Παρασκευή 17 Μαΐου 2019
η εξεταστικη
ειναι μονοι τους. οι δυο τους. επιτελους μονοι. καθονται σε αντικριστα μπαλκονια. αυτος διαβαζει ενα βιβλιο της σχολης. αυτη εχει το λαπτοπ της στα γονατα κ κανει εργασιες. απο το λαπτοπ ακουγεται μουσικη. αυτος σηκωνει το κεφαλι που κ που κ την κοιταζει. αυτη κοιταζει επισης να δει αν την κοιταζει οντως ο απεναντι, ενω τα χρωματα της οθονης συνεχιζουν να βαφουνε τα μαγουλα της. στο μεταξυ, η μουσικη, αργα και μεθοδικα, χτιζει γεφυρα αναμεσα στα δυο μπαλκονια. οταν αρχιζει να παιζει το κρισιμο κομματι, αυτος βαζει το δαχτυλο σελιδοδεικτη κ σηκωνεται. αυτη τον βλεπει κ ανεβαζει λιγο ακομα την ενταση. η γεφυρα εχει πια στερεωθει. ο πιο τολμηρος μπορει ανετα να βγαλει ποδι στο κενο κ να αρχισει να τη διασχιζει. "ποιο τραγουδι ειναι αυτο;", της ψιθυριζει φωναχτα. αυτη τον κοιταζει δηθεν εκπληκτη με βλεμμα τυπου "συγγνωμη, σε μενα μιλας;" εξαιρετικη ερμηνεια, η οποια δυστυχως δεν προλαβαινει να ολοκληρωθει. "τι ποιο τραγουδι, ρε μαλακα; πλακα κανεις;" ακουγεται απο τα ενδοτερα του φοιτητικου διαμερισματος η φωνη του ραθυμου συγκατοικου. "το εχεις λιωσει τοσες μερες να το ακους κ τωρα κανεις πως δεν το θυμασαι;" η γεφυρα καταρρεει με παταγο. το χαμογελο της, παντως, παραμενει εκει, στη θεση του. κ αυτην την εξεταστικη του ιουνιου ποιος ανθρωπος ανεραστος την επινοησε;
Πέμπτη 9 Μαΐου 2019
λευκος τοιχος
τον βλεπω καθε φορα στο ιδιο ακριβως παγκακι. αλλοτε σαββατο βραδυ με μια μπυρα απο το περιπτερο κ αλλοτε κυριακη απογευμα με εναν πλαστικο καφε, εναμιση ευρω μαζι με το νερακι. τον βλεπω, τον παρατηρω, μαντευω τη ζωη του. τον φανταζομαι να ντυνεται, να δενει τα κορδονια του, να λεει, ανοιγοντας την πορτα του σπιτιου: "θα παω μια βολτα". το σπιτι του δεν τον παρεξηγει - δεν εχει καν μπαλκονι. η βολτα του πεντε-εξι οικοδομικα τετραγωνα. μια καλησπερα στον περιπτερα, ενα "τι κανεις;" στην κοπελια στην καφετερια. απο ολοκληρο το γαμημενο συμπαν το αχανες αυτος εδω ειναι ο δικος του κοσμος. κεντρο του κοσμου κ του συμπαντος εκεινο το παγκακι. απο ολα τα παγκακια στον πεζοδρομο το πιο αδικημενο. απεναντι του βρισκεται ενα λευκο ντουβαρι - ουτε μια υποσχεση παραθυρο ουτε ενα συνθημα οργη, παραπονο, ελπιδα. τον βλεπω καθε σαββατο βραδυ, καθε κυριακη απογευμα, καθως περναω απο εκει. τον βλεπω, τον παρατηρω. κ υστερα μαζι του κ εγω κοιταζω εκει απεναντι, προς τον λευκο τον τοιχο. ποιος ξερει τοσο καιρο τι ταινιαρες επανω του προβαλλονται κ μονο αυτος τις βλεπει
Πέμπτη 2 Μαΐου 2019
Σάββατο 20 Απριλίου 2019
στο μεταξυ
