Πέμπτη 16 Μαΐου 2013
Τρίτη 14 Μαΐου 2013
δυο σκέψεις «συγγραφικού ημερολογίου»
Τα ονόματα κάποιων ανθρώπων μοιάζουν σα να τους υποχρεώνουν να προσαρμοστούν στους συνειρμούς που υποτίθεται πως αυτά παράγουν. Ειδικά τα αρχαιοελληνικά. Είναι λες και τους βάφτισαν οι μοίρες πάνω από την κούνια τους και όχι ο νονός στην εκκλησία. Να ψάξω να δω αν όλοι οι Άρηδες που ξέρω το παίζουν μάγκες και πολεμοχαρείς, αν όλες οι Αντιγόνες ασυμβίβαστες κι επαναστάτριες κλπ… Γιατί δεν ξέρω καμία Μήδεια; Υπάρχουν Μήδειες στο Facebook;
Κάποτε πίστευα πως έτσι και κατόρθωνα να συγκρατήσω τα όνειρά μου και τα κατέγραφα, πριν αυτά γλιστρήσουν σαν το νερό μέσα από τα δάχτυλά μου, θα έφτιαχνα απίστευτες ιστορίες και μοναδικές. Τώρα νομίζω πως μεγαλύτερη αξία έχουν τελικά οι σκέψεις που κάνω πριν κοιμηθώ ή όταν δε μπορώ να κοιμηθώ ή επειδή δε μπορώ να κοιμηθώ. Μπορεί να είναι τρομακτικές οι περισσότερες, αλλά αυτός δεν είναι ο στόχος μου; Να κάνω τους άλλους να χάσουν τον ύπνο τους για να μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχός εγω;
Κάποτε πίστευα πως έτσι και κατόρθωνα να συγκρατήσω τα όνειρά μου και τα κατέγραφα, πριν αυτά γλιστρήσουν σαν το νερό μέσα από τα δάχτυλά μου, θα έφτιαχνα απίστευτες ιστορίες και μοναδικές. Τώρα νομίζω πως μεγαλύτερη αξία έχουν τελικά οι σκέψεις που κάνω πριν κοιμηθώ ή όταν δε μπορώ να κοιμηθώ ή επειδή δε μπορώ να κοιμηθώ. Μπορεί να είναι τρομακτικές οι περισσότερες, αλλά αυτός δεν είναι ο στόχος μου; Να κάνω τους άλλους να χάσουν τον ύπνο τους για να μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχός εγω;
Παρασκευή 10 Μαΐου 2013
ALEXßPOLI (realistica)
Στα αριστερά της έδρας, πλάι στα παράθυρα, υπήρχε ένας πλαστικοποιημένος χάρτης της Τουρκίας, διαστάσεων ένα επί δυόμιση. Η θέση και η όρασή μου δε μου επέτρεπαν να καταλάβω πολλά για το περιεχόμενό του. Έβλεπα μόνο την επικράτεια της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας κατάστικτη από κόκκινους, κίτρινους και πράσινους λεκέδες, που δεν ήξερα αν αντιστοιχούν σε γεωφυσικά γνωρίσματα ή διακρίσεις εθνολογικές. Ο αναλυτικός πίνακας, στο δυτικό του περιθώριο, που ξεκινούσε από την Αδριανούπολη και έφτανε μέχρι τη Μερσίνα, θα βοηθούσε σίγουρα να βγάλω κάποιο πιο ασφαλές συμπέρασμα, εάν καθόμουν πιο μπροστά ή αν δε μου είχαν σπάσει μόλις τα γυαλιά μου.
Τρίτη 7 Μαΐου 2013
Σάββατο 4 Μαΐου 2013
τα πουλιά
Σήμερα με ξυπνήσαν
τα πουλιά.
Από νωρίς άρχισαν να σκαλίζουν το παντζούρι μου.
Το πιο επιδέξιο από αυτά
πέρασε μέσα από τις ρωγμές
και βάραγε το τζάμι.
Έπρεπε να το είχα αφήσει ανοιχτό.
Ήτανε η βραδιά ζεστή.
Δεν είχα πιει.
Νύστα δεν ένιωσα ποτέ.
Και χθες το βράδυ, έκλεισα μοναχά τα μάτια μου
και ανακαλούσα ως το πρωί παλιές σκηνές,
εικόνες.
Σήμερα με ξυπνήσαν
τα πουλιά.
Την ώρα που ραμφίζανε τα μάτια μου, θυμήθηκα.
Τους είχα χθες υποσχεθεί
πως σήμερα μαζί τους θα πετούσα.
τα πουλιά.
Από νωρίς άρχισαν να σκαλίζουν το παντζούρι μου.
Το πιο επιδέξιο από αυτά
πέρασε μέσα από τις ρωγμές
και βάραγε το τζάμι.
Έπρεπε να το είχα αφήσει ανοιχτό.
Ήτανε η βραδιά ζεστή.
Δεν είχα πιει.
Νύστα δεν ένιωσα ποτέ.
Και χθες το βράδυ, έκλεισα μοναχά τα μάτια μου
και ανακαλούσα ως το πρωί παλιές σκηνές,
εικόνες.
Σήμερα με ξυπνήσαν
τα πουλιά.
Την ώρα που ραμφίζανε τα μάτια μου, θυμήθηκα.
Τους είχα χθες υποσχεθεί
πως σήμερα μαζί τους θα πετούσα.
