Μέχρι και χθες στο ιστολόγιο αυτό δημοσιεύονταν αποκλειστικά κείμενα γραμμένα από εμένα και την ονειροτίγρη μέσα μου. Απόψε, όμως, ήρθε η ώρα να κάνω μια εξαίρεση. Με έχετε ακούσει, ίσως, κάποιοι από εσάς να γράφω για κάποια «εξωγήινη». Φυσικά, ποια είναι αυτή κανείς –εκτός από την ίδια, και πάλι φυσικά- δε ρώτησε να μάθει. Κι ίσως δεν πρόκειται ποτέ να αποκαλυφτεί του μυστηρίου της η αληθινή ταυτότητα. Ίσως προλάβει κι ολοκληρώσει πιο μπροστά τη μυστική αποστολή κ επιστρέψει στον εξωτικό πλανήτη της, όπου η ώρα είναι πάντα μπλε και η βροχή έρχεται συνήθως από κάτω. Ίσως να φύγει προτού να τη γνωρίσετε, αφήνοντας μονάχα πίσω της λίγες φωτογραφίες και ένα-δυο κείμενα χειρόγραφα πάνω σε μικροσκοπικά χαρτάκια. Είπα, λοιπόν, να κάνω μια εξαίρεση και να φιλοξενήσω εδώ, στη γη του ενός ανθρώπου, ένα δικό της κείμενο, που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα μήνυμα που μου έστειλε πριν από λίγες μέρες – παράξενο, είναι σα να έχουν περάσει διακόσια χρόνια από τότε. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε την άδεια για αυτό να της ζητήσω, μα η ονειροτίγρης βιαζότανε πολύ κι επέμενε. «Αύριο», μου έλεγε, «ποιος ξέρει τι θα γίνει;». Επιτρέψτε μου να διατηρήσω τη σύνταξη και την ορθογραφία της εξωγήινης συντάκτριας. Αλήθεια, υπάρχει λόγος.
«τι με προβληματιζει; πολλα. σχετικα με μενα. δεν ξερω αν ειναι πραγματα σχετικα με τον ανθρωπο. δεν ξερω αν εγω ειμαι ο ανθρωπος. παντως σκεφτομαι πραγματα σχετικα με μενα. εγω βλεπω και αντιλαμβανομαι τον ανθρωπο οπως ειμαι και αισθανομαι εγω. ετσι τον φανταζομαι. φανταζομαι ειναι κατανοητο. και καποια πραγματα ειναι πολυ ωραια. καποια ναι. καποια χαιρομαι που τα βλεπω ετσι. με τι θα ηθελα να ασχοληθω λοιπον. ναι, νομιζω πρεπει να εχει σχεση με μενα. συγγνωμη, ακουγεται αρκετα εγωκεντρικο και εγωιστικο. αλλα στα δικα μου ματια, ο ανθρωπος ειμαι εγω. ειναι ο ανθρωπος ο οποιος αντιλαμβανομαι. πως μπορω να μιλησω για καποιον αλλο; να φανταστω καποιον αλλο; ολα αυτα ειναι υποθεσεις. σε ολα εμπεριεχομαστε εμεις. ειτε θελουμε να δημιουργησουμε εναν αλλο χαρακτηρα ειτε να σκεφτομαστε ως καποιος αλλος-διαφορετικος σκεφτομαστε ως εμεις με καποια δεδομενα παραλληλα, δεν το αποχωριζομαστε το εγω μας. οποτε εγω. εγω. εγω; τι να πω για εμενα; με γνωριζω. ακομα με γνωριζω. και νομιζω οτι δεν θα με μαθω ποτε. συνεχως αλλαζω, σκεφτομαι καινουρια πραγματα, σκεφτομαι τα ιδια πραγματα διαφορετικα. μου αρεσει βεβαια. καθε φορα νιωθω και σοφοτερη. σκεφτομαι: μα πως δεν τα σκεφτομουν ετσι και παλιοτερα; και αργοτερα θα σκεφτομαι το ιδιο για το τωρα. εχει ενδιαφερον δε λεω. αλλα δεν μπορω να προσδιορισω το εγω. αλλα ολα σχετιζονται με το εγω. οποτε δεν μπορω να προσδιορισω τιποτα. ολα τα βλεπω απο την αρχη. μπορει σημερα να πηγα στο (…) και να ειδα ενα φυλλο. χτες να ειδα ενα φυλλο. πριν ενα χρονο να ειδα ενα φυλλο. πριν δεκα χρονια να ειδα ενα φυλλο. και μεθαυριο μπορει να κοιταξω ενα φυλλο οπως δεν το κοιταξα ποτε. και απο μεθαυριο το φυλλο να το βλεπω διαφορετικα. τι ομορφια! ομορφια. ομορφια. μαλακιες. ακου εκει ομορφια. μ'αρεσει παντως. μου φαινεται ελκυστικο να το ζω. απο αυτη την αποψη, μια ομορφια.»
