Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

τα τέσσερα κλειδιά

Την περασμένη Τρίτη έφυγα αργά πολύ από το γραφείο μου και γύρισα στο σπίτι με το πόδια. Ήθελα, στ’ αλήθεια, πολύ να περπατήσω για να μπουν ξανά τα κόκκαλα στη θέση τους, που η πολυθρόνα μου τα είχε για ώρες μαλθακώσει, αλλά και για να απολαύσω, έστω για ενάμιση χιλιόμετρο, το όμορφο κρύο του Δεκέμβρη.
Στου δρόμου τα μισά έκανα μια μικρή μα αναμενόμενη παράκαμψη να πιω ένα ποτάκι και πιο πολύ να βρω στο μπαρ κανέναν συναγωνιστή, μήπως και πούμε καμιά λυτρωτική βλακεία. Όλη τη μέρα ήμουνα τόσο βυθισμένος μέσα στα σοβαρά και τα δυσάρεστα, που είχα ανάγκη, πριν πάω να κοιμηθώ, από μια ποτισμένη στα αγαθά του αλκοόλ ανώφελη χαζοκουβέντα.
Την ώρα που έφτασα στο μαγαζί, ήταν περίπου άδειο. Δυο άγνωστοι πελάτες στα σκαμπώ κι ο φίλος μου πίσω από το μπαρ που έλυνε σουντόκου. Κάθισα και παρήγγειλα. Τι λέει; «Αυτά. Τα ίδια.» Ήπια το πρώτο βιαστικά, πριν λιώσουν τα παγάκια κι αυτός το ξαναγέμισε πριν να του το ζητήσω. Τι άλλα νέα; «Τι ρωτάς; Τελειώνουν τα δικά μας;»
Και τότε, λίγο πριν φτάσει στην κορύφωσή του ο διάλογος και θριαμβεύσει για ακόμα μια φορά η διαλεκτική της νύχτας, ανοίγει η πόρτα ξαφνικά και μπαίνει μια κυρία. Για λίγο κοντοστέκεται κι ύστερα πλησιάζει. Αράζει στην απέναντι πλευρά και βγάζει το παλτό της. Ποια είναι αυτή, οι τρεις πελάτες ρωτάμε σιωπηλά και τότε ταπεινώνεται ο παντογνώστης μπάρμαν, «πρώτη φορά τη βλέπω». Όμως, μακάρι το μυστήριο εκεί να σταματούσε. Εκείνη χαμογελαστή ζητάει ένα ουίσκι, «με έναν πάγο, σε παρακαλώ!» κι αμέσως σηκώνεται από τη θέση της και βγαίνει πάλι έξω.
Τα βλέμματα μας ως την πόρτα την συνόδεψαν, μάλλον όχι και τόσο ευγενικά, και ύστερα απορημένα διασταυρώθηκαν, «άλλο κι ετούτο πάλι!». Μάλλον θα βγήκε για τηλέφωνο. Ίσως να ξέχασε στο αμάξι τα τσιγάρα της και πήγε να τα πάρει. Οι άλλοι δυο παρήγγειλαν ξανά και αν και δε γνωρίζονταν, άρχισαν να τα λένε. Ο φίλος πέταξε στα σκουπίδια τα σουντόκου του κι εγώ έστριψα και άναψα και δεύτερο τσιγάρο.
Η ώρα, όμως, και η ζωή αδιάφορες κυλούσαν. Έλιωσε το μοναδικό παγάκι στο ποτό, μα αυτή που το παράγγειλε πίσω ξανά δεν ήρθε. Και αν δεν υπήρχε εκείνο το παλτό να τη θυμίζει αμυδρά, θα λέγαμε πως ίσως και να τη φανταστήκαμε και πως σε αυτό το μαγαζί δεν πάτησε ποτέ της.
Κάποια στιγμή οι δυο άγνωστοι –φίλοι επιστήθιοι τώρα πια- βαρέθηκαν, πληρώσανε και φύγαν. Μάζευε ο μπάρμαν τα ποτήρια τους κι εγώ κοιτούσα το ρολόι. «Κάτσε! Περίμενε! Που πας; Να βάλω άλλο ένα;» Πλάκα μου κάνεις; Και με αυτό, τι σκέφτεσαι να κάνεις; Γύρισε και είδε το γυναικείο το παλτό και το ορφανό ουίσκι. «Θες να το πιεις; Έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται μάλλον να επιστρέψει.» Μήπως να δοκιμάσω το παλτό; Τι λες; Θα μου πηγαίνει; Για λίγο κοιταχτήκαμε χωρίς να πούμε λέξη κι αμέσως χιμήξαμε κι οι δυο να αδειάσουμε τις τσέπες.
Ούτε λεφτά, ούτε χαρτιά, κανένα αποδεικτικό να σβήνει το σκοτάδι. Ένα μπρελόκ μονάχα με τέσσερα κλειδιά και μια χαρτοπετσέτα. Πάνω της κάποιος είχε ζωγραφίσει με στυλό κάτι ακατανόητο. Έμοιαζε με αυτά τα σχέδια που φτιάχνουν τα παιδιά και ύστερα τα βλέπουν οι μεγάλοι και τρομάζουν.
Πάμε για ύπνο, είναι αργά. Και αύριο μέρα είναι. Αύριο, θα δεις, θα θυμηθεί, θα έρθει να τα ζητήσει. Τα φώτα κλείσαμε, σωπάσαμε τη μουσική και βγήκαμε στο δρόμο. Έξω από το μπαρ, στο πεζοδρόμιο απέναντι, καθότανε από ώρα εκεί και μας περίμενε να βγούμε. Το αύριο ήταν ήδη εκεί, χωρίς να μας ρωτήσει.

