Σάββατο 10 Ιουλίου 2021

οι φωνές από δίπλα

Ακούω έξω στον δρόμο φασαρία και βγαίνω στην πόρτα να δω τι παίζει. Δεν βλέπω τίποτα. Ξαναμπαίνω μέσα. Η φασαρία, όμως, συνεχίζεται. Σηκώνομαι και βγαίνω πάλι έξω. Μαζί με μένα έχουν βγει όλοι σχεδόν οι γείτονες στις πόρτες των καταστημάτων και από πάνω στα μπαλκόνια τους. Κοιταζόμαστε όλοι με απορία. Ακούμε φωνές, αλλά ούτε βλέπουμε κανέναν να φωνάζει ούτε καταλαβαίνουμε πού ακριβώς βρίσκονται αυτοί που μαλώνουν. Και όμως, μοιάζει σαν να είναι δίπλα μας, εκεί, ανάμεσά μας. Ολόκληρη η γειτονιά είναι στα πρόθυρα της ομαδικής παράκρουσης.
Όσο περνάει η ώρα, τόσο η ένταση αυξάνεται. Τώρα, οι αόρατοι καβγατζήδες δεν μαλώνουν απλώς. Σφάζονται. «Ρε παιδιά, κάτι να κάνουμε», πετάγεται ένας γείτονας. «Και τι να κάνουμε, ρε φιλέ;» του λέει ο διπλανός του. «Να φωνάξουμε την αστυνομία», προτείνει ένας τρίτος. «Δεν είναι δική μας δουλεία», ένας άλλος παρεμβαίνει. «Από εκεί, από την πολυκατοικία απέναντι, ακούγονται. Να ανέβουμε να δούμε τι συμβαίνει», προτείνει κάποιος. «Κι εσένα τι σε νοιάζει;» άλλος την πρότασή του αμέσως απορρίπτει.
Κουβέντα στην κουβέντα, αρχίζει να τσακώνεται ολόκληρη η γειτονιά. Φανερώνεται ο χαρακτήρας του καθενός. Ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα, αλλά και ολόκληρο το φάσμα των πολιτικών αντιλήψεων μιας κοινωνίας, διά ασήμαντο -που λένε- αφορμή, αποκαλύπτεται. Τώρα η πρώτη, η αρχική φασαρία έχει ξεχαστεί και οι φωνές που μας έβγαλαν στον δρόμο ούτε που ακούγονται. Και όμως, με έναν τρόπο παράδοξο, το μυστήριο των αόρατων καβγατζήδων λύνεται: Τελικά εμείς ήμασταν.

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

siboney

Ένας μουσικός του δρόμου παίζει βιολί απέναντι από τη Μητρόπολη. Ένας βιαστικός περαστικός φρενάρει απότομα και σταματάει μπροστά του. Με το ένα χέρι ρίχνει λεφτά μέσα στη θήκη του βιολιού. Με το άλλο χέρι βγάζει το κινητό του, καλεί την καλή του, μάλλον, και μόλις ακούσει τη φωνή της, απομακρύνει τη συσκευή από το αυτί και τη φέρνει σε απόσταση αναπνοής από το πλανόδιο δοξάρι. Χαμογελάει ο περαστικός. Χαμογελάει ο βιολιστής. Χαμογελούν τα κέρματα μέσα στη θήκη του βιολιού και οι νότες στο κομμάτι. Η μόνη που δεν χαμογελά είναι η αόρατη ακροάτρια στην άλλη άκρη της γραμμής, που ακούγεται να επαναλαμβάνει, μηχανικά και αμήχανα ταυτόχρονα: «Κώστα, δεν σε ακούω. Πού είσαι, Κώστα; Τι λες; Δεν σε ακούω.»
Ολοκληρώνει ο βιολιστής και ο περαστικός κλείνει και ρίχνει μέσα στην τσέπη το τηλέφωνο. Οι δυο τους αποχαιρετιούνται με ένα βλέμμα συνωμοτικό, με μια ανείπωτη υπόσχεση: Ό,τι και να συμβεί, όσα και να περάσουν χρόνια, αυτό θα είναι για πάντα το κομμάτι τους.

