Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

5 οριζόντια

Από την Πλάθα ντε Εσπάνια έως την Πλάθα ντε Καστίγια μεσολαβούν έξι σταθμοί. Έτσι αφού βρήκα εύκολα μια θέση να καθίσω και έκρινα πως είχα χρόνο αρκετό, άρχισα να λύνω ένα σταυρόλεξο, βάζοντας με τον εαυτό μου στοίχημα πως μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου θα το έχω ολοκληρώσει.
Το σταυρόλεξο όμως που επέλεξα προέκυψε λιγάκι ανορθόδοξο, αφού ούτε λίγο ούτε πολύ ζητούσε από τους λύτες τους, όχι να αντιστοιχήσουν ορισμούς με λήμματα, αλλά να ανακαλύψουν άλλα πράγματα μυστήρια, που δύσκολα οι λέξεις περιγράφουν.
Ας πούμε, σε εκείνο το 5 οριζόντια (εννέα γράμματα, Ι το τρίτο, Η το τελευταίο), τι να απαντήσω στο ερώτημα, «είναι αυτό που αποφεύγεις γενικά»;
Πριν φτάσουμε στη Νουέβος Μινιστέριος, το δίπλωσα και εκνευρισμένος μάλλον φανερά το έχωσα ξανά μέσα στο σάκο. Την ώρα όμως που το εγκατέλειπα, ένιωσα να γέρνει πάνω από το κεφάλι μου το βλέμμα του διπλανού συνεπιβάτη.
«Ρώσος;» με ρώτησε στα Ισπανικά.
«Έλληνας», του απάντησα.
«Αθήνα!» αυτός σχεδόν ενθουσιάστηκε.
Όχι ακριβώς, αλλά που να σου εξηγώ; Άλλωστε, όποτε βρίσκομαι στο εξωτερικό, συνήθως ως Αθηναίος συστήνομαι στους άγνωστους συνταξιδιώτες μου. Και έπειτα, τρεις στάσεις μόνο μας απόμειναν, που να μπλέκουμε με τη γεωγραφία τώρα;
«Μιλάς Ισπανικά;»
«Όχι. Αλλά καταλαβαίνω;»
«Και τι γυρεύεις στη Μαδρίτη τέτοια εποχή;»
«Γιατί; Τι έχει η εποχή;»
«Τίποτα. Όπως και η Μαδρίτη…»
«Ναι, αλλά όποιος ψάχνει, βρίσκει.»
«Κι εσύ, τι ψάχνεις, δηλαδή;»
«Κι εσένα, τι σε νοιάζει;»
«Με συγχωρείς! Το ξέρω, παρασύρθηκα…»
Κι εγώ. Έπρεπε ήδη να έχω κατεβεί. Πλησιάζαμε στο τέρμα της διαδρομής κι ούτε που το είχα καταλάβει. Σηκώθηκα και πέρασα στους ώμους τα λουριά του σάκου μου. Ο άλλος ο ανόητος ακόμα μου χαμογελούσε.
«Κρίμα. Ήμουνα σίγουρος πως πας στο αεροδρόμιο.»
«Όχι, λυπάμαι αν σε απογοήτευσα, μα γενικά το αποφεύγω.»
«Προφανώς», μου απάντησε πολύ αινιγματικά κι αντί για αποχαιρετισμό, κρύφτηκε πίσω από την εφημερίδα του.
Την ώρα που ανέβαινα τις κυλιόμενες για να περάσω στην αντίθετη πλευρά και να διορθώσω την απροσεξία μου, θυμήθηκα το άδοξο σταυρόλεξο που είχα ξεκινήσει και ανακάλεσα μαζί του ενοχλητικού τα τελευταία λόγια.
«Το κάθαρμα!», έκπληκτος και ξαφνιασμένος μονολόγησα. «Μιλούσε ελληνικά και τόση ώρα με κορόιδευε!»

