Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011
Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011
café de la luz
«Η Μαδρίτη είναι μια πόλη ασφαλής», έλεγε δείχνοντας με τον αντίχειρά του το παράθυρο. «Σκέψου, τώρα είναι σαν να είμαστε στην Ευριπίδου στην Αθήνα. Θα κυκλοφορούσες εσύ έτσι στην Ευρυπίδου;» Πως έτσι, δηλαδή; Συνέχισε με τις αναγωγές του απτόητος, αδιαφορώντας για την εύλογη, πιστεύω, απορία μου, «Η Σολ, σκέψου, είναι σαν την Ομόνοια. Υπάρχει περίπτωση να κατέβεις εσύ έτσι βόλτα στην Ομόνοια βραδιάτικα;» Κι εκεί που μένουν τα κορίτσια; «Η Πλάθα ντ’ Εσπάνια; Ομόνοια κι αυτή.» Τόση πολύ ομόνοια σε μια και μόνη πόλη; Μα τα κορίτσια μου είπαν να προσέχω, πως κλέβουν, λένε, στο μετρό. «Ε, άμα δεν προσέχεις, θα σε κλέψουνε. Αυτό παντού συμβαίνει. Τι φταίνε τα κλεφτρόνια, αν είσαι εσύ απρόσεχτος; Σου λέω, γενικά, η πόλη είναι από τις πλέον ασφαλείς πρωτεύουσες. Μα, αν ψάχνεις στ’ αλήθεια μια αφορμή για να ‘χεις να φοβάσαι, σου έχω κάτι εξαιρετικό.» Μάλιστα! Εδώ είμαστε. Άναψα το τσιγάρο, που τόση ώρα μέσα στα δάχτυλά μου στριφογύριζα, και ήρθα πιο κοντά του. «Τι κάνεις; Ξέχασες; Το κάπνισμα εδώ απαγορεύεται;» Μάλλον εσύ ξεχνάς πως είμαστε αόρατοι. «Ναι, αλλά όλοι βλέπουν τον καπνό που βγάζει το τσιγάρο σου.» Ε, τότε, αν θέλουν, ας πετάξουν έξω τον καπνό! Εμάς δε μας πειράζουν. Λέγε επιτέλους, όμως, τι είναι αυτό που πρέπει να φοβάμαι; Κοίταξε δυο φορές αριστερά και δεξιά καχύποπτα, λες και υπήρχε έστω και μια ελάχιστη περίπτωση, ακόμα και ορατοί να ήμασταν, κάποιος εμάς, από όλους τους θαμώνες του καφέ, να μας κατασκοπεύει, και ύστερα το ξεστόμισε: «Οι άνθρωποι-αγάλματα!» Οι ποιοι; «Αυτοί, μωρέ, που παριστάνουν στις πλατείες τα αγάλματα.» Τι θες να πεις; Δεν είναι αγάλματα στ’ αλήθεια; «Άσε τις χαζομάρες! Μιλάω σοβαρά. Το μόνο πράγμα μες στην πόλη αυτή που πρέπει να φοβάσαι είναι όλα αυτά τα αγάλματα που κάνουν τους ανθρώπους» Ήπιες πολύ και άρχισες τα λόγια να μπερδεύεις; «Καμία σχέση κι ούτε καν. Κι αν δεν πιστεύεις, σου έχω για απόδειξη έτοιμη μια ιστορία.» Το πράγμα τότε αλλάζει. Για λέγε, σε παρακαλώ!
