Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014
Έρωτας είναι να περνάς κάτω από το μπαλκόνι της. Κι ας μη μένει πια εδώ – δεν έχει σημασία. Να υψώνεις το κεφάλι σου, να ψάχνεις μήπως και τη δεις πίσω από τις κουρτίνες. Κι ας έχει φύγει οριστικά – το σπίτι της υπάρχει. Κι ύστερα το κουδούνι να χτυπάς. Καμιά φορά οι νέοι ένοικοι το όνομα δεν το αλλάζουνε. «Ποιος είναι; Τι θα θέλατε;» «Είναι εκείνη πάνω;» «Δε μένει εκείνη πια εδώ. Εκείνη έχει φύγει.» «Ναι, μα το δωμάτιο είναι εκεί. Του λέτε να κατέβει;» Έρωτας είναι να περνάς κι όχι μόνο να παίρνεις.
Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014
άμα είναι, τα λέμε
Νοέμβριος 2010. Η μεγάλη απόφασή μου είναι πλέον αμετάκλητη. Φεύγω, μεταναστεύω. Τίποτα πια δε μοιάζει ικανό για να με κάνει να αλλάξω πάλι γνώμη. Η αιφνίδια –ακόμα και εγώ ξαφνιάστηκα- υποψηφιότητά μου στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης ίσως να έθεσε για μια στιγμή τα σχέδια μου σε αμφιβολία, μα έτσι κι αλλιώς οι πιθανότητες να εκλεγώ υπήρξαν από την αρχή τόσο πραγματικά ασήμαντες που κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα μου ήδη εκκένωνα το σπίτι στα Παλιά και έφτιαχνα βαλίτσες. Νομίζω πως λίγοι με έπαιρναν στα σοβαρά –ίσως εμού συμπεριλαμβανομένου- κι οι πιο πολλοί πιστεύανε πως όλο αυτό δεν είναι παρά ένα νάζι ψηφοθηρικό, κάτι που ακουγόταν περίπου σαν «ψηφίστε με ή φεύγω». Το τελευταίο που με απασχολεί είναι το πού θα πάω. Το πλάνο λέει Παρίσι αρχικά και στη συνέχεια όπου με βγάλει ο δρόμος. Αυτός ο δρόμος όμως, έτσι όπως μονάχος μου τον έστρωσα, είναι διπλής κατεύθυνσης και το απαραίτητο, για τις ταχύτητες που αναπτύσσω αυτήν την εποχή, διάζωμα δε φαίνεται να υπάρχει. Προσωπικά, και δίχως να έχω την παραμικρή διάθεση για αυτό και άλλο να απολογηθώ, το βλέπω το ταξίδι αυτό –για πλάκα το λέω αυτοεξορία- ως διέξοδο από το μπλοκάρισμα που έχω τα τελευταία χρόνια υποστεί και ως απωθημένο για εκείνα που δεν τόλμησα τότε που τα μπορούσα. Τι πάει να πει μπορώ και δε μπορώ, όμως, για κάποιον που οι ψευδαισθήσεις τις στιγμής και οι μουλιασμένες από στο αλκοόλ μοιραίες αυταπάτες τον κάνουν κάθε βράδυ να νιώθει ακατανίκητος, πανίσχυρος, σπουδαίος; Πάλι καλά που ξέρω πια τις αναμνήσεις να μεταποιώ. Πάλι καλά που φτιάχνω ιστορίες.
