Πέμπτη 24 Μαρτίου 2022

το παλτό

Περπατάω στον δρόμο και ακούω κάποιον να φωνάζει. Νιώθω τη φωνή να έρχεται από κάπου ψηλά και κοιτάζω προς τα μπαλκόνια και τα ανοιχτά παράθυρα. Δεν βλέπω κάτι, αλλά αρχίζω να ξεχωρίζω κάποιες λέξεις, που τις πιο πολλές ντρέπομαι τώρα να τις επαναλάβω. Ο τύπος που φωνάζει, λες και καταλαβαίνει το ενδιαφέρον μου, ανεβάζει κι άλλο την ένταση της φωνής του και πλέον ακούω σχεδόν τα πάντα. Βρισιές, κατάρες, αδιανόητες απειλές με αναφορές σε αρκετά άρθρα του ποινικού μας κώδικα. Κοντοστέκομαι. Το σκέφτομαι. Παίζει να βρίσκομαι κάτω από τη σκηνή ενός μελλοντικού εγκλήματος και να είμαι εγώ ο μόνος αυτήκοος μάρτυρας αυτού που πρόκειται μοιραία να ακολουθήσει.
Αλλά γιατί ο μόνος; Ο δρόμος είναι πολυσύχναστος, κόσμος πάει και έρχεται, τα μαγαζιά είναι ανοιχτά και σίγουρα στα άλλα διαμερίσματα τριγύρω υπάρχουνε περίοικοι που ακούν αυτά ακριβώς που ακούω και εγώ. Και όμως, κανείς δεν φαίνεται να δίνει σημασία. Άραγε, είμαι αδιάκριτος εγώ ή οι άλλοι αδιάφοροι; Αλλά και το δικό μου το ενδιαφέρον μέχρι πού μπορεί να φτάσει; Θέλω να πω, έχω τη διάθεση να ψάξω, να βρω τον ιδιοκτήτη της φωνής, να δω σε ποιον απευθύνει αυτήν την ακατάσχετη λεκτική βία και να διαπιστώσω πόσο σταλήθεια κινδυνεύει από την ενδεχόμενη πραγμάτωσή της; Ή θα αρκεστώ να κάτσω και να ακούσω λίγο ακόμα, μέχρι να βαρεθώ ή να χορτάσω, και ύστερα θα γυρίσω σπίτι και θα γράψω κάτι για αυτό ή με αφορμή όλο αυτό ή κάτι άσχετο τελείως, ξερωγώ, για την άνοιξη που δεν λέει να έρθει ή για την πυρηνική απειλή που δεν λέει να φύγει;
Στο μεταξύ, εκεί ακριβώς που στέκομαι και τα σκέφτομαι όλα αυτά είναι η είσοδος ενός στεγνοκαθαριστηρίου. Ο στεγνοκαθαριστής έχει βγει στην πόρτα και με κοιτάζει. Τον κοιτάζω και εγώ. Τον κοιτάζω με τρόπο, σαν να τον ρωτώ: «Τι είναι όλος αυτός ο χαμός; Τι γίνεται;». Αυτός με κοιτάζει σκέτα. Κοιταζόμαστε. Το κάνουν αυτό καμιά φορά δυο άνθρωποι. Κοιτάζονται και δεν λένε τίποτα. Συνήθως περιμένει ο ένας να ανοίξει ο άλλος το στόμα του και να πει κάτι, οτιδήποτε, και ύστερα λέει και αυτός όλα όσα έχει ως τότε μαζεμένα. Αυτό είναι. Αποφασίζω να κάνω εγώ την πρώτη κίνηση. Να πω κάτι. Οτιδήποτε.
«Πώς πάνε οι δουλειές;», του λέω. «Στεγνοκαθαρίζει ακόμα τα ρούχα του ο κόσμος;»
«Μην ανησυχείς», μου απαντά αυτός. «Στο τηλέφωνο μιλάει.»
«Ναι, και; Και αυτός που τα ακούει όλα αυτά στην άλλη άκρη της γραμμής τι φταίει;»