«Πριν από ένα χρόνο στη Πλάθα Μαγιόρ είχε εμφανιστεί ένας από ετούτους τους απρόσκλητους, τους καλλιτέχνες δρόμου. Κανείς δεν ήξερε από πού μας είχε ‘ρθει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ ποιο ήταν το όνομά του. Έτσι μας ήρθε ξαφνικά, στήθηκε δίπλα στα σκαλοπάτια του μετρό και άρχισε υποδειγματικά να παριστάνει τη μπρούτζινη φιγούρα ενός άγνωστου Καστιλιάνου ποιητή, που είχε πεθάνει νέος και ο οποίος κατοικούσε μάλιστα, όσο τουλάχιστον ήταν εν ζωή, σε κάποιο από τα παράθυρα που έβλεπαν στην πλατεία. Η αλήθεια είναι πως την πρώτη μέρα ο κόσμος λίγη του είχε δώσει προσοχή. Οι πιο πολλοί περνούσαν από δίπλα του αδιάφοροι κοιτώντας τη δουλειά τους και οι ελάχιστοι αργόσχολοι, αφού του έριχναν μια βιαστική ματιά, γρήγορα έστρεφαν το ενδιαφέρον τους σε άλλους αγαλμανθρώπους. Κάποια στιγμή, έπεσε η νύχτα στου βασιλείου μας την ένδοξη πρωτεύουσα και όλοι εκείνοι, οι υπαίθριοι ηθοποιοί, κατέβηκαν από τα βάθρα τους τα αυτοσχέδια, κατάκοποι από την έντεχνη μακρά ακινησία. Τεντώθηκαν, ξεμουδιάσανε τα αγκυλωμένα σώματά τους και διακριτικά απομακρύνθηκαν από την πλακόστρωτη δημόσια σκηνή, για να ικανοποιήσουν πολύ ιδιωτικά τις βιολογικές ανάγκες τους. Όμως ο άγνωστος, που έφτασε από το πουθενά, παρέμεινε στη θέση του, πεισματικά επιμένοντας σ το ακλόνητό του θέαμα μέχρι το επόμενο πρωί, όπου η πόλη έκπληκτη τον βρήκε έτσι ακριβώς, όπως τον είχε αφήσει. Αυτό επαναλήφθηκε σχεδόν για μια βδομάδα, μέχρι που άρχισαν να ανησυχούνε οι περαστικοί για την υγεία του και οι συνάδελφοί του να νιώθουν πως τα συμφέροντα τους απειλούνται. Περνούσανε οι μέρες και ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται τριγύρω του και πλέον με κόπο δυσκολεύονταν να κρύψουνε το θαυμασμό τους ακόμα και οι πιο δύσπιστοι, ακόμα και αυτοί που μέχρι χθες δεν ξεχωρίζανε αγάλματα και αλήτες. Τα ζευγαράκια άρχισαν να φωτογραφίζονται στο πλάι του, τα πιτσιρίκια παίζανε κρυφτό γύρω από τη σκιά του και μέσα σε ένα μήνα ακόμα και οι τουρίστες τον περιλαμβάνανε στης πόλης τα μνημεία και τα αξιοπερίεργα. Τους άλλους τους ανθρώπους που παραστάνανε τα αγάλματα πλέον τους αγνοούσαν κι αυτό, όπως καλά γνωρίζεις και εσύ, οι καλλιτέχνες –κι αυτοί του δρόμου ακόμα- σπάνια συγχωρούνε. Οπότε μάλλον μπορείς να τη μαντέψεις τη συνέχεια. Μαζεύτηκαν μια Κυριακή απόγευμα στο κέντρο της πλατείας και έκαναν συμβούλιο. Ήταν πολύ αστείο στ’ αλήθεια και τρομακτικό να τους παρατηρείς όλους αυτούς τους πέτρινους και τους επίχρυσους ηθοποιούς να κουβεντιάζουν και να επιχειρηματολογούν αναζητώντας λύση. Στο τέλος καταλήξανε σε μυστική απόφαση και αμίλητοι σκορπίσανε σε όλους τους γύρω δρόμους. Ο κόσμος πίστεψε πως είχαν όλοι τους πια παραιτηθεί μπροστά στου ξένου την εξωπραγματική ανωτερότητα. Κι όμως, για ακόμα μια φορά πίστεψε ο κόσμος λάθος. Μέσα στη νύχτα όλοι μαζί επέστρεψαν στον τόπο του μέλλοντος εγκλήματος, μαζεύτηκαν γύρω από τον παρείσακτο με γάντζους και σχοινιά κι αφού τον έδεσαν σφιχτά, αθροίσανε όλη τη δύναμη του δρόμου, τον τράβηξαν κοντά τους και τον γκρέμισαν. Αυτός, πέφτοντας πάνω στο πλακόστρωτο, έσπασε μονομιάς σε εκατό κομμάτια, τα οποία οι άλλοι τα μάζεψαν πολύ προσεχτικά, να μην τυχόν τα βρει ο κόσμος το πρωί και -όπως το έχει για συνήθεια- δώσει στα θρύψαλα της απειλής ακόμα μεγαλύτερη αξία. Έτσι, την άλλη μέρα ολόκληρη η πόλη επέστρεψε στους γνώριμους ρυθμούς και ως το τέλος της βδομάδας κανένας δε θυμόταν τη μικρή αυτή παρεκτροπή και όλα ξεχαστήκαν.»
