιστορία ξεκινά κάτω από του χρόνου τη σιδερένια επιτήρηση.
Κανονικά, αυτή η άλλη ιστορία αρχίζει κάπως έτσι: Πες μου, που είσαι; Δε σου ζητάω να μου πεις που βρίσκεσαι. Πού είσαι, πες μου μόνο! Μονάχα αυτό και άλλο τίποτα μη πεις. Έτσι, θέλω να το γνωρίζω. Μπορεί να με ρωτήσει η ιστορία αυτή εδώ που προσπαθώ, που είσαι να της γράψω. Και τότε να ρεζιλευτώ εγώ μπροστά στην ξένη ιστορία. Που δεν θα έχω να της δώσω μια απάντηση. Που ούτε στα ψέματα δε θα τολμάω καν το που να συμπληρώσω. Δεν ξέρεις πόσο μοχθηρές γίνονται αυτές οι μισοϊστορίες. Κακιώνουνε, όταν δεν παίρνουνε απάντηση, δε σε αφήνουν να γράψεις τη συνέχεια. Κρύβουν τις πρώτες λέξεις της αρχής και δε μπορείς ούτε στον τίτλο καν πίσω να επιστρέψεις. Μη-ιστορίες, με εμένα μέσα σε ένα χρόνο πια νεκρό και εσένα κάπου σε έναν χώρο αμφίβολο. Ξέρεις πως πάει συνήθως μια τέτοια ιστορία; Περίπου κάπως έτσι:
Τώρα, εγώ.»

Τώρα, μάλιστα.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

ο συνοδηγός

Το Νοέμβριο του 2010 ξεκίνησα το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό με αυτοκίνητο. Ήταν αυτό για μένα τότε στ’ αλήθεια μια πράξη τολμηρή και επικίνδυνη. Είχα από χρόνια αναπτύξει μέσα μου μια αλλόκοτη –όχι και τόσο, όμως, ανεξήγητη- φοβία που είχε να κάνει με κάθε είδους μετακίνηση. Έτσι απέφευγα σε γενικές γραμμές όλες τις μακρινές και τροχοφόρες αφηγήσεις. Κάποτε, όμως, τελικά επαναστάτησα, καθώς κοιτούσα διαρκώς το χώρο μου τριγύρω να στενεύει κι αισθάνθηκα τον κίνδυνο κάποια στιγμή να αποκλειστώ μες στο δωμάτιό μου. Κι είπα ως εδώ, δε πάει πια, θα πάω στο Παρίσι. Αυτή ήταν η πρώτη εκστρατεία μου επί ευρωπαϊκού εδάφους κι ακολουθήσαν άλλες δυο κι ελπίζω και σε άλλες.
Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που δεν κατάφερα να ξεπεράσω ακόμα. Δεν έχω τολμήσει καν να το σκεφτώ πως φεύγω δίχως συντροφιά για ένα τέτοιο ταξίδι. Όχι, δεν είναι η κούραση των χιλιομέτρων που φοβάμαι, ούτε η πλήξη της μοναχικής διαδρομής. Άλλωστε, ήδη έχω ζήσει μιάμιση ζωή μέσα στις εθνικές οδούς παρέα με εμένα. Κι έχω απολαύσει εμπειρίες αληθινά μοναδικές διασχίζοντας την εθνική παράλληλα με την ατομική μου επικράτεια, πριν οι φοβίες αρχίσουν τη λογική μου να ξεσκίζουνε. Αυτό που δε με αφήνει να πάρω αύριο κιόλας το πρωί το αμάξι μου και μόνος μου να πάω στο Βερολίνο είναι η ανασφάλεια μπροστά στο κτήνος της αλλοδαπής που ζει ακόμα παρασιτικά μες στο επαρχιώτικο μυαλό του αντικοσμοπολίτη.
Γι’ αυτό, προς το παρόν τουλάχιστον, βασίζω την επιβίωση του ταξιδιού επάνω στον εκάστοτε γενναίο συνοδηγό μου. Έτσι, κάθε φορά που σχεδιάζω πλέον μια μακρά –και όχι προφανώς τη συντομότερη- πορεία πάνω στο νέο χάρτη μου της γηραιάς ηπείρου, ταυτόχρονα αναζητώ και πρόσωπο κατάλληλο για να με συνοδεύσει. Φροντίζω, μάλιστα, σε κάθε νέα οδική μου περιπέτεια μαζί μου να παίρνω κάποιον άλλον, περίπου με το ίδιο σκεπτικό, που διασχίζω την αναπόφευκτη ιταλική χερσόνησο κάθε φορά διανυκτερεύοντας σε άλλη σπουδαία πόλη. Λέει ένας φίλος πως κάνω συλλογή συνοδηγών κι ίσως ετούτη τη φορά άδικο να μην έχει.
Πάντως, ο ιδανικός ο υποψήφιος για την περίοπτη αυτή εκ δεξιών μου θέση πρέπει να συγκεντρώνει φυσικά κάποια προσόντα απαραίτητα. Κυρίως, θα πρέπει να έχει υπομονή, γιατί αλλιώς, αν βιάζεται, ας πάρει αεροπλάνο! Καλό θα είναι, έπειτα, να είναι σχολαστικά προσεκτικός, όταν με βοηθάει, γιατί εγώ συστήματα πλοήγησης στο αμάξι μου δε βάζω. Τρίτον, αν ενοχλείται από το κάπνισμα, μάλλον θα υποφέρει. Θα πρέπει επίσης να φροντίζει για τη μουσική. Αν έχει, τέλος, και δίπλωμα οδήγησης, κι αυτό συνεκτιμάται.
Σε γενικές γραμμές αρκούν αυτά. Άλλες εγώ δεν έχω απαιτήσεις. Εξάλλου, αν μοιραστούμε βενζίνες και διόδια, τα άλλα θα τα βρούμε. Όποιος, λοιπόν, ενδιαφέρεται, το Μάρτιο φεύγω ξανά για Ισπανία!