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

το μηχάνημα

Περνάω από τη Δεή να πληρώσω έναν λογαριασμό. Βλέπω ότι έχει ουρά και το μετανιώνω. Πριν φύγω, παρατηρώ μια επιγραφή που λέει: «Πληρώστε τον λογαριασμό σας εύκολα και γρήγορα εδώ.» Το «εδώ» είναι ένα μηχάνημα, το οποίο, ωστόσο, κανείς δεν φαίνεται να το τιμά. Λέω να δοκιμάσω. Το πλησιάζω, διαβάζω τις οδηγίες και τις ακολουθώ κατά γράμμα, ή έτσι νομίζω τουλάχιστον, για καμιά δεκαριά φορές. Αισθάνομαι ότι το μηχάνημα με κοροϊδεύει. Στο μεταξύ, κάποιοι που έχουν έρθει μετά από εμένα ήδη εξυπηρετούνται στα ταμεία, οπότε νιώθω διπλά ηλίθιος.
Πάω να φύγω, αλλά ένας ηλικιωμένος, που περιμένει τόσην ώρα υπομονετικά από πίσω μου, με σταματά. «Πού πας; Δεν θα πληρώσεις;» «Ε, δεν δουλεύει...», του λέω συγχυσμένος. «Δώσε μου εδώ», μου λέει. «Θα σου δείξω.» Του δίνω τον λογαριασμό και τα χρήματα και τον παρακολουθώ να κάνει ακριβώς ότι έκανα κι εγώ δέκα φορές τουλάχιστον. «Ορίστε», μου λέει, επιστρέφοντάς μου τα ρέστα μαζί με την απόδειξη. Τον κοιτάζω με ευγνωμοσύνη και θαυμασμό. «Σας ευχαριστώ», του λέω. «Αν θέλεις», μου απαντά, «δώσε μου κάτι για τον κόπο μου... Έχω να πάρω και τα φάρμακα για την κυρά.» Του ξαναδίνω πίσω τα ρέστα και φεύγω ντροπιασμένος, για άλλον λόγο όμως από αυτόν που περίμενα.
Γυρίζοντας στο σπίτι, σταματάω κάπου να πάρω έναν καφέ. Ενώ μου τον φτιάχνει ο καφετζής, του λέω τι μου συνέβη. «Α, είναι κάτι παππούδες που το κάνουν αυτό επαγγελματικά», μου λέει, «για το χαρτζιλίκι...» Αμέσως μετά, μάλλον για να αλλάξουμε κουβέντα, με ρωτάει: «Οι δικοί σου οι παππούδες ζούνε;» Η κουβέντα δεν αλλάζει.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