Αυτά…
Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011
Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011
το ξανά και το τώρα
-Πότε με ξαναερωτεύτηκες;
-Χμ… Δεν το περίμενα ποτέ αυτό να με ρωτούσες.
-Ε, ναι. Γιατί; Τι νόμισες; Σου το ρωτάω τώρα.
-Εσύ δε λες πως τώρα δε θέλεις τέτοια να ακούς;
-Αυτό είναι άλλο τώρα. Τώρα υπάρχουνε πολλά. Και τώρα πες μου, αν θέλεις.
-Λες να μη θέλω να σου πω;
-Τότε γιατί διστάζεις;
-Δε φτάνει να μιλάω εγώ. Πρέπει να με ακούσεις.
-Ακούω, σου λέω. Απάντησε! Πότε με ερωτεύτηκες ξανά;
-Πρώτον, δεν έπαψα ποτέ. Ποτέ δεν το ένιωσα αυτό κάπως να λιγοστεύει.
-Ναι, μα τώρα λες πως είναι αλλιώς.
-Γιατί μόνο στα τώρα τα δικά σου μπορούν τα τώρα να είναι αλλιώς;
-Εντάξει, έχεις δίκιο.
-Δε θέλω δίκιο. Χόρτασα. Θέλω να κάνω λάθος.
-Λάθος στο πότε με ερωτεύτηκες ξανά.
-Όχι, λάθη δε γίνονται σε αυτά. Ας κάνω λάθος στα άλλα.
-Πάντως, τώρα απάντηση ακόμα δε μου δίνεις.
-Κι όμως, εγώ την έδωσα. Αν με άκουγες καλύτερα, τώρα δε θα ρωτούσες.
-Τι θες να πεις;
-Σου είχα πει, πως σε ερωτεύτηκα ξανά, την ώρα που χωρίζαμε.
-Τι λες; Πως γίνεται αυτό; Αφού διαφωνούσες.
-Γι’ αυτό ακριβώς και έγινε. Αλλιώς θα αδιαφορούσα.
-Πάλι περίεργα τα λες.
-Μπορεί. Αλλά τα λέω.
-Καλά, λοιπόν. Συνέχισε.
-Θυμάσαι, εκείνη τη βραδιά, τα λόγια που μου είπες;
-Κι εσένα δε σου άρεσαν.
-Δε μου άρεσαν όσα άκουσα, μα αγάπησα τα άλλα.
-Ποια άλλα; Πες, τι εννοείς; Δε σε καταλαβαίνω.
-Τα άλλα που μου έκρυψες. Αυτά που έχεις στο μυαλό. Αυτά που έχεις μέσα σου και πάντα θα αγαπάω. Αυτά που τότε σε έφεραν κοντά. Αυτά που τώρα σε παίρνουν μακριά μου. Θέλεις να ζήσεις. Να κυνηγήσεις. Να γευτείς. Θέλεις να κάνεις λάθος. Θέλεις να τριγυρίσεις. Να χαθείς. Οι χάρτες δε σε νοιάζουν. Θυμάσαι που με ρώτησες, πότε σε ερωτεύτηκα για πρώτη μου φορά; Θυμάσαι; Βενετία;
-Θυμάμαι, ναι. Δεν το ξεχνώ.