Δευτέρα βράδυ. Στο Posh παρέα με το Γεώ, το Μάριο κι ολόκληρο τον κόσμο. Ο Μάριος, που κάποτε αντιπαθούσε αφάνταστα το μέρος, το έχει πια ενστερνιστεί και έχει περίπου αγοράσει δικό του προσωπικό σκαμπό στην άκρια του μπαρ, και δεν το διαπραγματεύεται. Αντιθέτως ο Γεώ, αφού τα «αρχιτεκτονικά» του ενδιαφέροντα ατόνησαν και μπήκανε σε μια σειρά οι παλαιές οι τρελές, σπάνια πια μας επισκέπτεται, και μόνο αν έχει λόγο. Λόγος απόψε υπάρχει και είναι σίγουρα αρκετός. Είναι που αύριο φεύγω. Ακολουθεί διάλογος. Δε σημειώνω ποιος λέει το καθετί, αφού αυτό ελάχιστη έχει ίσως σημασία, αλλά προσθέτω τον απαιτούμενο και πάλι υποτιτλισμό για χάρη των αμύητων:
-Τι ώρα φεύγεις, δηλαδή; (Προλαβαίνουμε να πιούμε ακόμα ένα;)
-Δεν ξέρω, το μεσημέρι. Ανυπομονώ, αλλά δε βιάζομαι. (Τι; Μόνο ένα;)
-Και τι θα πας να κάνεις εκεί; (Τι θα τρως;)
-Έχω κάτι στην άκρη για αρχή. Μετά, εντάξει, βλέπουμε… (Ό,τι θα μαγειρεύουνε εκείνοι που θα με φιλοξενούν.)
-Κρίμα το σπίτι, πάντως. (Ούτε χρόνο, παπάρα, δεν έμεινες. Μέσα σε δέκα μήνες μας έχωσες κανονικά, δυο μετακομίσεις.)
-Ας μείνει άλλος. Εγώ, πάει, το χάρηκα. (Σιγά μην πληρώνω ενοίκιο, για να έχετε εσείς τον γαμιστρώνα σας!)
-Κι ο Χρήστος; (Κι ο Χρήστος;)
-Τι «κι ο Χρήστος»; (Καλά, δεν τα έχουμε κιόλας. Άραξε!)
-Και το Posh; (Μαλάκα; Που θα βρεις καλύτερα;)
-Εκεί που βρήκα και αυτό… (Εκεί που δεν θα το περιμένω.)
-Και τα κορίτσια; Τα ποτά; (Κάπου εκεί, περίπου τα Χριστούγεννα, σε βλέπω να επιστρέφεις.)
-Ποτά υπάρχουνε παντού. (Και τα κορίτσια, αν θέλουνε, ας έρθουν να με βρούνε.)
Δευτέρα βράδυ. Αν και ημερολογιακώς βρισκόμαστε βαθιά μες στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι ακόμα αντιστέκεται. Παίρνουμε τα ποτήρια μας, βγαίνουμε στην πλατεία. Μία παρέα φοιτητών περνάει από μπροστά μας. Κάτι υποτίθεται πως τραγουδούν, μα πιο πολύ ακούγεται σαν σύνθημα γηπέδου. Έρχεται μία αγέλη αδέσποτων να διασταυρωθεί μαζί τους. Θυμώνουν με τις παραφωνίες τα σκυλιά κι αρχίζουνε να γαυγίζουνε. Οι φοιτητές, όχι μονάχα δεν πτοούνται, αλλά ανεβάζουν της φωνής την ένταση, να τους υπερκαλύψουν. Ίσα που ακούω τη φωνή του Μάριου. Μαντεύω τον ερωτηματικό της τόνο.
-Απόψε που θα κοιμηθείς;
-Δεν ξέρω. Πουθενά. Παντού.
Δευτέρα βράδυ. Ολόκληρη η πόλη έχει σωπάσει ξαφνικά και τρομαγμένη κοιτάζει εμένα που ουρλιάζω.
