Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

ο νονός

Όταν κάποτε του λέγαν, «Πότε, ρε, θα παντρευτείς;», γελαστός τους απαντούσε, «Μπα, ακόμα είναι νωρίς…». Μα περάσανε τα χρόνια κι όταν έβλεπε παιδιά, σκεφτικός μονολογούσε, «Τώρα πια είναι αργά…».
Κι αφού διάδοχο δικό του δεν απόκτησε ποτές, βάφτισε το γιο ενός φίλου, να ‘χει κάτι να ασχολείται το πρωί τις Κυριακές. Πήγαινε μαζί του βόλτες, βγαίνανε στο σινεμά, ώρες πέρναγαν στις κούνιες, του αγόραζε γλυκά.
Του είχε δώσει το όνομά του, έτρεμε μήπως χαθεί. Μην πεθάνει κι απ’ τον κόσμο σβήσει και εξαφανιστεί. Έτσι οι δύο Δημητράδες, ο μεγάλος κι ο μικρός, κάνανε καλή παρέα, τους χαιρόταν κι ο Θεός.
Μα ο Διάβολος μισούσε τέτοια σχέση πατρική, κι είπε να αναστατώσει του νονού τη λογική.

Έτσι, ένα μεσημέρι, όπως επιστρέφανε στους γονείς του Δημητράκη, που τον περιμένανε, μπήκε μια κακιά ιδέα στου Δημήτρη το μυαλό κι είπε, «Όχι, ρε γαμώτο! Γιατί εκείνοι κι όχι εγώ;».
«Που πηγαίνουμε, νονέ μου;» τον ρωτούσε ο μικρός. «Στο αμάξι», του απαντούσε, «θα χαλάσει ο καιρός.»
Και τον βάζει μες στο αμάξι και τον πάει μακριά κι έκλαιγε το αγοράκι, «νονέ, θέλω τη μαμά!».
Κι η μαμά ανησυχούσε, τα ‘βαζε με τον μπαμπά, «Που τον πήγε ο βλαμμένος; Θα κρυώσει η τηγανιά!». Μα ο μπαμπάς είχε θυμώσει κι έλεγε, «Όχι, δε μπορεί! Δούλευα όλη τη βδομάδα. Πάει και η Κυριακή…».
Έτσι οι δύο Δημητράδες έφτασαν στην Αφρική, που κανέναν δεν γνωρίζαν. Δεν τους ήξεραν εκεί.
«Γιατί κλαίει ο μικρούλης;», ρώταγαν οι Αφρικανοί. «Έφαγε πολλές μπανάνες και η κοιλίτσα του πονεί!»

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

μισή ερώτηση

Με ρωτούν,
στ’ αλήθεια,
τι είναι αυτό,
που κάθε βράδυ έρχεται
γλυκά και με σκοτώνει.

Ενδιαφέρονται οι άνθρωποι,
ρωτούν,
θέλουν να μάθουν.
Το ενδιαφέρον με τιμά -
εντάξει, υπάρχω ακόμα.
Με συγκινεί η απορία τους -
όχι, δεν είμαι μόνος.
Μου αρέσει η θέληση να μάθουνε -
συγνώμη, αλλά δεν είσαστε εγώ,
είστε άλλη ιστορία.

Ρωτούν οι άνθρωποι.
Επιμένουνε.
Μα δε μπορώ να μη το πω,
πάντα ξεχνούνε κάτι.
Αυτό που κάθε βράδυ έρχεται,
για τους γνωστούς τους λόγους,
έρχεται πάλι το πρωί
μες στα άγρια χαράματα
και πάλι με ανασταίνει.

Με ρωτούν,
στ’ αλήθεια,
τι είναι αυτό,
μα σε μισή ερώτηση,
ολόκληρη απάντηση
πως γίνεται να δώσω;

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

ακόμα και τα σκυλιά

-Πιστεύεις στη μετά το θάνατο ζωή;
-Όχι, διότι δεν πιστεύω καν στο θάνατο.
-Εγώ άλλο σε ρώτησα.
-Το ξέρω, έλα όμως λίγο και στη θέση μου! Πως θέλεις να πιστέψω σε κάτι το οποίο χρονικά τουλάχιστον προσδιορίζεται μετά από κάτι άλλο, το οποίο ούτως ή άλλως δεν πιστεύω πως υπάρχει.
-Δε με βοηθάς.
-Πες μου, τι θες να ακούσεις;
-Θέλω να μάθω, υπάρχει κάτι άλλο ύστερα από αυτό εδώ;
-Τι λέει η θρησκεία σου;
-Λέει πως κάτι υπάρχει για τους πιστούς και τους ενάρετους.
-Και για τους άλλους;
-Και για αυτούς ακόμα, ίσως κάτι λιγότερο ευχάριστο.
-Ωραία! Άρα γιατί προβληματίζεσαι;
-Η αλήθεια είναι πως η ιδέα του να πάω, όταν θα φύγω από εδώ, σε έναν Παράδεισο, όπου θα γίνονται δεκτοί άνθρωποι σαν κι εμένα, δε θα έλεγα πως με συναρπάζει.
-Ε, τότε πήγαινε στην Κόλαση!
-Μα, δεν είναι το ίδιο;
-Ναι, μάλλον δίκιο έχεις.
-Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι ακόμα;
-Και βέβαια μπορείς, αφού, όπως φαίνεται, μάλλον σε ικανοποιεί η άγνοιά μου.
-Ισχύει και στα κατοικίδια ότι και στους ανθρώπους;
-Τι εννοείς;
-Υπάρχει και για αυτά ζωή μετά τον θάνατο;
-Δεν ξέρω! Τι σε νοιάζει;
-Πως τι με νοιάζει; Είχα ως τώρα τέσσερα σκυλιά κι αυτό είναι το πέμπτο. Θέλω να ξέρω αν εκεί, στην Κόλαση ή στον Παράδεισο, θα πρέπει εγώ όλα να τα φροντίζω.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