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Η κρίση βρίσκεται σε κρίση

Έχει πλάκα να είσαι στο εξωτερικό και να μαθαίνεις τα νέα για τη χώρα στην οποία βρίσκεσαι από ιστότοπους κι ελληνικά κανάλια. Αν πίστευα μονάχα όσα διάβαζα, θα έπρεπε να βρίσκομαι διαρκώς κλεισμένος μες στο σπίτι. Να μη με φάει καμία σφαίρα αδέσποτη του νέου ισπανικού εμφύλιου που μονομερώς οι Έλληνες ρεπόρτερ –και καλά- έχουν φέτος κηρύξει.
Μέχρι και τη μητέρα μου αναστατώσανε οι αθεόφοβοι και με έψαχνε προχθές συνέχεια στο σκάιπ και στο τηλέφωνο, να με ρωτήσει αν έχω τελικά καταταχθεί στις νέες Διεθνείς Ταξιαρχίες.
Αλήθεια, δεν το καταλαβαίνω τι επιδιώκουν ακριβώς. Να δείξουν πως κι άλλου, σε άλλες χώρες ισχυρότερες, υπάρχουνε προβλήματα; Να μας επισημάνουν πού, άμα το πράγμα ξεφύγει εντελώς, μπορεί να οδηγήσει η βία; Ή να καλύψουνε απλώς τα κραυγαλέα τους κενά στην εξωτερική ειδησιογραφία, κάνοντας γελοία κόπυ πέιστ των πιο αμφιλεγόμενων ειδήσεων από τα πλέον κίτρινα, φαιδρά κι αναξιόπιστα μπλογκ των ξένων συναδέλφων τους;
Το να είναι κοινοί μυθομανείς, μάλλον το αποκλείω. Ακόμα και η μυθομανία για να εξελιχθεί θέλει κάποιο ταλέντο.
Καταλαβαίνω πως έχουν στην Ελλάδα ξενερώσει αρκετοί που δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα παρόμοια με τα δικά μας κανιβαλιστικά φαινόμενα στις άλλες χώρες που η κρίση βασιλεύει. Γιατί δεν έχουν αναπτύξει φοβικά ακραία αντανακλαστικά οι Ισπανοί με τόσους μετανάστες στην αυλή τους; Γιατί δεν έχουν δημιουργηθεί αντιστασιακά κινήματα στις κεντρικές πλατείες του Δουβλίνου; Γιατί τα κόμματα στη Λισσαβώνα κάθισαν σε ένα τραπέζι, τα βρήκαν και συμφώνησαν σε ένα μίνιμουμ εθνικής στρατηγικής για να οδηγήσουν τη χώρα τους σε έξοδο από την μέγγενη των διεθνών απατεώνων;
Μα αντί να μπουν στον κόπο να προβάλουν έστω τις απορίες τους αυτές, μπας και βρεθεί μέσα από το δημόσιο προβληματισμό κάποια σωστή και λογική απάντηση, όλοι σχεδόν δείχνουν να προτιμούν να αναδεικνύουν επεισόδια μεμονωμένα και ασήμαντα σε κραυγαλέες κοινωνικές συρράξεις.
Η κρίση δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Κι αν κάποτε υπήρξε, τώρα πια και η ίδια βρίσκεται σε κρίση. Όσοι αυτό το καταλάβανε νωρίς, σήμερα έχουν ήδη βγει για τα καλά από την κρίση, όπου κάποτε πιστέψανε πως ήταν. Και οι άλλοι που επιμένουμε να ζούμε παρέα με τα φαντάσματα, τόσο πολύ το παραμύθι αυτό το έχουμε εμπεδώσει, που έχουμε πλέον μπει για τα καλά σε μία κρίση πολύ προσωπική, δικιά μας.
Κι έτσι όπως πάει, αργά ή γρήγορα, σε λίγο ούτε καν δε θα τολμάει κανείς να φανταστεί πως ίσως και να υπάρχει κάποια σωτηρία.
Μα, δε βαριέσαι. Πάντα θα υπάρχουνε τα μέσα ενημέρωσης, να μας πληροφορούν ότι ακόμα κι οι κουτόφραγκοι σφάζονται καθημερινά για ένα ξεροκόμματο. Οπότε δεν πειράζει.

Πάμπλο

Για να πάει κανείς από τη Σεβίγια στην Κόντε ντε Καζάλ πρέπει να αλλάξει τρία γραμμές με όλη εκείνη την υπόγεια περιπλάνηση που συνεπάγεται αυτό μες στους σταθμούς μετεπιβίβασης. Ωστόσο, αν και η διαδρομή στο χάρτη φαινότανε μικρή –ουσιαστικά αρκούσε να διασχίσω το Ρετίρο- δεν είχα και μεγάλη όρεξη την ώρα εκείνη για περπάτημα. Κι έπειτα, είχα μέσα στο σάκο όλα σχεδόν τα πράγματά μου και μία σκέψη επίμονη να μου φωνάζει, πάρε το μετρό, αλλιώς δε θα προλάβεις.