Δευτέρα βράδυ. Στο Posh παρέα με το Γεώ, το Μάριο κι ολόκληρο τον κόσμο. Ο Μάριος, που κάποτε αντιπαθούσε αφάνταστα το μέρος, το έχει πια ενστερνιστεί και έχει περίπου αγοράσει δικό του προσωπικό σκαμπό στην άκρια του μπαρ, και δεν το διαπραγματεύεται. Αντιθέτως ο Γεώ, αφού τα «αρχιτεκτονικά» του ενδιαφέροντα ατόνησαν και μπήκανε σε μια σειρά οι παλαιές οι τρελές, σπάνια πια μας επισκέπτεται, και μόνο αν έχει λόγο. Λόγος απόψε υπάρχει και είναι σίγουρα αρκετός. Είναι που αύριο φεύγω. Ακολουθεί διάλογος. Δε σημειώνω ποιος λέει το καθετί, αφού αυτό ελάχιστη έχει ίσως σημασία, αλλά προσθέτω τον απαιτούμενο και πάλι υποτιτλισμό για χάρη των αμύητων:
-Τι ώρα φεύγεις, δηλαδή; (Προλαβαίνουμε να πιούμε ακόμα ένα;)
-Δεν ξέρω, το μεσημέρι. Ανυπομονώ, αλλά δε βιάζομαι. (Τι; Μόνο ένα;)
-Και τι θα πας να κάνεις εκεί; (Τι θα τρως;)
-Έχω κάτι στην άκρη για αρχή. Μετά, εντάξει, βλέπουμε… (Ό,τι θα μαγειρεύουνε εκείνοι που θα με φιλοξενούν.)
-Κρίμα το σπίτι, πάντως. (Ούτε χρόνο, παπάρα, δεν έμεινες. Μέσα σε δέκα μήνες μας έχωσες κανονικά, δυο μετακομίσεις.)
-Ας μείνει άλλος. Εγώ, πάει, το χάρηκα. (Σιγά μην πληρώνω ενοίκιο, για να έχετε εσείς τον γαμιστρώνα σας!)
-Κι ο Χρήστος; (Κι ο Χρήστος;)
-Τι «κι ο Χρήστος»; (Καλά, δεν τα έχουμε κιόλας. Άραξε!)
-Και το Posh; (Μαλάκα; Που θα βρεις καλύτερα;)
-Εκεί που βρήκα και αυτό… (Εκεί που δεν θα το περιμένω.)
-Και τα κορίτσια; Τα ποτά; (Κάπου εκεί, περίπου τα Χριστούγεννα, σε βλέπω να επιστρέφεις.)
-Ποτά υπάρχουνε παντού. (Και τα κορίτσια, αν θέλουνε, ας έρθουν να με βρούνε.)
Δευτέρα βράδυ. Αν και ημερολογιακώς βρισκόμαστε βαθιά μες στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι ακόμα αντιστέκεται. Παίρνουμε τα ποτήρια μας, βγαίνουμε στην πλατεία. Μία παρέα φοιτητών περνάει από μπροστά μας. Κάτι υποτίθεται πως τραγουδούν, μα πιο πολύ ακούγεται σαν σύνθημα γηπέδου. Έρχεται μία αγέλη αδέσποτων να διασταυρωθεί μαζί τους. Θυμώνουν με τις παραφωνίες τα σκυλιά κι αρχίζουνε να γαυγίζουνε. Οι φοιτητές, όχι μονάχα δεν πτοούνται, αλλά ανεβάζουν της φωνής την ένταση, να τους υπερκαλύψουν. Ίσα που ακούω τη φωνή του Μάριου. Μαντεύω τον ερωτηματικό της τόνο.
-Απόψε που θα κοιμηθείς;
-Δεν ξέρω. Πουθενά. Παντού.
Δευτέρα βράδυ. Ολόκληρη η πόλη έχει σωπάσει ξαφνικά και τρομαγμένη κοιτάζει εμένα που ουρλιάζω.
Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014
Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014
η ευχή
Μάιος 2010. Η εσωστρέφεια των προηγούμενων ετών μοιάζει πλέον με ένα παρελθόν θολό κι ακατανόητο. Έχω αρχίσει πάλι να ταξιδεύω, να μπλέκω σε καταστάσεις επικίνδυνες, να γλεντώ την πιο όμορφη εποχή του χρόνου, με αυτές τις μέρες τις τεράστιες. Να μπαινοβγαίνω ιστορίες, αλλά όχι ακόμα να γράφω και πάλι δικές μου. Η περίπου συγκατοίκησή μου με το Χρήστο, τα νέα πρόσωπα που μπήκαν στη ζωή μου, η φρόνιμη δημοσιονομική μου νέα πολιτική δημιούργησαν έναν συνδυασμό που όχι μονάχα με έβγαλε από τη μιζέρια του τέλους του 2009, αλλά και με έβαλε ξανά μες στο παιχνίδι γενικότερα. Μονάχα που αυτή η ευφορία έχει διαρκώς έναν ξενέρωτο αστερίσκο να κρέμεται από πάνω της, που πάντα σε κάθε ταρακούνημα μοιάζει σα να κοντεύει να μου πέσει στο κεφάλι. Μα είναι άνοιξη. Ακόμα μια άνοιξη! Κι όποιος έχει περάσει και γλυτώσει από τα δόντια κάποιου χειμώνα δύσκολου ξέρει καλά πως η νικηφόρα επέλαση της άνοιξης δίνει μια αίσθηση αθανασίας τόσο ακαταμάχητη που των αστερίσκων τους αστερισμούς να φαίνονται ασήμαντα σπυράκια.
Δευτέρα βράδυ. Είμαι στο Posh με τον Γεώ και πίνουμε. Στο πόδια μας δυο σάκοι ταξιδιωτικοί, πλάι στα ποτήρια μας λίγα τσαλακωμένα λέβα. Στο χέρι μου μια μινιατούρα μεταλλική κατασκευή, μια μπρούντζινη ομπρέλα. Αγορασμένη σε μια υπαίθρια της Σόφιας αγορά. Δώρο αφηρημένο.
-Τι λέει; Αποφάσισες σε ποια θα την χαρίσεις;
-Δώρο τη άγνωστη θεά…
-Τι εννοείς; Ποια είναι αυτή;
-Κάτι δικά μου, άσε…
Δευτέρα βράδυ. Στην άλλη άκρη αυτού του μπαρ τρεις άγνωστες με συζητάν. Η πιο ωραία από τις τρεις θα μου γκρινιάξει κάποτε πως απόψε κοιτώ μόνο τις φίλες της κι αυτήν δεν την προσέχω.
-Ποιες είναι αυτές; Τις ξέρεις;
-Όχι ακόμα. Έχουμε καιρό. Καλά-καλά δεν άρχισε ούτε το καλοκαίρι.
Δευτέρα βράδυ. Κλείνω τα μάτια και σφίγγω την ομπρελίτσα περισσότερο. Φτιάχνω μια λίστα στο μυαλό. Όλα αυτά τα βράδια μες στο Posh, όλα αυτά τα όμορφα κορίτσια. Όλα τα ερωτικά φιλήματα που αποτέθηκαν στα χείλη μου, όλα, μα όλα όμως, τα μαντήλια των αποχωρισμών μου που ανέμισαν μέσα στην καρδιά μου. Αδειάζω το ποτήρι μου, αφήνω το σκαμπώ μου.
-Που πας, μωρέ; Βαρέθηκες;
-Θέλω να κατουρήσω.