περπαταω στην παραλια. μπροστα μου ενας τυπος μιλαει στο κινητο. ετσι νομιζω, δηλαδη - μπορει κ να τα λεει με καποιον φανταστικο του φιλο. καποια στιγμη ο φιλος του -πραγματικος ή φανταστικος, δεν θα μαθουμε ποτε- κατι του λεει που τον εξοργιζει αφανταστα. αρχιζει να φωναζει: "θα κανεις αυτο που σου λεω εγω -ακους;- αυτο που σου λεω εγω θα κανεις." τη στιγμη εκεινη, ενας αλλος νυχτερινος περιπατητης, με βημα εμφανως ταχυτερο, κ αυτη τη φορα μετα βεβαιοτητας μιλωντας στο τηλεφωνο -προλαβα κ ειδα τη συσκευη- με προσπερνα, φτανει διπλα ακριβως στον προπορευμενο κ λεει, σαν να του απανταει: "ο,τι θελω θα κανω.. ο,τι θελω." ο αιφνιδιος συγχρονισμος των δυο παραλληλων κ παραλιακων διαλογων κανει τους δυο αγνωστους να στρεψουν τα κεφαλια τους, να κοιταχτουν στα ματια, ενδεχομενως να αναρωτηθουν ποιοι ειναι στα αληθεια κ πού παν, τι γινεται στον κοσμο, ποιες μυστικες δυναμεις κινουν απο ψηλα τα νηματα, ποιοι αορατοι μηχανισμοι ρυθμιζουν τις ζωες τους. υστερα, κ για τον φοβο, ισως, καποιας μοιραιας συγκρουσης, ξαναγυριζουν τα κεφαλια τους μπροστα κ συνεχιζουν την πορεια τους, ετσι απλα, σαν να μην συνεβη τιποτα.
στο μεταξυ εγω, εκμεταλλευομενος το χωροχρονικο κενο που η ολη φαση εχει ανοιξει αναμεσα τους, συνεχιζω αμεριμνος να περπαταω στην παραλια, ενω ταυτοχρονα εχω ηδη επιστρεψει σπιτι μου κ γραφω υπο πιεση αυτην την ιστορια, προσπαθωντας, οπως παντα, να συνδυασω αυτο που μου λεν να κανω με εκεινο που ειμαι σιγουρος σχεδον πως κατα βαθος θελω
στο μεταξυ εγω, εκμεταλλευομενος το χωροχρονικο κενο που η ολη φαση εχει ανοιξει αναμεσα τους, συνεχιζω αμεριμνος να περπαταω στην παραλια, ενω ταυτοχρονα εχω ηδη επιστρεψει σπιτι μου κ γραφω υπο πιεση αυτην την ιστορια, προσπαθωντας, οπως παντα, να συνδυασω αυτο που μου λεν να κανω με εκεινο που ειμαι σιγουρος σχεδον πως κατα βαθος θελω
Πέμπτη 11 Απριλίου 2019
αμετανοητα ορθιοι
σημερα στο λεωφορειο ανεβηκε καποια στιγμη ενας ηλικιωμενος. εριξε μια ματια τριγυρω του, μα ολα τα καθισματα ηταν ηδη πιασμενα. αμεσως καποιος, μολις τον ειδε, εσπευσε να του παραχωρησει τη θεση του. μεχρι εκει ολα καλα. το θεμα ειναι οτι ο ευγενικος επιβατης παιζει να ηταν συνομιληκος, αν οχι κ αρχαιοτερος, του αλλου. ετσι ο παππους, αντι να εκτιμησει την ευγενικη χειρονομια, κοντοσταθηκε, κ αφου τον κοιταξε καλα απο πανω μεχρι κατω, του ειπε: "ποσο χρονων εισαι, ρε;" "ογδοντα", του απαντησε ο αλλος. "ε, τοτε.. ξανακατσε. εγω ειμαι ειμαι εβδομηνταεννια." "αληθεια; δεν σου φαινεται.." "θες μηπως να δειξω κ ταυτοτητα;" τελος παντων, να μην τα πολυλογω.. μισοαστεια-μισοσοβαρα, αρχισαν να μαλωνουν. σηκωθηκε κ ενας νεαρος, λειτουργωντας μαλλον πυροσβεστικα, μπας κ καθισουνε κ οι δυο τους κ ηρεμησουν. εκεινοι ομως παρεμειναν, μεχρις οτου κατεβηκα τουλαχιστον, εκει, μεσα στη μεση, αμετανοητα ορθιοι, συνεχιζοντας να την λεει ο ενας στον αλλον. ο ενας, μαλιστα, εβγαλε και τις προσφατες εξετασεις αιματος, που για καποιο λογο κουβαλουσε μαζι του, κ αρχισε να τις διαβαζει φωναχτα για να αποδειξει ποσο καλη ειναι η υγεια του.