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

η συντέλεια

-Άντε! Ένας ακόμα χρόνος έμεινε και πάει το παραμύθι!
-Τι θες να πεις; Τι εννοείς; Μιλάς με γρίφους πάλι;
-Ποιος γρίφος, ρε; Όταν μιλούν οι αριθμοί, οι άνθρωποι σωπαίνουν.
-Και τι θα γίνει, δηλαδή, του χρόνου τέτοια μέρα;
-Τι θες να γίνει; Η Συντέλεια! Το είπαν οι προφήτες;
-Τι λες; Ξέρεις τι ώρα ακριβώς; Πες μου, να κανονίσω!
-Καλά, καλά! Γέλα εσύ! Τρακόσες εξήντα πέντε μέρες έμειναν, ίσα που προλαβαίνεις.
-Τριακόσιες εξήντα έξι, θες να πεις. Δεν είναι δίσεκτο το δώδεκα;
-Έστω! Και πάλι λίγες είναι.
-Κι εσύ, που τα πιστεύεις όλα αυτά, για πες μου, τι θα κάνεις;
-Τι θες να κάνω; Θα πάω στο Περού. Να φύγω από τους πρώτους.
-Και τι είναι, ρε φίλε, το Περού; Πρώτο τραπέζι πίστα;
-Εκεί θα σκάσει στην αρχή. Το είπαν οι Αζτέκοι.
-Καλά προχτές δεν έλεγες πως το έχουν πει οι Μάγιας;
-Έλα μωρέ, τώρα μωρέ! Αυτοί είναι όλοι ίδιοι!
-Τι λες, ρε επιστήμονα; Και δε μου λες, μόνος θα πας ή θα έχεις και παρέα;
-Θα έρθει και η γυναίκα μου. Μόνη δεν την αφήνω.
-Και η μικρή;
-Δεν είναι ακόμα για ταξίδια η μικρή. Θα κάτσει στη γιαγιά της.
-Τι πάει να πει ακόμα, ρε; Αφού θα γίνει η Συντέλεια. Πότε θα μεγαλώσει;
-Άσε με, ρε! Από τη μέρα που γεννήθηκε, μόνοι μας ούτε ως τα Καλά Νερά να πάμε δε μπορούμε.
-Το έχεις κανονίσει, δηλαδή;
-Ε, τι σου λέω τώρα; Θα κάτσω το καλοκαίρι στη δουλειά και θα ζητήσω άδεια για όλον το Δεκέμβρη. Άσε που έχω βγάλει ήδη εισιτήρια.
-Τι; Από τώρα; Ένα χρόνο πριν;
-Αφού τα βρήκα προσφορά. Του χρόνου, λόγω της Συντέλειας, θα τα βαρέσουν στο κεφάλι!
-Απλή μετάβαση, φαντάζομαι.
-Όχι, μωρέ. Με επιστροφή.
-Μα, αφού θα γίνει η Συντέλεια…
-Κι άμα δε γίνει, και λένε οι Ίνκας παπαριές, πως θα γυρίσουμε μετά; Με τραίνο ή με τα πόδια;
-Καλά, μιλάμε είσαι σοφός! Σε είχα παρεξηγήσει.
-Εντάξει, εσύ κορόιδευε! Εγώ, τουλάχιστον, ξέρω καλά που θέλω να με βρει η τελευταία μέρα.
-Για εμένα η τελευταία μέρα είναι αυτή.
-Και την περνάς μαζί μου;
-Εντάξει, φεύγω. Πάω να πιω. Καλή Συντέλεια να έχουμε!
-Ναι, και του χρόνου σπίτια μας!
-Μαλάκα!
-Καραγκιόζη!