-Ε, και ετούτη τη φορά, πάλι το ίδιο είναι.
-Μα τώρα θέλω μόνη μου.
-Κι εγώ το ίδιο θέλω. Ας τριγυρίσουμε κι οι δυο, σαν «άδικες κατάρες». Μικρός ο κόσμος. Αστεία η ζωή. Αν δε χαθούμε τώρα εδώ, πως θα ξαναβρεθούμε;
-Και μέχρι τότε;
-Ως τότε εγώ θα σε αγαπώ. Θα μείνω ερωτευμένος.
-Και οι πληγές;
-Τις έχω πια κι αυτές ερωτευτεί. Αφού τις άνοιξες εσύ, κι αυτές τις αγαπάω.
-Και τώρα που είναι ανοιχτές;
-Αυτό το τώρα είναι αλλιώς, όπως θα έλεγες κι εσύ. Και ξέρεις τι αλλάζει;
-Ξέρω, αλλά δεν ξέρω αν συμφωνείς.
-Τώρα τα τώρα είναι δυο. Ένα αυτό που με ρωτάς. Και ένα που σου απαντάω. Κι εγώ σε ερωτεύομαι σε αυτά τα δύο τώρα. Γι’ αυτό και είναι πιο πολύ. Γι’ αυτό και το άλλο, το παλιό, μοιάζει με τόσο λίγο. Τότε, που ήταν ένα κι έφτανε, ήταν μόνο δικό μου. Τώρα έχω και το τώρα σου. Γι’ αυτό και δεν τελειώνει. Κι αν κάθε βράδυ ξεψυχά, ξαναγεννιέται το πρωί και πάλι ξεκινάει.
-Χμ… Δεν το περίμενα ποτέ αυτό να με ρωτούσες.
-Ε, ναι. Γιατί; Τι νόμισες; Σου το ρωτάω τώρα.
-Εσύ δε λες πως τώρα δε θέλεις τέτοια να ακούς;
-Αυτό είναι άλλο τώρα. Τώρα υπάρχουνε πολλά. Και τώρα πες μου, αν θέλεις.
-Λες να μη θέλω να σου πω;
-Τότε γιατί διστάζεις;
-Δε φτάνει να μιλάω εγώ. Πρέπει να με ακούσεις.
-Ακούω, σου λέω. Απάντησε! Πότε με ερωτεύτηκες ξανά;
-Πρώτον, δεν έπαψα ποτέ. Ποτέ δεν το ένιωσα αυτό κάπως να λιγοστεύει.
-Ναι, μα τώρα λες πως είναι αλλιώς.
-Γιατί μόνο στα τώρα τα δικά σου μπορούν τα τώρα να είναι αλλιώς;
-Εντάξει, έχεις δίκιο.
-Δε θέλω δίκιο. Χόρτασα. Θέλω να κάνω λάθος.
-Λάθος στο πότε με ερωτεύτηκες ξανά.
-Όχι, λάθη δε γίνονται σε αυτά. Ας κάνω λάθος στα άλλα.
-Πάντως, τώρα απάντηση ακόμα δε μου δίνεις.
-Κι όμως, εγώ την έδωσα. Αν με άκουγες καλύτερα, τώρα δε θα ρωτούσες.
-Τι θες να πεις;
-Σου είχα πει, πως σε ερωτεύτηκα ξανά, την ώρα που χωρίζαμε.
-Τι λες; Πως γίνεται αυτό; Αφού διαφωνούσες.
-Γι’ αυτό ακριβώς και έγινε. Αλλιώς θα αδιαφορούσα.
-Πάλι περίεργα τα λες.
-Μπορεί. Αλλά τα λέω.
-Καλά, λοιπόν. Συνέχισε.
-Θυμάσαι, εκείνη τη βραδιά, τα λόγια που μου είπες;
-Κι εσένα δε σου άρεσαν.
-Δε μου άρεσαν όσα άκουσα, μα αγάπησα τα άλλα.
-Ποια άλλα; Πες, τι εννοείς; Δε σε καταλαβαίνω.