ολοι σχεδον οι αλλοι επιβατες γελουσανε μαζι τους κ διασκεδαζαν. κ ομως, υπηρχε κατι πολυ συγκινητικο σε αυτην τη γεροντοκοκορομαχια. ηταν σαν να εβλεπες δυο γυμνασιοπαιδα, που για καποια ασημαντη εφηβικη αφορμη ειχανε στησει ανελεητο καυγα, καθως γυριζανε στο σπιτι απο το σχολειο. κ ολοι ξερουμε πως για καποια παιδια αυτη η αποσταση, απο το σχολειο ως το σπιτι, ως μεγεθος αποτελει ενα απο τα πιο σχετικα, απροβλεπτα κ ευμεταβλητα πραγματα στον κοσμο. για καποια παλιοπαιδα αυτη η διαδρομη μπορει κ να κρατησει μερικες δεκαετιες παραπανω
ολοι σχεδον οι αλλοι επιβατες γελουσανε μαζι τους κ διασκεδαζαν. κ ομως, υπηρχε κατι πολυ συγκινητικο σε αυτην τη γεροντοκοκορομαχια. ηταν σαν να εβλεπες δυο γυμνασιοπαιδα, που για καποια ασημαντη εφηβικη αφορμη ειχανε στησει ανελεητο καυγα, καθως γυριζανε στο σπιτι απο το σχολειο. κ ολοι ξερουμε πως για καποια παιδια αυτη η αποσταση, απο το σχολειο ως το σπιτι, ως μεγεθος αποτελει ενα απο τα πιο σχετικα, απροβλεπτα κ ευμεταβλητα πραγματα στον κοσμο. για καποια παλιοπαιδα αυτη η διαδρομη μπορει κ να κρατησει μερικες δεκαετιες παραπανω
Τρίτη 2 Απριλίου 2019
φωναχτα
σε ενα παγκακι στην πλατεια καθοταν το μεσημερι ενας παππους κ διαβαζε μια εφημεριδα φωναχτα. αν κ ηταν μονος, εμοιαζε σαν να μιλουσε σε καποιον φανταστικο του φιλο, που καθοταν ακριβως διπλα του. βεβαια, καποιοι ηλικιωμενοι το κανουνε αυτο, διαβαζουν φωναχτα ακομα κ τους υποτιτλους απο τις σειρες στην τηλεοραση. καποια στιγμη εφτασε στις διεθνεις ειδησεις κ αρχισε να δυσκολευεται στην προφορα των ξενων ονοματων, αλλα δεν το εβαλε κατω. συνεχισε να απαγγελει την επικαιροτητα αδιαφορωντας που τον ακουγαν οι περαστικοι κ καποιοι μαλιστα γελουσανε μαζι του. υστερα, μια παρεα απο πισιρικαδες, που μεχρι τοτε επαιζαν παραδιπλα, μαζευτηκε τριγυρω του. ο παππους σταματησε το διαβασμα, σηκωσε το βλεμμα κ τους κοιταξε. "τι ωρα ειναι σημερα το ματσ;" ρωτησε ενας απο αυτους. εκεινος σηκωθηκε, εκλεισε την εφημεριδα, την ακουμπησε στη θεση του κ εφυγε χωρις να πει κουβεντα. τα παιδια γυρισαν στο παιχνιδι τους. ο αερας ανοιξε ξανα την εφημεριδα. τα φυλλα αρχισαν τωρα να ξεφυλλιζονται απο μονα τους. μια φωνη απο το φαινομενικα αδειο πια παγκακι ακουστηκε: "ισα που προλαβαινετε"
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)