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

η ακρίδα

Όταν επέστρεψα από την Ισπανία, αναγκάστηκα να πάω να μείνω -για ακόμα μια φορά προσωρινά- στο πατρικό μου σπίτι. Επειδή, όμως, τα μεγάλα και αδειανά σπίτια από παλιά με τρόμαζαν, επέλεξα με τρόπο τεχνητό να το μικρύνω κάπως. Έτσι κλείδωσα όλα τα υπνοδωμάτια και κράτησα μονάχα το καθιστικό για να περνάω την ώρα μου και την κουζίνα, το πιο ζεστό δωμάτιο του σπιτιού, για να έχω να κοιμάμαι. Γενικά, όλη σχεδόν τη μέρα τριγυρνούσα εδώ κι εκεί και μόνο για τα απαραίτητα κατέληγα στο σπίτι.
Την εποχή εκείνη ακούγονταν πολλά για διαρρήξεις και κλοπές στην πόλη και τη γειτονιά μου. Έτσι, και για να μη νομίσουν οι κακοί πως είναι το σπίτι ακατοίκητο, φρόντιζα να αφήνω πάντα τα φώτα αναμμένα κι ανέβαζα την ένταση της μουσικής, υπογραμμίζοντας την παρουσία μου μοιραία με την κατακόρυφη αύξηση στην κατανάλωση του ρεύματος.
Σπάνια άνοιγα τα παράθυρα. Άλλωστε, ο χειμώνας είχε μπει πια για τα καλά και το κρύο εκείνης της χρονιάς καθόλου δεν αστειευόταν. Την μπαλκονόπορτα μονάχα της κουζίνας άφηνα για λίγη ώρα ανοιχτή, αμέσως μόλις σηκωνόμουν και μέχρι να ετοιμαστώ να φύγω από το σπίτι τρέχοντας τη μέρα να προλάβω. Έπρεπε που και που ο χώρος όπου κοιμόμουν λιγάκι να αερίζεται και ήταν απαραίτητο τα υποπροϊόντα των ονείρων μου να καίγονται λυτρωτικά στον καθαρό αέρα.
Θα είχαν ήδη περάσει δυο βδομάδες προσωρινής διαμονής στο πατρικό, όταν ένα πρωί είδα πάνω στο τζάμι της κουζίνας μία ακρίδα να με κοιτάζει ανυπόμονα. Κατάλαβα πως ήθελε πολύ μέσα στο σπίτι μου να μπει και πως, αφού είχε ήδη με κάποιον τρόπο πληροφορηθεί τις πρωινές συνήθειές μου, περίμενε να ανοίξω ξανά τη μπαλκονόπορτα χτυπώντας νευρικά τα πόδια της στη λεία επιφάνεια.
Αυτό ήταν το πρώτο πρωινό όπου, παρά τους μάλλον μεταφυσικούς κανόνες της υγιεινής, η υπνοκουζίνα μου δεν αερίστηκε καθόλου. Κράτησα για αρκετό καιρό επίμονα κλειστή την μπαλκονόπορτά, αφού για μέρες, μόλις ξυπνούσα, αντίκριζα στο τζάμι της τα μάτια αυτής της ξεροκέφαλης σιχαμερής ακρίδα. Θα μπορούσα να ανοίξω και να τη διώξω μακριά ή να της δώσω μια και να την τσακίσω δίχως τύψεις κάτω από την παντόφλα μου. Όμως, περίμενα καρτερικά, μήπως στο τέλος βαρεθεί και σε άλλο σπίτι παρακείμενο θελήσει να τρυπώσει.
Οι μέρες έγιναν βδομάδες και η κουζίνα μοιραία άρχισε να κατακλύζεται από τις αναθυμιάσεις των βραδινών μου καταχρήσεων και από τα κατάλοιπα των εγκλωβισμένων μου ονείρων. Ήδη σκεφτόμουν να μεταφερθώ σε κάποιο από τα κλειδωμένα υπνοδωμάτια, αφού η ακρίδα μου από εκεί δεν έλεγε με τίποτα να φύγει. Ώσπου, μια Κυριακή, που άργησα λιγάκι να ξυπνήσω, με κόπο άνοιξα τα μάτια μου και είδα τότε το αρθρόποδο να κόβει βόλτες αμέριμνο πάνω στο πάπλωμά μου.
Τρόμαξα στην αρχή, μα στη συνέχεια πιο πολύ απόρησα. Πως τα είχε καταφέρει τελικά να εισβάλει μες στο σπίτι; Πως μπόρεσε να μου παραβιάσει την ασφάλεια; Πως τόλμησε τις ιδιωτικότητάς μου τα σπαρτά να έρθει να μου ρημάξει; Έκανα να σηκωθώ πολύ προσεκτικά, μα αυτή με ένα ακαριαίο και ακριδίσιο πήδημα βρέθηκε πάνω στην τηλεόραση.
Δεν ξέρω πόση ώρα έφαγα να την καταδιώκω μάταια. Μετά, αφού κουράστηκα, της άνοιξα, όχι και τόσο εύκολα την πόρτα –τόσες μέρες ερμητικά κλειστή, είχε σχεδόν μαγκώσει- κι είπα, αν θέλει, ας φύγει από μόνη της, εγώ άλλο δεν παίζω. Το κύμα του διοξειδίου που εξέβαλε αιφνίδια στη γειτονιά προσέβαλε τις άγιες μυρωδιές από τα κυριακάτικα τραπέζια. Και η ακρίδα, σκαρφαλωμένη πάνω στο ψυγείο μου, σαδιστικά γελούσε με τις ενοχές μου.
Από τη μέρα εκείνη άρχισα πάλι να ανοίγω τακτικά κάθε πρωί την μπαλκονόπορτα. Δεν ξέρω ακόμα αν η απρόσκλητή μου επισκέπτρια φωλιάζει μες στο σπίτι. Είναι καιρός που έχω να τη δω και πια δεν την ακούω. Κάποια στιγμή μάλλον θα με βαρέθηκε και για άλλους στόχους πιο ενδιαφέροντες θα έψαξε στα διπλανά τα σπίτια. Ίσως να ήθελε μονάχα να μείνει εδώ προσωρινά, μόνο που το προσωρινά αυτή στ’ αλήθεια να το εννοούσε.