-Τα άλλα που μου έκρυψες. Αυτά που έχεις στο μυαλό. Αυτά που έχεις μέσα σου και πάντα θα αγαπάω. Αυτά που τότε σε έφεραν κοντά. Αυτά που τώρα σε παίρνουν μακριά μου. Θέλεις να ζήσεις. Να κυνηγήσεις. Να γευτείς. Θέλεις να κάνεις λάθος. Θέλεις να τριγυρίσεις. Να χαθείς. Οι χάρτες δε σε νοιάζουν. Θυμάσαι που με ρώτησες, πότε σε ερωτεύτηκα για πρώτη μου φορά; Θυμάσαι; Βενετία;
-Θυμάμαι, ναι. Δεν το ξεχνώ.
-Ε, και ετούτη τη φορά, πάλι το ίδιο είναι.
-Μα τώρα θέλω μόνη μου.
-Κι εγώ το ίδιο θέλω. Ας τριγυρίσουμε κι οι δυο, σαν «άδικες κατάρες». Μικρός ο κόσμος. Αστεία η ζωή. Αν δε χαθούμε τώρα εδώ, πως θα ξαναβρεθούμε;
-Και μέχρι τότε;
-Ως τότε εγώ θα σε αγαπώ. Θα μείνω ερωτευμένος.
-Και οι πληγές;
-Τις έχω πια κι αυτές ερωτευτεί. Αφού τις άνοιξες εσύ, κι αυτές τις αγαπάω.
-Και τώρα που είναι ανοιχτές;
-Αυτό το τώρα είναι αλλιώς, όπως θα έλεγες κι εσύ. Και ξέρεις τι αλλάζει;
-Ξέρω, αλλά δεν ξέρω αν συμφωνείς.
-Τώρα τα τώρα είναι δυο. Ένα αυτό που με ρωτάς. Και ένα που σου απαντάω. Κι εγώ σε ερωτεύομαι σε αυτά τα δύο τώρα. Γι’ αυτό και είναι πιο πολύ. Γι’ αυτό και το άλλο, το παλιό, μοιάζει με τόσο λίγο. Τότε, που ήταν ένα κι έφτανε, ήταν μόνο δικό μου. Τώρα έχω και το τώρα σου. Γι’ αυτό και δεν τελειώνει. Κι αν κάθε βράδυ ξεψυχά, ξαναγεννιέται το πρωί και πάλι ξεκινάει.
Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011
Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011
το φάντασμα
Ήταν Δευτέρα βράδυ, όταν με επισκέφτηκε το φάντασμα εκείνου του Μηχανικού και ήμουνα στο σπίτι. Όχι, δεν ήμουν στο δικό μου ακριβώς, αλλά στης αδερφής μου. Κάπου στο εξωτερικό ταξίδευε και μου είχε αφήσει τα κλειδιά να αλλάξω παραστάσεις. Να βλέπω θάλασσα, μόλις ξυπνάω το πρωί με ανοιχτά τα μάτια. Ήδη είχα μείνει δέκα μέρες σε αυτό το διαμέρισμα και την επόμενη η αδερφή μου θα επέστρεφε κι έπρεπε να το αφήσω. Έτσι δεν πήγα πουθενά και είπα το βράδυ μου στο σπίτι να περάσω, απολαμβάνοντας τη σαγηνευτική θέα στο σκοτεινό λιμάνι. Μα κάτι άλλο δεν είχα αρχίσει εδώ να γράφω; Α, ναι!
Εκείνο εκεί το βράδυ της Δευτέρας ήταν που με επισκέφτηκε στης αδερφής το σπίτι το φάντασμα εκείνου του Μηχανικού, την ώρα που εγώ χάζευα τη θέα στο λιμάνι. Δεν το έλεγες φάντασμα κανονικό το φάντασμα εκείνο, αφού και ο Μηχανικός που αντιπροσώπευε ποτέ ως άνθρωπος κανονικός στα αλήθεια δεν υπήρξε. Ήταν μονάχα ήρωας σε κάποια ιστορία γελοία πολύ και τραγική και δημοσιευμένη, μες στην οποία ο μη άνθρωπος αυτός είχε, μετά από μια άδοξη ζωή, ένα μακάβριο τέλος, που όσο να ‘ναι την ιστορία μου την βόλευε, να πούμε την αλήθεια. Έτσι κι εγώ θα πίστευα πως με έναν τέτοιο θάνατο φριχτό και αποτρόπαιο που του είχα επιφυλάξει, μάλλον δε θα έτρεφε αισθήματα πολύ ευγενικά για το δημιουργό του.