Δευτέρα βράδυ. Μέσα στα θρυλικά αποχωρητήρια του Posh. Οι ρωγμές και τα συνθήματα στους τοίχους θυμίζουνε ακόμα όλες τις ένδοξες αλλά και τις ελεεινές σκηνές που εδώ διαδραματίστηκαν. Ακούω από έξω τα κυματιστά τα χάχανα των κοριτσιών να δένουν πάνω στο ρυθμό του κομματιού που παίζει εδώ και ώρα και προσπαθώ να υπολογίσω το ποσό που σχηματίζουνε τα κέρματα που τόσα χρόνια έχουν σωρευτεί στον πάτο της λεκάνης. Η φοντάνα ντι τρέβι των καμένων που τη φωτιά ποτέ δε φοβηθήκανε. Δεν ξέρω ποιος ξεκίνησε το έθιμο, ούτε γιατί όλοι οι άλλοι ύστερα τον μιμήθηκαν. Ξέρω όμως που έχουν καταλήξει όλες εκείνες οι ευχές που οι θαμώνες αυτού του μαγαζιού δοκίμασαν να κάνουν, την ώρα που αδειάζανε την κύστη τους μαζί με το μυαλό τους. Μια γενιά ελπίδες μες στους λαβύρινθους του αποχετευτικού συστήματος μιας πόλης χτισμένης πάνω στα σκατά, μιας χώρας μες στους βόθρους. Πάω να βγω και τότε βλέπω αυτό το ποίημα γραμμένο πλάι στην πόρτα:
Τόσο καιρό που έψαχνες να βρεις ποτό πιο δυνατό
να φύγεις, να μεθύσεις,
αναρωτήθηκες ποτέ τι ήταν εκείνο που με το αλκοόλ
τόσο επιπόλαια σε δύναμη συνέκρινες;
Εσένα, την εκάστοτε στιγμή ή μήπως κάτι άλλο;
Δευτέρα βράδυ. Ο Γεώ έχει ακουμπήσει πάνω στο μπαρ τη φωτογραφική του μηχανή και προσποιείται πως βγάζει τα κορίτσια. Μπαίνω άθελά μου μες στο πλάνο του. Με βλέπει και τρομάζει.
-Τι έπαθες, ρε; Είσαι σα να είδες μόλις φάντασμα.
-Νομίζω… Κάτι τέτοιο.
Δευτέρα βράδυ. Είμαι στο Posh με τον Γεώ και πίνουμε. Στο πόδια μας δυο σάκοι ταξιδιωτικοί, πλάι στα ποτήρια μας λίγα τσαλακωμένα λέβα. Στο χέρι μου μια μινιατούρα μεταλλική κατασκευή, μια μπρούντζινη ομπρέλα. Αγορασμένη σε μια υπαίθρια της Σόφιας αγορά. Δώρο αφηρημένο.
-Τι λέει; Αποφάσισες σε ποια θα την χαρίσεις;
-Δώρο τη άγνωστη θεά…
-Τι εννοείς; Ποια είναι αυτή;
-Κάτι δικά μου, άσε…
Δευτέρα βράδυ. Στην άλλη άκρη αυτού του μπαρ τρεις άγνωστες με συζητάν. Η πιο ωραία από τις τρεις θα μου γκρινιάξει κάποτε πως απόψε κοιτώ μόνο τις φίλες της κι αυτήν δεν την προσέχω.
-Ποιες είναι αυτές; Τις ξέρεις;
-Όχι ακόμα. Έχουμε καιρό. Καλά-καλά δεν άρχισε ούτε το καλοκαίρι.
Δευτέρα βράδυ. Κλείνω τα μάτια και σφίγγω την ομπρελίτσα περισσότερο. Φτιάχνω μια λίστα στο μυαλό. Όλα αυτά τα βράδια μες στο Posh, όλα αυτά τα όμορφα κορίτσια. Όλα τα ερωτικά φιλήματα που αποτέθηκαν στα χείλη μου, όλα, μα όλα όμως, τα μαντήλια των αποχωρισμών μου που ανέμισαν μέσα στην καρδιά μου. Αδειάζω το ποτήρι μου, αφήνω το σκαμπώ μου.
-Που πας, μωρέ; Βαρέθηκες;
-Θέλω να κατουρήσω.