Ενώ περίμενα στην αποβάθρα που πήγαινε προς την Ελίπα, μία γυναίκα ήρθε και με ρώτησε κάτι ακατανόητο. Της είπα πως δε μιλώ Ισπανικά, αλλά αυτή δε φάνηκε καθόλου να πτοείται. Μου φάνηκε πως ήταν σε απόγνωση και μάταια επέμενε να με ρωτά κάτι για κάποιον Πάμπλο. Υπήρχαν ένα σωρό Ισπανοί τριγύρω μας – γιατί, αλήθεια, δε δοκίμαζε την τύχη της στους άλλους; Πήρα ένα ύφος όσο γινόταν πιο ευγενικό και της εξήγησα για ακόμα μια φορά στα Αγγλικά πως δεν υπήρχε δυστυχώς καμία δυνατότητα για να τη βοηθήσω. Όμως αυτό την έκανε κυριολεκτικά έξω φρενών και τότε μου έβαλε στ' αλήθεια τις φωνές κουνώντας το δάχτυλό της απειλητικά ανάμεσα στα μάτια μου. Νομίζω ή τουλάχιστον φαντάστηκα ότι μου είπε πως είμαι και εγώ ίδιος, σαν και τον Πάμπλο.

Ευτυχώς δεν άργησε να φτάσει ο συρμός. Μα όσο κι αν προσπάθησα, δεν τα κατάφερα να μπω σε διαφορετικό βαγόνι. Περίμενα πρώτη εκείνη να διαλέξει θέση και πήγα ύστερα και κάθισα όσο γινόταν μακριά της. Μετά την Μπάνκο ντε Εσπάνια ήρθε και πάλι δίπλα μου, μα η διάθεσή της φαινόταν να έχει πια αλλάξει. Ξεκίνησε να μου μιλάει ήρεμα και μάλιστα μου ζήτησε συγνώμη. «Όλα καλά», της είπα εγώ στα ελληνικά κι αυτή μου χαμογέλασε. Πρέπει να ήταν πάνω από πενήντα ετών. Τα χρόνια και όλα αυτά που κουβαλούσε μέσα στο κεφάλι της την είχανε χαλάσει. Θα έβαζα, ωστόσο, στοίχημα πως είχε υπάρξει κάποτε πολύ όμορφο κορίτσι. Σίγουρα θα είχε κάνει κάποτε τον Πάμπλο της να την ερωτευτεί τρελά και ίσως και να της ορκίζεται πως είναι η γυναίκα της ζωής του. Και μάλλον είναι αυτά ακριβώς τα αισθήματα που κάποτε με τόση ευκολία του ενέπνεε που τώρα πιο πολύ της έλειπαν, παρά ο ίδιος ο χαμένος εραστής της.

Επόμενη στάση, Πρινθίπε ντε Βεργκάρα, ανήγγειλαν όσο γινόταν πιο ψυχρά από τα μεγάφωνα. Έπρεπε να κατέβω. Μα έτσι όπως μου κρατούσε τώρα πια το μπράτσο μου δεν ήθελα να την στεναχωρήσω. Αυτή με κάποιον τρόπο με κατάλαβε και τράβηξε το χέρι. Κι ύστερα, φέρνοντάς το πάνω στο θλιμμένο στήθος της, με αποχαιρέτησε έτσι ακριβώς, όπως η ιστορία το απαιτούσε: «Αντίος Πάμπλο!». Σκέφτηκα κάτι να της πω, αλλά, όπως και εκείνος, δεν μπόρεσα έστω δυο λέξεις γαμημένες για να βρω που να έχουν κάποιο νόημα σε κάποια από τις γλώσσες των ανθρώπων.