δυο μπύρες

Το καλοκαίρι του 1994 έδωσα για δεύτερη φορά Πανελλήνιες και πέρασα στη Νομική Αθηνών. Κάπου στα τέλη Ιουλίου νομίζω ήταν που βγήκαν τα αποτελέσματα και αφού η βαθμολογία που είχα συγκεντρώσει ήταν αρκετά ψηλότερη από τη βάση της σχολής του προηγούμενου έτους, πήρα τη μητέρα μου και κατεβήκαμε να ψάξουμε για σπίτι.
Θυμάμαι πως ταξιδέψαμε με το τραίνο, μα δε θυμάμαι το γιατί. Φτάσαμε αργά το βράδυ και πήραμε ταξί από το σταθμό Λαρίσης. Όταν μας ρώτησε ο ταξιτζής που θέλουμε να μας πάει, πετάχτηκα εγώ και του απάντησα, στη Σόλωνος στη Νομική. Αφού κάναμε μια βόλτα δίχως νόημα στην άγνωστη τότε ακόμα περιοχή, βρήκαμε ένα μικρό ξενοδοχείο στα σύνορα Εξαρχείων και Κολωνακίου και εκεί διανυκτερεύσαμε. Μέχρι να κοιμηθούμε, η μητέρα μου ξεφύλλιζε μια εφημερίδα με αγγελίες κι εγώ κοιτούσα το ταβάνι.
Φάγαμε περίπου μια βδομάδα αναζητώντας το ιδανικό φοιτητικό διαμέρισμα και τελικά νοικιάσαμε εκείνο που είχαμε δει πρώτο – ένα μοτίβο που στη συνέχεια θα επαναλαμβανόταν διαρκώς στην ενήλικη πια ζωή μου.
Όχι πως ήταν άσχημα τα άλλα διαμερίσματα. Μόνο που από το καθένα όλο και κάτι έλειπε – συνήθως έλειπαν σε διακοπές οι ιδιοκτήτες τους. Ίσως να έφταιγαν και οι αλαζονικές νεανικές μου απαιτήσεις. Θυμάμαι κάποιο ημιυπόγειο κάπου ψηλά στη Μαυρομιχάλη. Ήταν φτηνό και άνετο και είχε και έναν ωραίο κήπο από πίσω, αλλά εγώ έλεγα, μα τώρα σε ημιυπόγειο θα μείνω; Η γιαγιά που μου το έδειξε προσπάθησε στ’ αλήθεια να με πείσει. Και ως ύστατο μάλλον επιχείρημα μου είπε πως η ίδια μένει από πάνω ακριβώς και πως θα μου έφτιαχνε καφέ κάθε πρωί.
Όχι πως ήταν το ιδανικό αυτό που τελικά νοικιάσαμε. Από το πρώτο κιόλας εξάμηνο ήδη θα το μισούσα. Και πάντοτε θα το αντιμετώπιζα ως κάτι το προσωρινό. Και τελικά θα ζούσα μέσα σε αυτό έξι ολόκληρα –έστω και ακαδημαϊκά- χρονάκια.
Το τελευταίο βράδυ, πριν επιστρέψουμε στο Βόλο, άφησα τη μητέρα μου -τα είχε φτύσει από το πολύ περπάτημα- στο δωμάτιο και πήγα να πάρω κάτι για να φάμε. Έφτασα ως τα Goody’s που είναι απέναντι από το Πολυτεχνείο, αν και υπήρχαν πολλά άλλα φαγάδικα κοντά στο ξενοδοχείο μας. Το μαγαζί ήταν άδειο και πίσω από τον πάγκο υπήρχε μια όμορφη μελαχρινή. Ενώ έδινα την παραγγελία μου, διάβασα το όνομά της στο καρτελάκι που είχε καρφιτσωμένο πάνω στο πουκάμισο. Χαρά. Αυτή μπορεί και να νόμισε ότι κοιτούσα τα βυζιά της. Της είπα το δικό μου όνομα, χωρίς να με ρωτήσει και στη συνέχεια ενώ μασούλαγα στα όρθια το χάμπουργκερ, της διηγήθηκα στα γρήγορα την ιστορία της τότε μελλοντικής ζωής μου. Εκείνη δεν ήταν και τόσο ομιλητική. Της πρότεινα να την κεράσω μια μπύρα και μου απάντησε πως έχει δουλειά ακόμα, αν και βάζω στοίχημα πως μετά από εμένα άλλος πελάτης δεν πάτησε εκείνο το βράδυ. Φεύγοντας της είπα, θα τα λέμε, άλλωστε θα μένω εδώ κοντά, κι εκείνη έβαλε τα γέλια.
Ύστερα περιπλανήθηκα για λίγο μέσα στα στενά, ώσπου σταμάτησα σε ένα μπαρ, την Ίντριγκα, όπου και κάθισα και ήπια δύο μπύρες. Μία για μένα και μία για τη Χαρά.
Όταν έφτασα πια πίσω στο δωμάτιο, η μητέρα μου είχε ήδη αποκοιμηθεί. Άφησα το φαγητό της πάνω στο κομοδίνο και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Πρέπει να πέρασα αρκετή ώρα κοιτάζοντας και πάλι το ταβάνι και μέχρι να με πάρει ο ύπνος και εμένα.