Δευτέρα βράδυ. Μέσα στα θρυλικά αποχωρητήρια του Posh. Οι ρωγμές και τα συνθήματα στους τοίχους θυμίζουνε ακόμα όλες τις ένδοξες αλλά και τις ελεεινές σκηνές που εδώ διαδραματίστηκαν. Ακούω από έξω τα κυματιστά τα χάχανα των κοριτσιών να δένουν πάνω στο ρυθμό του κομματιού που παίζει εδώ και ώρα και προσπαθώ να υπολογίσω το ποσό που σχηματίζουνε τα κέρματα που τόσα χρόνια έχουν σωρευτεί στον πάτο της λεκάνης. Η φοντάνα ντι τρέβι των καμένων που τη φωτιά ποτέ δε φοβηθήκανε. Δεν ξέρω ποιος ξεκίνησε το έθιμο, ούτε γιατί όλοι οι άλλοι ύστερα τον μιμήθηκαν. Ξέρω όμως που έχουν καταλήξει όλες εκείνες οι ευχές που οι θαμώνες αυτού του μαγαζιού δοκίμασαν να κάνουν, την ώρα που αδειάζανε την κύστη τους μαζί με το μυαλό τους. Μια γενιά ελπίδες μες στους λαβύρινθους του αποχετευτικού συστήματος μιας πόλης χτισμένης πάνω στα σκατά, μιας χώρας μες στους βόθρους. Πάω να βγω και τότε βλέπω αυτό το ποίημα γραμμένο πλάι στην πόρτα:
Τόσο καιρό που έψαχνες να βρεις ποτό πιο δυνατό
να φύγεις, να μεθύσεις,
αναρωτήθηκες ποτέ τι ήταν εκείνο που με το αλκοόλ
τόσο επιπόλαια σε δύναμη συνέκρινες;
Εσένα, την εκάστοτε στιγμή ή μήπως κάτι άλλο;
Δευτέρα βράδυ. Ο Γεώ έχει ακουμπήσει πάνω στο μπαρ τη φωτογραφική του μηχανή και προσποιείται πως βγάζει τα κορίτσια. Μπαίνω άθελά μου μες στο πλάνο του. Με βλέπει και τρομάζει.
-Τι έπαθες, ρε; Είσαι σα να είδες μόλις φάντασμα.
-Νομίζω… Κάτι τέτοιο.
Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014
η συγκατοίκηση
Νοέμβριος 2009. Αν η μακρά αυτή περίοδος, που ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια και πρόκειται να ολοκληρωθεί το καλοκαίρι του 2012, αποτελεί τον προσωπικό μου μεσοπόλεμο, τώρα, εδώ, στα μισά περίπου της ειρηνικής αυτής εξαετίας βρίσκεται και το οικονομικό –κυρίως, αλλά όχι μόνο φυσικά- κραχ, που θα δημιουργήσει και τις συνθήκες για τη διεξαγωγή του επόμενου πολέμου μου. Συνθήκες που, λόγω ενός παραπλανητικού κι απατηλού νιου ντηλ, που θα εγκαινιάσω με την έναρξη σχεδόν του 2010, θα αργήσω ακόμα δυστυχώς πολύ στα σοβαρά να τις πάρω κάπως πιο στα σοβαρά και να τις αντιμετωπίσω, και κρύβοντάς τες επιπόλαια κάτω από το μαγικό χαλάκι μου, θα συντελέσουνε μοιραία στο μεγαλύτερο ίσως βραχυκύκλωμα της και καλά ενήλικης ζωής μου. Αλλά ας πάρουμε από την αρχή τα πράγματα. Η διάλυση του πλέον σοβαρού και του μόνου συμβιωτικού δεσμού μου την περασμένη άνοιξη –στα φανερά ποτέ μου δεν την επιδίωξα, αλλά δεν έκανα και τίποτα για να την αποφύγω- με έχει οδηγήσει σε μία κραυγαλέα κρίση δονζουανισμού, που θα προσδώσει στην ερωτική μου δραστηριότητα συλλεκτικές –σχεδόν ιμπεριαλιστικές- διαστάσεις. Και ενώ συγγραφικά, επαγγελματικά, ακόμα και όσον αφορά τα θέματα υγείας μου γνωρίζω, την μια μετά την άλλη, ήττες πικρές και ταπεινωτικές, αρνούμαι να δώσω την πρέπουσα σημασία, αναλωνόμενος σε μία αυτοκαταστροφική μονοπρόσωπη σαπουνόπερα με υπότιτλους που παίζουν ασυγχρόνιστα και που κανείς ποτέ δε θέλησε στ’ αλήθεια να την καταλάβει. Κι όμως τα ποσοστά της τηλεθέασής της θα παραμείνουν για ακόμα ένα χρόνο εξαιρετικά υψηλά, πράγμα που ακόμα βοηθά στου ορθολογισμού μου το ξεγέλασμα. Με άλλα λόγια, έχω πολλές, αμέτρητες ιστοριούλες για να διηγηθώ από αυτήν την σπάταλη εποχή, αλλά την ιστορία τη δική μου την πραγματική δε καταφέρνω ακόμα να θυμηθώ σε ποιο σημείο ακριβώς την εγκατέλειψα. Και επειδή η ταξιδιοφοβία, που ο πρώτος ο μεγάλος πόλεμος μού κληροδότησε με έχει οδηγήσει σε έναν ηλίθιο, οικτρό απομονωτισμό που ξεκινάει από το γραφείο μου και καταλήγει στην περιοχή των Παλαιών –ή μάλλον το αντίστροφο- η αναγκαία απόδραση, για ακόμα μια φορά, έρχεται μόνον δια της οδού των ουσιών, με ό,τι άλλο αστείο ή τρομακτικό ετούτο συνεπάγεται.