Πέμπτη 2 Μαΐου 2013
περπάτησε
Κάποτε ζούσε, λέει, στον Βόλο ένας τύπος που η ιστορία δεν έχει καταφέρει ακόμα να τον κατατάξει στους επαίτες ή στα επιχειρηματικά δαιμόνια. Κυκλοφορούσε τις μέρες της Σαρακοστής στην παραλία και στην αγορά σέρνοντας πίσω του, δεμένο με σκοινί, ένα αρνί και πουλούσε αυτοσχέδιους λαχνούς στους συμπολίτες του. Διέδιδε πως τη Μεγάλη Βδομάδα θα γινόταν κάποια κλήρωση, πολύ έγκυρη, εννοείται, και αξιόπιστη, κι ο νικητής θα κέρδιζε το αρνάκι.
Κάθε χρόνο, τις μέρες της Σαρακοστής, οι κάτοικοι του Βόλου, έσπευδαν με προθυμία να αγοράσουνε λαχνούς από τον πλανόδιο κατεργάρη, κι ας ήξεραν όλοι τους καλά ότι η κλήρωση, που όλο προανήγγειλε, δεν θα συνέβαινε ποτέ. Κι ας είχαν μάθει όλοι την απάτη του.
Ο τύπος με το αρνί φρόντιζε, φυσικά, κάθε Μεγάλη Βδομάδα να εξαφανίζεται -θα άραζε στην πλατεία του χωριού του, προφανώς, και θα πνιγότανε στα τσίπουρα- κι όταν ξαναφαινότανε μετά, κατά το καλοκαίρι, στις ερωτήσεις "που πήγε, ρε μάγκα, το αρνί;", "τι έγινε τελικά; τι έβγαλε η κλήρωση;", αυτός έδινε πάντα την ίδια μονότονη και εξωφρενική απάντηση: "Κύριοι, το ζωντανό περπάτησε!". Και εννοούσε, στην αργκό της τότε εποχής, ότι το αρνί το έσκασε και άρα αυτός δεν έφερε πλέον καμιά ευθύνη.
Όλοι κρυφογελούσαν με το αφελές του τέχνασμα. Όλοι παρίσταναν τα θύματα της πονηριάς του. Κανείς δεν τόλμησε ποτέ να τον κατηγορήσει. Όχι γιατί φοβόντουσαν. Όχι γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Μα επειδή δεχόντουσαν ετούτη την ετήσια συνήθεια ως έναν τρόπο για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους -με τρόπο τόσο αυτοσαρκαστικό- προς έναν άλλον άνθρωπο, αδιαφορώντας, ίσως, εάν αυτός την είχε πραγματικά ανάγκη.
Κάποτε υπήρχε, λέει, μια εποχή, μακρυά από εκσυχρονισμούς και νεωτερικότητες, όπου ο κάθε παραστρατημένος αγροτοποιμένας μπορούσε να μπαινοβγαίνει στα καφενεία και στα μαγαζιά της πόλης παρέα με το αμνοερίφιό του. Ήταν η ίδια ακριβώς η εποχή όπου οι άνθρωποι δεν αναζητούσαν τη σωτηρία της ψυχής τους στη συμμόρφωση, μα αντιθέτως στη συνενοχή, στη σύμπραξη σε κάποια φάρσα απλοϊκή, σε ένα κουτό και επαναλαμβανόμενο, μα τόσο ωφέλιμο αστείο.
Κάθε χρόνο, τις μέρες της Σαρακοστής, οι κάτοικοι του Βόλου, έσπευδαν με προθυμία να αγοράσουνε λαχνούς από τον πλανόδιο κατεργάρη, κι ας ήξεραν όλοι τους καλά ότι η κλήρωση, που όλο προανήγγειλε, δεν θα συνέβαινε ποτέ. Κι ας είχαν μάθει όλοι την απάτη του.
Ο τύπος με το αρνί φρόντιζε, φυσικά, κάθε Μεγάλη Βδομάδα να εξαφανίζεται -θα άραζε στην πλατεία του χωριού του, προφανώς, και θα πνιγότανε στα τσίπουρα- κι όταν ξαναφαινότανε μετά, κατά το καλοκαίρι, στις ερωτήσεις "που πήγε, ρε μάγκα, το αρνί;", "τι έγινε τελικά; τι έβγαλε η κλήρωση;", αυτός έδινε πάντα την ίδια μονότονη και εξωφρενική απάντηση: "Κύριοι, το ζωντανό περπάτησε!". Και εννοούσε, στην αργκό της τότε εποχής, ότι το αρνί το έσκασε και άρα αυτός δεν έφερε πλέον καμιά ευθύνη.
Όλοι κρυφογελούσαν με το αφελές του τέχνασμα. Όλοι παρίσταναν τα θύματα της πονηριάς του. Κανείς δεν τόλμησε ποτέ να τον κατηγορήσει. Όχι γιατί φοβόντουσαν. Όχι γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Μα επειδή δεχόντουσαν ετούτη την ετήσια συνήθεια ως έναν τρόπο για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους -με τρόπο τόσο αυτοσαρκαστικό- προς έναν άλλον άνθρωπο, αδιαφορώντας, ίσως, εάν αυτός την είχε πραγματικά ανάγκη.
Κάποτε υπήρχε, λέει, μια εποχή, μακρυά από εκσυχρονισμούς και νεωτερικότητες, όπου ο κάθε παραστρατημένος αγροτοποιμένας μπορούσε να μπαινοβγαίνει στα καφενεία και στα μαγαζιά της πόλης παρέα με το αμνοερίφιό του. Ήταν η ίδια ακριβώς η εποχή όπου οι άνθρωποι δεν αναζητούσαν τη σωτηρία της ψυχής τους στη συμμόρφωση, μα αντιθέτως στη συνενοχή, στη σύμπραξη σε κάποια φάρσα απλοϊκή, σε ένα κουτό και επαναλαμβανόμενο, μα τόσο ωφέλιμο αστείο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)