Κι όμως, το πνεύμα του Μηχανικού ήρθε να με επισκεφτεί εκείνη τη Δεύτερα με φιλική διάθεση και όχι με άδεια χέρια. Εντάξει, λιγάκι στην αρχή με τρόμαξε, έτσι όπως είδα ξαφνικά μπροστά μου τη μορφή αυτή που έμοιαζε με πάζλ απαίσιο κακοσχηματισμένο – κάποια κομμάτια του μάλλον είχαν ξεχαστεί βαθιά στου πηγαδιού τον πάτο. Ύστερα, αφού ηρέμησα, τον ρώτησα τί κάνει, πώς κι από εδώ και άλλα τέτοια τυπικά, έτσι να σπάσει ο πάγος. «Καλά, εσείς τι κάνετε; Γράφετε κάτι τώρα;» Κάτι σκαλίζω, είπα να πω, μα είπα ότι να ‘ναι. Μπα, το παράτησα το σπορ, το έριξα στο σκάκι. «Το ξέρω. Και άλλωστε, για το λόγο αυτό πήρα το θάρρος να σας δω. Σας έφερα ένα δώρο.» Δεν είναι ανάγκη, σας παρακαλώ! Αλήθεια, δε βλέπω κάτι να κρατάτε. Μάλλον τα λόγια μου τον πρόσβαλαν και άρχισε να φωνάζει. «Κι αυτό τι είναι, ρε άνθρωπε; Πλάκα μου κάνεις τώρα;» Αυτό το ποιο; «Αυτό αυτό!», απάντησε και πάνω στο τραπέζι μου κοπάνησε το φάντασμα του δώρου. Α, μάλιστα! Κατάλαβα. Και δε μου λέτε, τι είναι αυτό; Κάρτα αλλαγής δε βλέπω. «Είναι μία σκακιέρα αόρατη. Γιατί; Δε σας αρέσει;» Τι λέτε τώρα; Θα σας κόστισε μία περιουσία.
Φάνηκε να αγνοεί την ειρωνεία μου και απέναντί μου στρώθηκε τρίβοντας τις παλάμες. «Ελάτε τώρα! Ας παίξουμε οι δυο μας μια παρτίδα. Κι ας βάλουμε ένα στοίχημα, να πάει καλά ο χρόνος!» Ποιος χρόνος; Είναι Μάιος! Κι εγώ στοιχήματα άλλα με νεκρούς είπα, δεν ξαναβάζω. Είδα ένα δάκρυ να κυλά και δάγκωσα τη γλώσσα. Εντάξει, το παράκανα. Στο κάτω-κάτω ήμουν εγώ που έβαλα να τον φάνε. Κύριε, συγχωρέστε με! Δεν ξέρω πια τι λέω. Στήστε τα εσείς και έρχομαι. Πάω να κατουρήσω.
Όσο έπλενα τα χέρια, το σκέφτηκα καλύτερα κι είπα, τι έχω να χάσω; Θα έκανα το χατίρι του, θα έπεφτα για ύπνο και την επόμενη με καθαρό –λέμε τώρα- μυαλό, θα έκαιγα όλα τα αντίτυπα από το Σχέδιο Τρόμου.