Παρασκευή μεσημέρι. Τσιπουράδικο «η Κερασιά». Παρέα με το Χρήστο και δυο κορίτσια του προσωπικού. Ένα ηλιόλουστο γλυκανισούχο διάλειμμα ανάμεσα στα βραδινά ατέλειωτα χρωματιστά μου ξύδια στο παρακείμενο κατάστημα. Ο πλάτανος, που κάποτε μας έκρυβε, τώρα έχει πια για πάντα απογυμνωθεί και όλα του Posh τα μυστικά έχουνε βγει στη φόρα. Η μια από τις δύο κοπελιές, η πιο καινούρια προφανώς, σκύβει με τρόπο προς το μέρος μου.
-Γιάννη, γιατί σε λένε προσωπάρχη τα παιδιά;
-Θα δεις. Θα μάθεις σύντομα…
Παρασκευή απόγευμα. Οι νεαρές συντρόφισσές μας έχουνε φύγει να πάνε να παρακολουθήσουν κάποιο μάθημα κι έχουμε μείνει μόνοι με μια στρατιά από άδεια εικοσπεντάρια ανάμεσά μας που μοιάζουνε με πιόνια κάποιου φαιδρού επιτραπέζιου. Το σκάκι των καμένων. Νυστάζω, αλλά βαριέμαι να περπατήσω ως το σπίτι μου – το δίπλωμα οδήγησης μού έχει πια οριστικά αφαιρεθεί για λόγους που δε χρειάζονται περαιτέρω εξήγηση νομίζω. Άλλωστε, σε λίγη ώρα θα «πρέπει» να επιστρέψω. Ο Χρήστος έχει πια μετακομίσει σε αυτήν την όμορφη την μονοκατοικία απέναντι, που την είχα βάλει από καιρό στο μάτι, και δεν έχει τέτοιους προβληματισμούς. Αδειάζω το τελευταίο μπουκαλάκι και το τοποθετώ μπροστά στα μούτρα του. Ώρα να κάνει αυτός την κίνησή του.
-Ξέρεις, το σπίτι είναι μεγάλο. Σκέφτομαι να ρίξω τοίχο, να το νοικιάσω το μισό. Τι λες; Δε μένεις και εσύ εδώ, να μην πηγαινοέρχεσαι;
Παρασκευή βράδυ. Στο Posh ο κόσμος λιγοστός. Θα παίζει μάλλον κάποιο πάρτυ στις σχολές, είναι κι αυτή η εποχή πριν τις γιορτές παραδοσιακά πεσμένη. Ο Χρήστος έπεσε από νωρίς να κοιμηθεί και με άφησε μονάχο μου πάλι να αλωνίζω. Ο μπάρμαν και ο ντι-τζέι επιμελώς στοχάζονται ως προς το τι θα παίξουν αύριο στο στοίχημα. Η μια από τις δύο σερβιτόρες την κοπάνησε να πάει να βρει τους φίλους της, η άλλη –η πιο περίεργη- έμεινε και βαριέται.