«Όχι, δεν κατάλαβες. Τα λέει στο τηλέφωνο, στη συσκευή, δηλαδή στην εταιρεία. Δεν έχει σήμα, ο άνθρωπος.»
Για κάποιον λόγο αυτή η τελευταία φράση μού ακούγεται κάπως, σαν κάτι πολύ σημαντικό. Κάτι, ασπούμε, σαν απόφθεγμα. Σκέφτομαι πως ίσως, όταν πεθάνει ο στεγνοκαθαριστής θα πρέπει να τη γράψουνε στην τάφο του. Και να περνάνε από πάνω οι ζωντανοί, να τη βλέπουν και να κουνάνε με νόημα το κεφάλι τους: «Δεν έχει σήμα ο άνθρωπος».
Μετά, πάλι, σκέφτομαι ότι όταν έλεγαν «σήμα» οι αρχαίοι εννοούσαν τον ίδιο τον τάφο. Και ύστερα, χωρίς κανένα λόγο προφανή, θυμάμαι που διάβασα κάπου ότι στην Ουκρανία θάβουν τους νεκρούς μέσα στα πάρκα βιαστικά και λένε στους συγγενείς τους: «Φύγετε τώρα και ελάτε να τους κηδέψετε κανονικά και να τους κλάψετε κανονικότερα μετά, που θα έρθει η άνοιξη, θα φύγει η πυρηνική απειλή, θα σταματήσουν οι βόμβες να σκάνε γύρω μας και θα μπορούμε να ακούμε με την ησυχία μας τους γείτονες μας μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα να φωνάζουν έξαλλοι, να βρίζουν, να καταριούνται, να απειλούν, γιατί θα θέλουν να επικοινωνήσουν, να κανονίσουν κάτι, να συνεννοηθούν, μα πάντα, πάντα όμως, θα υπάρχει κάποιος που θα τους εμποδίζει, που θα τους καθυστερεί, ενώ θα τρέχει ο χρόνος, ενώ θα περνάει η ζωή, θα φεύγει, θα εξαφανίζεται, θα γίνεται ανάμνηση, υποσημείωση, σκόνη σε έναν δρόμο πολυσύχναστο, με όλα τα μαγαζιά ανοιχτά, με όλον τον κόσμο να πηγαίνει και να έρχεται».
Και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, μαζί με τη ζωή έχει στο μεταξύ περάσει και η ώρα. Ο φωνακλάς των πάνω ορόφων μοιάζει σαν να έχει κάπως ηρεμήσει. Ποιος ξέρει, μπορεί και να κουράστηκε. Άλλωστε, πιο κουραστικό πράγμα από την οργή, νομίζω, δεν υπάρχει. Αλλά μπορεί και να τα κατάφερε. Να απέκτησε το σήμα που έψαχνε και τώρα να μιλάει με την αγαπημένη του και να της λέει χαμηλόφωνα γλυκόλογα ή ακόμα και βρωμόλογα –ποιος είμαι εγώ να κρίνω- μα πάντως χαμηλόφωνα. Θα είχε πλάκα, πάντως, να συνέβαινε το αντίστροφο. Να ψιθύριζε, δηλαδή, προηγουμένως την οργή του και να ούρλιαζε τον έρωτά του τώρα. Θέλω να μοιραστώ την τελευταία αυτή σκέψη με τον τύπο στο στεγνοκαθαριστήριο, αλλά πολύ φοβάμαι ότι κάπως θα παραγνωριστούμε έτσι. Ναι, καλύτερα να συστηθούμε πρώτα.
Χωρίς να χάσω άλλο χρόνο, βγάζω το παλτό μου και του το δίνω. «Αντάμης», του λέω. «Έγινε», μου απαντά αυτός. «Πέρνα τη Δευτέρα. Θα είναι έτοιμο».