αποθήκευση ως

Παίζω σκάκι στο ίντερνετ ενώ παράλληλα ακούω ραδιόφωνο. Φοράω ακουστικά. Έχω απομονωθεί από τον υπόλοιπο κόσμο και δεν ακούω ούτε κουδούνια ούτε τηλέφωνα. Τα όποια κουδούνια και τηλέφωνα, στο μεταξύ -όπως θα μάθω αργότερα- όση ώρα παίζω, βαράνε απεγνωσμένα.
Τέλος πάντων, κάποια στιγμή, αφού έχω χάσει τρεις παρτίδες συνεχόμενες από έναν ελεεινό τύπο από το Χονγκ Κονγκ, το κλείνω. Αν και είμαι μόνος μου στο σπίτι -έτσι νομίζω, δηλαδή- νιώθω μια παρουσία απροσδιόριστη κάπου εκεί κοντά μου. Βγάζω τα ακουστικά, γυρίζω και βλέπω, δίπλα μου σχεδόν, έναν άγνωστο να με κοιτάζει σιωπηλός και να κρατάει στα χεριά ένα τσεκούρι. «Τι φάση;» του λέω. Με προβληματίζει λίγο το γεγονός ότι τον αντιμετωπίζω τόσο ψύχραιμα. Βασικά, η αντίδρασή μου με τρομάζει περισσότερο από ότι ο άγνωστος και το τσεκούρι του. «Εσύ, τι φάση;» μου λέει αυτός. «Δεν είναι ευγενικό να απαντάμε με ερώτηση», του λέω. «Ποιος το λέει αυτό;» με ρωτάει. «Δεν θυμάμαι, κάπου θα το διάβασα», του απαντώ. «Καλά», μου λέει.
Τον κοιτάζω καλύτερα. Δεν μοιάζει και τόσο με μανιακό δολοφόνο. Πιο πολύ, θα έλεγα, πως θυμίζει πλασιέ ή κάτι τέτοιο. Ο τρόπος, ειδικά, που κρατάει το τσεκούρι του είναι σαν να θέλει να μου το πουλήσει. Αναρωτιέμαι πόσο να κοστίζει. Από την άλλη, όμως, τι να το κάνω ένα τσεκούρι; Ειλικρινά, δεν μπορώ να σκεφτώ σε τι θα μπορούσε να μου χρησιμεύσει. Αποφασίζω να αλλάξω κουβέντα - όχι ότι λέγαμε και κάτι συγκεκριμένο. «Πώς μπήκες εδώ μέσα;» «Από την πόρτα.» Εντάξει, αν παίζουμε σε ταινία τρόμου, μάλλον αυτός που έγραψε το σενάριο καλυτέρα να το γυρίσει στις επιθεωρήσεις. «Μια ώρα χτυπούσα και δεν άκουγες», μου λέει. «Σε πήρα και τηλέφωνο.» Πιάνω το κινητό, κοιτάζω την οθόνη. Όντως, δώδεκα αναπάντητες από κάποιο νούμερο που παραδόξως το έχω ήδη αποθηκεύσει στις επαφές μου ως «σχιζοφρενής». Το κρύβω για να μην το δει. Δεν θέλω να τον προσβάλω.
Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι αυτό είναι αναπόφευκτο. «Να σου πω», του λέω, «δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, αλλά μάλλον πρέπει να ξυπνήσω τώρα.» «Τι εννοείς;» ρωτάει αυτός. Δεν ξέρω πώς να του το πω, χωρίς να τον πληγώσω. «Εμ... να μωρέ, ξέρεις… δεν υπάρχεις. Είναι που κοιμάμαι και σε βλέπω στον ύπνο μου. Σόρρυ, ε;» «Α, ναι; Και γιατί να μην είσαι εσύ ο ανύπαρκτος κι εγώ αυτός που κοιμάται; Ε; Για πες; Γιατί;» Ωχ, δεν έχω κάτι να απαντήσω σε αυτό. Μαλακία, κάπου. Ο τύπος βάζει τα γέλια. Γελάει τόσο δυνατά που στο τέλος ξυπνάει.
Ανοίγει τα μάτια, ακουμπάει το τσεκούρι δίπλα στο μαξιλάρι του και σηκώνεται από το κρεβάτι. Ανάβει τσιγάρο και ανοίγει το λάπτοπ του. Στην επιφάνεια είναι ανοιγμένη μια σκακιέρα. Στο παράθυρο διαλόγου από κάτω ένας τύπος από το ελεεινό Χονγκ Κονγκ τον ρωτάει αν θέλει να ξαναπαίξουν.

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

ο κλεφτης

συχναζε στα μεγαλα βιβλιοπωλεια. διαβαζε στα ορθια ολοκληρα βιβλια κ μετα τα εβαζε ξανα στη θεση τους κ εφευγε. στην εξοδο ο συναγερμος σφυριζε παντα αδιαφορα