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

ομολογία

Δεν τα κατάφερα ποτέ ως φοιτητής να διαπρέψω. Αδιάφορη υπήρξε εκείνη η εποχή και σήμερα σχεδόν την έχω πια ξεχάσει. Μου είναι αδύνατο να ανασυντάξω μες στο μυαλό μου ολόκληρη μια μέρα της εξάχρονης φοιτητικής ζωής μου. Πόσο μάλλον πάνω στο χαρτί να την ανασυνθέσω.
Αφέθηκα να με παρασύρουν οι άνεμοι του τέλους του αιώνα. Σκαρφάλωσα στο οικοδόμημα ενός κόσμου που, ενώ κατέρρεε, σήκωνε διαρκώς πατώματα. Υπήρξα αφελής. Θυσίασα πολλά από αυτά που νόμισα πως είχα, μα οι άνεμοι δε φύσηξαν ποτέ. Έζησα μες στην άπνοια. Περνούσανε τα χρόνια, οι εποχές αλλάζανε και οι παγετοί διαδέχονταν τις αμμοθύελλες. Στ’ αλήθεια, όμως, φύλλο δεν κουνήθηκε όλα αυτά τα χρόνια.
Δε μου έφταιξε κανείς κι ας τα έβαλα με ολόκληρο τον κόσμο. Σκότωσα, βίασα, λήστεψα, πλαστογράφησα. Διέσχισα σχολαστικά όλο τον ποινικό μας κώδικα. Μέχρι και το πτυχίο της σχολής με δόλο και απάτη το απέκτησα. Σαράντα ένα κατά συρροή μαθήματα. Κανείς δε βρέθηκε ποτέ να με κατηγορήσει. Μόνος μου πήγα κάποια στιγμή και παραδόθηκα. Κι εκείνοι, αφού με άκουσαν πολύ προσεκτικά, μου είπαν να πηγαίνω. Βγαίνοντας έξω στο διάδρομο, κλείνοντας πίσω μου την πόρτα, τους άκουσα να σκαν στα γέλια και να ξεκαρδίζονται. Αλήθεια, πως μπόρεσαν να κρατηθούν έξι ολόκληρα χρόνια;