Σάββατο 12 Μαρτίου 2022

τα πιάτα

Πλένω τα πιάτα. Χτυπάει το κουδούνι. Σκουπίζω τα χέρια βιαστικά. Πάω, ανοίγω. Κανείς. Καλύτερα, σκέφτομαι. Επιστρέφω στον νεροχύτη. Λίγο μετά το κουδούνι ξαναχτυπάει. Τρέχω αυτή τη φορά για να προλάβω. Παίρνω μαζί μου και ένα ποτήρι, μέσα στη σαπουνάδα. Ανοίγω. Κανείς. Βαράω την πόρτα και γυρίζω στην κουζίνα βρίζοντας. Βάζω μουσική στα τέρματα και συνεχίζω τη δουλειά μου.
Κάποια στιγμή, ανάμεσα σε δυο τραγούδια, ακούω κάποιον να χτυπάει την πόρτα. Ποιος είσαι, γαμώ τον μπελά μου, αναρωτιέμαι φωναχτά. Σκουπίζω χέρια, κλείνω τη μουσική και κινούμαι προς την πόρτα. Αργά, προσεκτικά, αθόρυβα. Ο κάποιος συνεχίζει να τη χτυπάει. Κοιτάω από το ματάκι. Τον βλέπω. Δεν τον γνωρίζω. Ο άγνωστος σηκώνει το χέρι του και χτυπάει ξανά και το κουδούνι. Επίμονα αυτή τη φορά. Ξεδιάντροπα. Ανοίγω.
Ο άγνωστος μοιάζει να αιφνιδιάζεται. Το δάχτυλό του ακόμα κολλημένο στο κουδούνι. «Όλα καλά;» ρωτάω. «Για τα κοινόχρηστα», μου λέει σχεδόν απολογητικά. «Εσείς χτυπούσατε νωρίτερα;» του λέω. «Όχι», μου απαντάει. Σκύβω, κοιτάζω τον διάδρομο. Μια μισάνοιχτη πόρτα κλείνει δυνατά. Κάπου ένα σκυλί γαβγίζει παραπονιάρικα. Στο βάθος τα κοριτσάκια από τη Λάμψη του Κιούμπρικ παίζουν πέτρα, ψαλίδι, χαρτί. Όλα στη θέση τους. Ο τύπος μού δίνει τον λογαριασμό. Τον διαβάζω. Πάνω του είναι γραμμένο ένα αστρονομικό πόσο. «Τι είναι αυτό;» ρωτάω έντρομος. «Η μέση απόσταση μεταξύ Γης και Ήλιου», μου απαντάει. Ψάχνω τις τσέπες μου. «Μισό λεπτό», του λέω, κλείνω την πόρτα και επιστρέφω στην κουζίνα.
Μεγάλη υπόθεση το πλύσιμο των πιάτων. Συνδυάζει χειρωνακτική απασχόληση, ιεροτελεστία τακτοποίησης των πραγμάτων και επαφή με το τρεχούμενο νερό. Παλιά, όταν είχα νεύρα, τα πιάτα τα έσπαγα. Τώρα, για να ηρεμήσω, προτιμάω να τα πλένω.