Γύρισα και τον βρήκα να περιμένει στο σαλόνι ανυπόμονος και να χαμογελάει. «Παίζετε πρώτος, κύριε!» Ε, βέβαια, αφού εγώ έχω τα λευκά. Τι είχα πιει, γαμώτο, όταν τον έφτιαχνα αυτόν και βγήκε βαρεμένος;
Έξι κινήσεις ήτανε μάλλον αρκετές. Φώναξε «Ματ!» και άρχισε αμέσως να πανηγυρίζει σα μικρό παιδί το δίκαιο θρίαμβό του. Γρήγορα, όμως, συνήλθε και απότομα σοβάρεψε. Και τότε τι μου λέει; «Το έχασες το στοίχημα. Ώρα για να πληρώσεις!» Ποιο στοίχημα; Και πως προέκυψε ο ενικός; Μήπως πήραμε θάρρος; «Κάτσε και γράψε τώρα μια καλύτερη για μένα ιστορία! Κάτι που να είμαι εγώ ο νικητής κι οι άλλοι να με τρέμουν!» Τι λες, ρε φίλε, τώρα; Γίνονται αυτά τα πράγματα; Τι είναι η λογοτεχνία; «Δε με ενδιαφέρει εμένα. Αφού έπαιξες και έχασες, πρέπει και να πληρώσεις.» Καλά, καλά. Άσε με λίγο και θα δω, τι θα μπορούσε να συμβεί με την περίπτωση σου. «Εντάξει. Ε, να πηγαίνω τώρα και εγώ, μη σας κουράζω άλλο.»
Κι ενώ γύριζε πίσω στις ευγένειες κι από το σπίτι ετοιμαζότανε να φύγει, σκέφτηκα να του κάνω μια ερώτηση, μη μείνω με την απορία. Και δε μου λες, αν κέρδιζα εγώ, εσύ μετά τι θα έκανες για μένα; «Μα, ό,τι μου ζητούσατε. Γιατί; Μήπως γυρεύετε ρεβάνς;» Κάθισε κάτω, σε παρακαλώ! Δε σε πειράζει, αν έπαιρνα τώρα εγώ τα μαύρα;
Εκείνο εκεί το βράδυ της Δευτέρας ήταν που με επισκέφτηκε στης αδερφής το σπίτι το φάντασμα εκείνου του Μηχανικού, την ώρα που εγώ χάζευα τη θέα στο λιμάνι. Δεν το έλεγες φάντασμα κανονικό το φάντασμα εκείνο, αφού και ο Μηχανικός που αντιπροσώπευε ποτέ ως άνθρωπος κανονικός στα αλήθεια δεν υπήρξε. Ήταν μονάχα ήρωας σε κάποια ιστορία γελοία πολύ και τραγική και δημοσιευμένη, μες στην οποία ο μη άνθρωπος αυτός είχε, μετά από μια άδοξη ζωή, ένα μακάβριο τέλος, που όσο να ‘ναι την ιστορία μου την βόλευε, να πούμε την αλήθεια. Έτσι κι εγώ θα πίστευα πως με έναν τέτοιο θάνατο φριχτό και αποτρόπαιο που του είχα επιφυλάξει, μάλλον δε θα έτρεφε αισθήματα πολύ ευγενικά για το δημιουργό του.
Κι όμως, το πνεύμα του Μηχανικού ήρθε να με επισκεφτεί εκείνη τη Δεύτερα με φιλική διάθεση και όχι με άδεια χέρια. Εντάξει, λιγάκι στην αρχή με τρόμαξε, έτσι όπως είδα ξαφνικά μπροστά μου τη μορφή αυτή που έμοιαζε με πάζλ απαίσιο κακοσχηματισμένο – κάποια κομμάτια του μάλλον είχαν ξεχαστεί βαθιά στου πηγαδιού τον πάτο. Ύστερα, αφού ηρέμησα, τον ρώτησα τί κάνει, πώς κι από εδώ και άλλα τέτοια τυπικά, έτσι να σπάσει ο πάγος. «Καλά, εσείς τι κάνετε; Γράφετε κάτι τώρα;» Κάτι σκαλίζω, είπα να πω, μα είπα ότι να ‘ναι. Μπα, το παράτησα το σπορ, το έριξα στο σκάκι. «Το ξέρω. Και άλλωστε, για το λόγο αυτό πήρα το θάρρος να σας δω. Σας έφερα ένα δώρο.» Δεν είναι ανάγκη, σας παρακαλώ! Αλήθεια, δε βλέπω κάτι να κρατάτε. Μάλλον τα λόγια μου τον πρόσβαλαν και άρχισε να φωνάζει. «Κι αυτό τι είναι, ρε άνθρωπε; Πλάκα μου κάνεις τώρα;» Αυτό το ποιο; «Αυτό αυτό!», απάντησε και πάνω στο τραπέζι μου κοπάνησε το φάντασμα του δώρου. Α, μάλιστα! Κατάλαβα. Και δε μου λέτε, τι είναι αυτό; Κάρτα αλλαγής δε βλέπω. «Είναι μία σκακιέρα αόρατη. Γιατί; Δε σας αρέσει;» Τι λέτε τώρα; Θα σας κόστισε μία περιουσία.