Ταυτόχρονα σχεδόν με την αφήγηση τελείωσε και η μπύρα μέσα στο ποτήρι μου. Τέντωσα το χέρι πίσω από το μπαρ να το ξαναγεμίσω και τότε άκουσα μια έντρομη στριγκλιά κι αμέσως είδα στο καθρέφτη απέναντι το είδωλό μου σιγά-σιγά να επιστρέφει. Δυο τρία δάχτυλα, το ένα μάτι, λίγο από το λαιμό, όχι σπουδαία πράγματα, μα ικανά να σπείρουνε τον τρόμο. Η επίδραση μάλλον των χαπιών είχε εξασθενήσει. Ο φίλος ήδη φορούσε το παλτό. Σηκώθηκα κι εγώ. Ανοίξαμε την πόρτα κι αφήνοντάς πίσω από την πλάτη μας κατάρες και βρισιές, χαθήκαμε στου Κάγιε Μπάρκο το ημίφως.
«Πριν από ένα χρόνο στη Πλάθα Μαγιόρ είχε εμφανιστεί ένας από ετούτους τους απρόσκλητους, τους καλλιτέχνες δρόμου. Κανείς δεν ήξερε από πού μας είχε ‘ρθει. Κανένας δεν έμαθε ποτέ ποιο ήταν το όνομά του. Έτσι μας ήρθε ξαφνικά, στήθηκε δίπλα στα σκαλοπάτια του μετρό και άρχισε υποδειγματικά να παριστάνει τη μπρούτζινη φιγούρα ενός άγνωστου Καστιλιάνου ποιητή, που είχε πεθάνει νέος και ο οποίος κατοικούσε μάλιστα, όσο τουλάχιστον ήταν εν ζωή, σε κάποιο από τα παράθυρα που έβλεπαν στην πλατεία. Η αλήθεια είναι πως την πρώτη μέρα ο κόσμος λίγη του είχε δώσει προσοχή. Οι πιο πολλοί περνούσαν από δίπλα του αδιάφοροι κοιτώντας τη δουλειά τους και οι ελάχιστοι αργόσχολοι, αφού του έριχναν μια βιαστική ματιά, γρήγορα έστρεφαν το ενδιαφέρον τους σε άλλους αγαλμανθρώπους. Κάποια στιγμή, έπεσε η νύχτα στου βασιλείου μας την ένδοξη πρωτεύουσα και όλοι εκείνοι, οι υπαίθριοι ηθοποιοί, κατέβηκαν από τα βάθρα τους τα αυτοσχέδια, κατάκοποι από την έντεχνη μακρά ακινησία. Τεντώθηκαν, ξεμουδιάσανε τα αγκυλωμένα σώματά τους και διακριτικά απομακρύνθηκαν από την πλακόστρωτη δημόσια σκηνή, για να ικανοποιήσουν πολύ ιδιωτικά τις βιολογικές ανάγκες τους. Όμως ο άγνωστος, που έφτασε από το πουθενά, παρέμεινε στη θέση του, πεισματικά επιμένοντας σ το ακλόνητό του θέαμα μέχρι το επόμενο πρωί, όπου η πόλη έκπληκτη τον βρήκε έτσι ακριβώς, όπως τον είχε αφήσει. Αυτό επαναλήφθηκε σχεδόν για μια βδομάδα, μέχρι που άρχισαν να ανησυχούνε οι περαστικοί για την υγεία του και οι συνάδελφοί του να νιώθουν πως τα συμφέροντα τους απειλούνται. Περνούσανε οι μέρες και ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται τριγύρω του και πλέον με κόπο δυσκολεύονταν να κρύψουνε το θαυμασμό τους