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2022

πάω να τους χωρίσω

φεύγει η μέρα 
και δεν προλαβαίνουμε 
να ηττηθούμε

κάνω ότι ξεχνώ, 
αμύνομαι 
των αναμνήσεών μου

πέφτει αστέρι, 
εσύ σηκώνεσαι, 
ευχή σημαδεμένη

μαλώνουν 
με την ακτή τα κύματα, 
πάω να τους χωρίσω

έχει και τα καλά της 
η ζωή, 
σε λίγο ξημερώνει


Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

όλα εδώ πληρώνονται

Περνάω έξω από ένα σχολείο. Είναι Κυριακή και είναι κλειστά, αλλά μια παρέα από παιδιά βρίσκονται στην αυλή και παίζουν μπάλα. Ένας πιτσιρικάς κλωτσάει τη μπάλα λίγο πιο δυνατά από όσο πρέπει και τη στέλνει πάνω από τα κάγκελα. Οι υπόλοιποι τον βρίζουν. Η μπάλα προσγειώνεται στο απέναντι πεζοδρόμιο, σχεδόν μπροστά μου. «Κύριε», φωνάζουν τα παιδιά, «μας πετάτε τη μπάλα;»
Πολλά χρόνια πριν. Σαββατοκύριακο ή καλοκαίρι, δεν θυμάμαι. Έχω σκαρφαλώσει με τη δική μου παρέα τα κάγκελα ενός κλειστού σχολείου για να παίξουμε. Κάποια στιγμή κάποιος –παίζει να ήμουν και εγώ- κλωτσάει τη μπάλα στον γάμο του καραγκιόζη και αυτή καταλήγει έξω στον δρόμο. Ο καραγκιόζης που περνάει εκείνη τη στιγμή απέξω, σκύβει, τη μαζεύει και ενώ εμείς του ζητάμε να μας τη δώσει πίσω, μας λέει: «πρέπει να μάθετε πως τα λάθη στον κόσμο αυτόν πληρώνονται». Παίρνει τη μπάλα υπό μάλης και απομακρύνεται. Ένας φίλος πηδάει τα κάγκελα και τον κυνηγάει. Τον φτάνει, του αρπάζει τη μπάλα, του λέει και μια ωραία λέξη που τότε ακόμα καλά-καλά δεν ξέραμε τι ακριβώς σημαίνει και επιστρέφει θριαμβευτής στον αγωνιστικό χώρο.
Επιστροφή στο σήμερα. «Κύριε, κύριε… μας πετάτε τη μπάλα». Κοιτάω τη μπάλα. Κοιτάζω τα παιδιά. Προβληματίζομαι και μελαγχολώ που πέρασαν τα χρόνια και τώρα είμαι εγώ στη θέση του απέξω. Σκύβω και τη μαζεύω. Είμαι έτοιμος να την ξαναπετάξω μέσα, άλλα για κάποιον λόγο διστάζω κάπως. Το σκέφτομαι. Τα παιδιά με παρακολουθούν με απορία. «Τη μπάλα μου, κύριε», φωνάζει τότε ένας πιτσιρικάς, προκρίνοντας την ιδιοκτησία σε βάρος της συντροφικότητας. Τα υπόλοιπα παιδιά με κοιτάζουν σαν να είμαι εξωγήινος. Τη στιγμή εκείνη παίζει και να είμαι, το παραδέχομαι. Και μάλιστα, παίζει στον δικό μου πλανήτη η ιδιοκτησία να έχει πια καταργηθεί. Κι όποιος τολμά να ορίσει κάτι ως δικό του αντιμετωπίζεται από την κοινωνία ως γραφικός κι ως κλέφτης από τον νόμο. Επίσης, προβλήματα, όπως αυτό της απομάκρυνσης της μπάλας, λύνονται μέσω της τηλεκίνησης, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. «Τη μπάλα μου, κύριε», επιμένει ο γήινος ιδιοκτήτης του αντικειμένου που κρατώ στα χέρια μου, ενώ οι φίλοι του περιορίζονται στο να σιωπούν διαμαρτυρόμενοι. Κάποιοι μοιάζουν κάπως σαν θυμωμένοι, αλλά προς το παρόν τουλάχιστον τα κάγκελα συγκρατούνε τον θυμό τους. «Πρέπει να μάθετε πως τα λάθη στον κόσμο αυτόν πληρώνονται», τους λέω τελικά, αν και δεν είμαι σίγουρος τι εννοώ σταλήθεια. Βάζω τη μπάλα κάτω, σημαδεύω, παίρνω λίγη φόρα και την κλωτσάω προς το μέρος τους. Η μπάλα βαράει πάνω στα κάγκελα και πέφτει ξανά από την πλευρά του δρόμου. Τα παιδιά ξεσπούν σε γέλια. Ένα πηδάει στα γρήγορα έξω και τη μαζεύει. Εγώ απομακρύνομαι ταπεινωμένος. Δεν βαριέσαι. Στον πλανήτη μου θα είχα σίγουρα σκοράρει.
x