Φάνηκε να αγνοεί την ειρωνεία μου και απέναντί μου στρώθηκε τρίβοντας τις παλάμες. «Ελάτε τώρα! Ας παίξουμε οι δυο μας μια παρτίδα. Κι ας βάλουμε ένα στοίχημα, να πάει καλά ο χρόνος!» Ποιος χρόνος; Είναι Μάιος! Κι εγώ στοιχήματα άλλα με νεκρούς είπα, δεν ξαναβάζω. Είδα ένα δάκρυ να κυλά και δάγκωσα τη γλώσσα. Εντάξει, το παράκανα. Στο κάτω-κάτω ήμουν εγώ που έβαλα να τον φάνε. Κύριε, συγχωρέστε με! Δεν ξέρω πια τι λέω. Στήστε τα εσείς και έρχομαι. Πάω να κατουρήσω.
Όσο έπλενα τα χέρια, το σκέφτηκα καλύτερα κι είπα, τι έχω να χάσω; Θα έκανα το χατίρι του, θα έπεφτα για ύπνο και την επόμενη με καθαρό –λέμε τώρα- μυαλό, θα έκαιγα όλα τα αντίτυπα από το Σχέδιο Τρόμου.
Γύρισα και τον βρήκα να περιμένει στο σαλόνι ανυπόμονος και να χαμογελάει. «Παίζετε πρώτος, κύριε!» Ε, βέβαια, αφού εγώ έχω τα λευκά. Τι είχα πιει, γαμώτο, όταν τον έφτιαχνα αυτόν και βγήκε βαρεμένος;
Έξι κινήσεις ήτανε μάλλον αρκετές. Φώναξε «Ματ!» και άρχισε αμέσως να πανηγυρίζει σα μικρό παιδί το δίκαιο θρίαμβό του. Γρήγορα, όμως, συνήλθε και απότομα σοβάρεψε. Και τότε τι μου λέει; «Το έχασες το στοίχημα. Ώρα για να πληρώσεις!» Ποιο στοίχημα; Και πως προέκυψε ο ενικός; Μήπως πήραμε θάρρος; «Κάτσε και γράψε τώρα μια καλύτερη για μένα ιστορία! Κάτι που να είμαι εγώ ο νικητής κι οι άλλοι να με τρέμουν!» Τι λες, ρε φίλε, τώρα; Γίνονται αυτά τα πράγματα; Τι είναι η λογοτεχνία; «Δε με ενδιαφέρει εμένα. Αφού έπαιξες και έχασες, πρέπει και να πληρώσεις.» Καλά, καλά. Άσε με λίγο και θα δω, τι θα μπορούσε να συμβεί με την περίπτωση σου. «Εντάξει. Ε, να πηγαίνω τώρα και εγώ, μη σας κουράζω άλλο.»
Κι ενώ γύριζε πίσω στις ευγένειες κι από το σπίτι ετοιμαζότανε να φύγει, σκέφτηκα να του κάνω μια ερώτηση, μη μείνω με την απορία. Και δε μου λες, αν κέρδιζα εγώ, εσύ μετά τι θα έκανες για μένα; «Μα, ό,τι μου ζητούσατε. Γιατί; Μήπως γυρεύετε ρεβάνς;» Κάθισε κάτω, σε παρακαλώ! Δε σε πειράζει, αν έπαιρνα τώρα εγώ τα μαύρα;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)