-Θα σε έχουμε γείτονα, λοιπόν; Το έχεις δει το σπίτι;
-Όχι, αλλά σας εμπιστεύομαι. Γιατί; Εσύ το είδες;
-Υπάρχει εδώ ένα δεύτερο κλειδί. Πάμε να σου το δείξω;
Νοέμβριος 2009. Το σπίτι αυτό το κατοικούσα ανέκαθεν, πριν καν μετακομίσω.
Παρασκευή μεσημέρι. Τσιπουράδικο «η Κερασιά». Παρέα με το Χρήστο και δυο κορίτσια του προσωπικού. Ένα ηλιόλουστο γλυκανισούχο διάλειμμα ανάμεσα στα βραδινά ατέλειωτα χρωματιστά μου ξύδια στο παρακείμενο κατάστημα. Ο πλάτανος, που κάποτε μας έκρυβε, τώρα έχει πια για πάντα απογυμνωθεί και όλα του Posh τα μυστικά έχουνε βγει στη φόρα. Η μια από τις δύο κοπελιές, η πιο καινούρια προφανώς, σκύβει με τρόπο προς το μέρος μου.
-Γιάννη, γιατί σε λένε προσωπάρχη τα παιδιά;
-Θα δεις. Θα μάθεις σύντομα…
Παρασκευή απόγευμα. Οι νεαρές συντρόφισσές μας έχουνε φύγει να πάνε να παρακολουθήσουν κάποιο μάθημα κι έχουμε μείνει μόνοι με μια στρατιά από άδεια εικοσπεντάρια ανάμεσά μας που μοιάζουνε με πιόνια κάποιου φαιδρού επιτραπέζιου. Το σκάκι των καμένων. Νυστάζω, αλλά βαριέμαι να περπατήσω ως το σπίτι μου – το δίπλωμα οδήγησης μού έχει πια οριστικά αφαιρεθεί για λόγους που δε χρειάζονται περαιτέρω εξήγηση νομίζω. Άλλωστε, σε λίγη ώρα θα «πρέπει» να επιστρέψω. Ο Χρήστος έχει πια μετακομίσει σε αυτήν την όμορφη την μονοκατοικία απέναντι, που την είχα βάλει από καιρό στο μάτι, και δεν έχει τέτοιους προβληματισμούς. Αδειάζω το τελευταίο μπουκαλάκι και το τοποθετώ μπροστά στα μούτρα του. Ώρα να κάνει αυτός την κίνησή του.
-Ξέρεις, το σπίτι είναι μεγάλο. Σκέφτομαι να ρίξω τοίχο, να το νοικιάσω το μισό. Τι λες; Δε μένεις και εσύ εδώ, να μην πηγαινοέρχεσαι;
Παρασκευή βράδυ. Στο Posh ο κόσμος λιγοστός. Θα παίζει μάλλον κάποιο πάρτυ στις σχολές, είναι κι αυτή η εποχή πριν τις γιορτές παραδοσιακά πεσμένη. Ο Χρήστος έπεσε από νωρίς να κοιμηθεί και με άφησε μονάχο μου πάλι να αλωνίζω. Ο μπάρμαν και ο ντι-τζέι επιμελώς στοχάζονται ως προς το τι θα παίξουν αύριο στο στοίχημα. Η μια από τις δύο σερβιτόρες την κοπάνησε να πάει να βρει τους φίλους της, η άλλη –η πιο περίεργη- έμεινε και βαριέται.
-Θα σε έχουμε γείτονα, λοιπόν; Το έχεις δει το σπίτι;
-Όχι, αλλά σας εμπιστεύομαι. Γιατί; Εσύ το είδες;
-Υπάρχει εδώ ένα δεύτερο κλειδί. Πάμε να σου το δείξω;
Νοέμβριος 2009. Το σπίτι αυτό το κατοικούσα ανέκαθεν, πριν καν μετακομίσω.
Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)