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2022

σκληρά ναρκωτικά

Σταματάω στο περίπτερο να πάρω τσιγάρα. Την ώρα που μου δίνει ο περιπτεράς τα ρέστα, έρχεται κάποιος δίπλα μου και ρωτάει πού είναι ο οδός Τάδε. Αν και γνωρίζω την απάντηση, προτιμώ να σιωπήσω, αφού είμαι σίγουρος πως ό,τι και να πω θα τον μπερδέψω περισσότερο τον άνθρωπο και πολύ πιθανόν αύριο να ξαναδώ τη φάτσα του σε κάποια αναγγελία εξαφάνισης. Οπότε αναλαμβάνει ο περιπτεράς. Αυτός βγαίνει έξω από το περίπτερο και δίνει στον άνθρωπο με λόγια και κινήσεις των χεριών λεπτομερείς οδηγίες. Ο άνθρωπος, με λόγια επίσης και κινήσεις, τον ευχαριστεί. Συγκεκριμένα, φέρνει το χέρι του στήθος, κάνει μια μικρή υπόκλιση και λέει: «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κύριε… πάρα πολύ». Η αντίδρασή του μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Δεν ντρέπομαι να πω ότι ζηλεύω λίγο. Ειλικρινά, δεν θυμάμαι να με έχουν ευχαριστήσει και εμένα ποτέ τόσο εγκάρδια. Οπότε πετάγομαι και εγώ και λέω ό,τι ξέρω.
Συγκεκριμένα, λέω ότι η οδός Τάδε έχει πάρει το όνομά της από τον Νικηφόρο Τάδε, γιο του αγωνιστή της επανάστασης Γεώργιο Τάδε και μετέπειτα διαπρεπή νομικό, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διπλωμάτη, που παντρεύτηκε την Ευδοξία Δείνα, μικρανηψιά κάποιου πολύ σημαντικού παράγοντα κάποιου πολύ σπουδαίου ιστορικού γεγονότος, με την οποία έκαναν τρία παιδιά, το ένα εκ των οποίων θα είχε καταφέρει να κάνει συγκλονιστικά πράγματα στη ζωή του και ενδεχομένως να είχαν δώσει το όνομά του σε κάποιον δρόμο μεγαλύτερο από αυτόν του πατέρα του –να πω εδώ ότι η οδός Τάδε καταλήγει σε αδιέξοδο- αλλά δυστυχώς, όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, τον έφαγαν τα κυκλώματα.   
Ο άνθρωπος με κοιτάζει σαστισμένος. Ο περιπτεράς –άνθρωπος κι αυτός- με κοιτάζει σαν να θέλω να αγοράσω τσίχλα με πενηντάευρω. Ύστερα, γυρίζει προς τον ανήσυχο διαβάτη και επαναλαμβάνει τις οδηγίες που του έχει ήδη δώσει, βέβαιος μάλλον ότι αυτές έχουν ξεχαστεί καθώς τις επισκίασα με το αβυσσαλέο εγκυκλοπαιδικό μου ξέσπασμα. Ο άλλος τον ευχαριστεί ξανά και χάνεται στο ηλιοβασίλεμα.
Γενικά, δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος ούτε στο να δίνω αλλά ούτε στο να παίρνω οδηγίες. Μια φορά, όταν ήμουν μικρός, στον Βόλο, περπατούσα αμέριμνος στην παραλία και με σταμάτησαν δύο τουρίστες για να με ρωτήσουν πολύ ευγενικά από πού θα μπορούσαν να προμηθευτούν ναρκωτικά. Αρχικά σκέφτηκα: καλή ερώτηση. Μετά ένιωσα μεγάλος μάγκας, που από όλον τον κόσμο που σουλάτσερνε στην παραλία επέλεξαν εμένα για να μου απευθύνουν μια τέτοια ερώτηση. Τέλος θυμήθηκα από τις ταινίες και τις σειρές που έβλεπα ότι ντράγκστορ λένε τα φαρμακεία στην Αμερική –ντραγκς ήταν η λέξη που είχαν χρησιμοποιήσει οι συμπαθείς τουρίστες- και τους έστειλα στο φαρμακείο που διατηρούσε ο πατέρας μου λίγα στενά πιο πάνω, ζητώντας τους μάλιστα να του πουν ότι τους έστελνα εγώ, ο αγγλομαθής γιος του. Το τι ακολούθησε αργότερα στο σπίτι είναι μια άλλη ιστορία – ή μήπως όχι; Τέλος πάντων, το φαρμακείο μας, πάντως, το βρήκαν οι ξένοι άνθρωποι, αλλά κάπου εκεί έληξε εμένα η καριέρα μου ως καθοδηγητής προς πραγματικές ή παραισθητικές τοποθεσίες.
Να συμπληρώσω επίσης ότι τα άλλα δυο παιδιά του Νικηφόρου Τάδε και της Ευδοξίας Δείνα, μετά τον άδοξο θάνατο του αδερφού τους, ασχολήθηκαν με διάφορα άλλα πράγματα.