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Ενρίκε

Η βροχή με βρήκε να περπατάω στην Αργκουέλες. Ενώ έψαχνα να βρω ένα μέρος να κρυφτώ, σκέφτηκα ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα να βρέχει στη Μαδρίτη. Έτρεξα μέσα στο σταθμό του Λαβαπιές και επειδή βαριόμουνα να περιμένω πότε θα σταματήσει, χτύπησα το εισιτήριο και πήρα την κατεύθυνση που πάει προς την Μονκλόα.
Το βαγόνι μου ήταν μισογεμάτο. Μέτρησα εικοσιτρία άτομα. Δεκαεφτά γυναίκες και έξι άντρες. Οι εννιά ήταν απασχολημένοι με το να διαβάζουν κάτι. Πέντε από αυτούς βιβλία κι οι άλλοι τέσσερις εφημερίδες και περιοδικά. Θυμήθηκα που είχα διαβάσει κάπου –νομίζω ήταν μια έρευνα για τον υπόγειο του Λονδίνου- πως οι περισσότεροι άνθρωποι που διαβάζουν στα μέσα μαζικής μεταφοράς, το κάνουν για να αποφεύγουν να κοιτούν στα μάτια τους συνεπιβάτες τους. Εγώ, ωστόσο, τους κοιτούσα.
Στη Σολ, παραδόξως, δεν κατέβηκε και δεν ανέβηκε κανείς. Άρχισα να προσπαθώ να διακρίνω τους τίτλους των βιβλίων. Ένα κορίτσι διάβαζε το Κάθετο Ταξίδι. Σκέφτηκα να τη διακόψω για να της πω ότι το διάβασα κι εγώ, στο πρώτο μου ταξίδι στην Ισπανία τον Οκτώβριο. Και ύστερα πως έγραψα για αυτό δυο λόγια στο Lasttapes. Νομίζω πως θα μου άρεσε να άκουγα τη γνώμη της για τον Ενρίκε Βίλα-Μάτας.
Πόσο χρονών να ήταν, άραγε; Σίγουρα όχι μεγαλύτερη από είκοσι. Πολύ μικρή για τέτοια αναγνώσματα. Πολύ όμορφη για να υπομένει αδιάκριτα βλέμματα από τους συνεπιβάτες της χωρίς να ενοχλείται.
Στο Καγιάο τρεις από τους αυτούς που διάβαζαν βιβλία σηκώθηκαν και εγκαταλείψαν το βαγόνι μας. Στη θέση τους μπήκε ένας νεαρός που ούρλιαζε στον συνομιλητή του στο τηλέφωνο, πως επειδή είναι μέσα στο μετρό δε γίνεται να τον ακούσει. Γιατί απλά δεν του το έκλεινε; Τόσο εγώ όσο κι οι δυο εναπομείναντες βιβλιοφάγοι τον αγριοκοιτάξαμε. Η αντίδρασή μου έκανε μάλλον την κοπέλα με τον Βίλα-Μάτας λιγάκι να με συμπαθήσει. Πρέπει να ένιωσε πως ήμουν σύμμαχός της. Σχεδόν μου χαμογέλασε.
Σκέφτηκα να την πλησιάσω, τώρα που η διπλανή της θέση είχε μείνει πια κενή, αλλά η Πλάθα ντε Εσπάνια ήτανε, δυστυχώς, η στάση μου.
Όταν βγήκα ξανά στην επιφάνεια η βροχή είχε ήδη σταματήσει. Αλλά ποιος ξέρει, μπορεί στο Λαβαπιές να έβρεχε ακόμα.  

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

la persona más mala del mundo

Soy la persona más mala del mundo. Al menos eso creo. De acuerdo, puede que esté equivocado. Pero de todas las personas que he conocido en mi vida y en mis viajes –y no son pocos- no hubo nunca ninguno peor que yo.
Soy malo de verdad. Tengo plena percepción de mi malevolencia y cada vez que la muestro lo hago conscientemente. No me dejo llevar por otros instintos más bajos. Odio, amargura, envidia, venganza, desprecio todas esas cosas. No las necesito para ser malo.
Mi maldad es pura. Primaria. Autoexistente. Despierta dentro de mí como el hambre al mediodía y el sueño tarde por la noche. No me la inspiran ni el ambiente ni los demás. Nunca me permitiría ser malo con los demás. Soy malo conmigo mismo. Puede que sean los demás los que la reciban pero -sinceramente- no odio ni a nadie ni le tengo antipatía a ninguno de ellos. Al contrario. A muchos de ellos los amo. Quizá a todos.
A algunos, claro, los quiero más. A ellos les dedico la mayor parte de mi maldad. Los más débiles sufren. Los más fuertes me la devuelven. Y el mundo continúa. Y la vida sigue.
No puedo saber si nací malo. No me acuerdo. Pero estoy seguro de que moriré así. Estoy de verdad orgulloso de mi maldad. Soy el hijo preferido. Mi creación más importante. La obra de una vida.
Antes, cuando era joven, intenté librarme de ella y cambiar. Por suerte pronto comprendí mi equívoco. No es posible que alguien esté enamorado y que sea buena persona.