ακόμα και οι πιο δύσπιστοι, ακόμα και αυτοί που μέχρι χθες δεν ξεχωρίζανε αγάλματα και αλήτες. Τα ζευγαράκια άρχισαν να φωτογραφίζονται στο πλάι του, τα πιτσιρίκια παίζανε κρυφτό γύρω από τη σκιά του και μέσα σε ένα μήνα ακόμα και οι τουρίστες τον περιλαμβάνανε στης πόλης τα μνημεία και τα αξιοπερίεργα. Τους άλλους τους ανθρώπους που παραστάνανε τα αγάλματα πλέον τους αγνοούσαν κι αυτό, όπως καλά γνωρίζεις και εσύ, οι καλλιτέχνες –κι αυτοί του δρόμου ακόμα- σπάνια συγχωρούνε. Οπότε μάλλον μπορείς να τη μαντέψεις τη συνέχεια. Μαζεύτηκαν μια Κυριακή απόγευμα στο κέντρο της πλατείας και έκαναν συμβούλιο. Ήταν πολύ αστείο στ’ αλήθεια και τρομακτικό να τους παρατηρείς όλους αυτούς τους πέτρινους και τους επίχρυσους ηθοποιούς να κουβεντιάζουν και να επιχειρηματολογούν αναζητώντας λύση. Στο τέλος καταλήξανε σε μυστική απόφαση και αμίλητοι σκορπίσανε σε όλους τους γύρω δρόμους. Ο κόσμος πίστεψε πως είχαν όλοι τους πια παραιτηθεί μπροστά στου ξένου την εξωπραγματική ανωτερότητα. Κι όμως, για ακόμα μια φορά πίστεψε ο κόσμος λάθος. Μέσα στη νύχτα όλοι μαζί επέστρεψαν στον τόπο του μέλλοντος εγκλήματος, μαζεύτηκαν γύρω από τον παρείσακτο με γάντζους και σχοινιά κι αφού τον έδεσαν σφιχτά, αθροίσανε όλη τη δύναμη του δρόμου, τον τράβηξαν κοντά τους και τον γκρέμισαν. Αυτός, πέφτοντας πάνω στο πλακόστρωτο, έσπασε μονομιάς σε εκατό κομμάτια, τα οποία οι άλλοι τα μάζεψαν πολύ προσεχτικά, να μην τυχόν τα βρει ο κόσμος το πρωί και -όπως το έχει για συνήθεια- δώσει στα θρύψαλα της απειλής ακόμα μεγαλύτερη αξία. Έτσι, την άλλη μέρα ολόκληρη η πόλη επέστρεψε στους γνώριμους ρυθμούς και ως το τέλος της βδομάδας κανένας δε θυμόταν τη μικρή αυτή παρεκτροπή και όλα ξεχαστήκαν.»
Ταυτόχρονα σχεδόν με την αφήγηση τελείωσε και η μπύρα μέσα στο ποτήρι μου. Τέντωσα το χέρι πίσω από το μπαρ να το ξαναγεμίσω και τότε άκουσα μια έντρομη στριγκλιά κι αμέσως είδα στο καθρέφτη απέναντι το είδωλό μου σιγά-σιγά να επιστρέφει. Δυο τρία δάχτυλα, το ένα μάτι, λίγο από το λαιμό, όχι σπουδαία πράγματα, μα ικανά να σπείρουνε τον τρόμο. Η επίδραση μάλλον των χαπιών είχε εξασθενήσει. Ο φίλος ήδη φορούσε το παλτό. Σηκώθηκα κι εγώ. Ανοίξαμε την πόρτα κι αφήνοντάς πίσω από την πλάτη μας κατάρες και βρισιές, χαθήκαμε στου Κάγιε Μπάρκο το ημίφως.
Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011
μια χρισταπριλιάτικη ιστορία που θα άρχιζε κάπως έτσι:
Ύστερα από αυτά, ο κόσμος που μέχρι τότε είχε παραμείνει για αιώνες αδρανής και αμετανόητος, άρχισε ξαφνικά να αλλάζει. Και ο ρυθμός της αλλαγής με την φρενίτιδα της κίνησης των ουρανίων σωμάτων μπορούσε να συγκριθεί μονάχα. Οι ανατροπές αυτές, όμως, που ο κόσμος με πάθος και μανία κυνηγούσε, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά αντικαταστάσεις των τόσο μισητών εκείνη τη στιγμή, μα κάποτε τόσο στ’ αλήθεια λατρεμένων, δεδομένων του. Έτσι, αντί της αφοσίωσης επέλεξαν την υπακοή, αντί της δέσμευσης τη συναλλαγή, τη σύμβαση αντί της συμφωνίας και την αντιπαροχή αντί της ανταπόκρισης. Οι ψαλμοί παραχώρησαν τη θέση τους στις προβλέψεις και οι όρκοι στις στατιστικές. Χάθηκε η υπομονή, εξαφανίστηκε η εμπιστοσύνη και στο τέλος, μοιραία, έπαψε και η πίστη να υπάρχει. Οι ναοί άδειασαν αιφνιδιαστικά από των πιστών τις προσευχές και οι θεοί τους άλλαξαν διευθύνσεις και επαγγέλματα. Κάποιοι από αυτούς τους βρήκε το αναποδογύρισμα του κόσμου σωστά προετοιμασμένους και έστειλαν τους ιερείς και τους αγγέλους τους στις γειτονιές να διαλαλήσουν την τροποποίηση των μυστικών αποκαλύψεων. Και οι άνθρωποι βολεύτηκαν πολύ με αυτήν την θεία ευελιξία και άρχισαν να αναζητούν διευθυντές και τεχνοκράτες σε αυτούς που μέχρι χθες αφήναν να τους επισκεφτούν στα προσκεφάλια τους για να ανταλλάξουν τα όνειρά τους με των σκιών τις προφητείες. Απαλλαγμένος από το αβάσταχτο φορτίο των περιττών και αμετάφραστων πραγμάτων, ο κόσμος κράτησε από το μεταφυσικό του παρελθόν μόνο όσα μπορούσαν να κινήσουνε την αγορά και να οδηγήσουν στην παραγωγή νέων ειδών και προϊόντων. Είπε ο κόσμος, «γιατί να πιστέψω στο Θεό, αφού εκείνος σε εμένα δε πιστεύει;» και ούτε στιγμή δε σκέφτηκε την πίστη του στον εαυτό του να την στρέψει. Είπαν οι άνθρωποι, «γιατί να έχουμε τόσους αγίους πάνω από τα κεφάλια μας, αφού κανένας από αυτούς ως σήμερα τις θυσίες μας δεν ήρθε να ανταμείψει» και ούτε που τόλμησαν ποτέ να φανταστούν πως είναι δυνατό να ζήσουν χωρίς να συνεχίζουν της ζωής τους τις στιγμές για πάντα να θυσιάζουν. Και έτσι, αφού το σκέφτηκαν καλά, το αποφάσισαν να διαγράψουν όλους εκείνους τους κοκαλιάρηδες και τους γενειοφόρους μάρτυρες και θαυματοποιούς και να κρατήσουν μόνο τους πιο ανοιχτοχέρηδες. Και κάπως έτσι διάλεξαν τον πιο γελοίο και καραγκιόζη άγιο και όχι μόνο τον αναβαθμίσανε, αλλά τον βάλανε και να τους επισκέπτεται έξι φορές το χρόνο, για να μοιράζει στα παιδάκια τους όλα εκείνα που οι ίδιοι ποτέ δε θα ήταν ικανοί για να τους τα προσφέρουν.
Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011
ο φίλος
Την περασμένη άνοιξη, περπατώντας βαθιά στις γειτονιές μιας κοιμισμένης επαρχίας, συνάντησα έναν γέρο που μιλούσε με τον άνεμο, ενώ κλάδευε τις τριανταφυλλιές της όμορφης αυλής του. Τόσο ο ρυθμός του λόγου του όσο και οι αποχρώσεις της φωνής του πρόδιδαν έναν συντεταγμένο, μα αλλόκοτο, διάλογο με κάποια ύπαρξη αόρατη. Στάθηκα έξω από τα κάγκελα προσπαθώντας μήπως και καταλάβω τι ακριβώς συνέβαινε, μέχρι που ο παππούς κάποια στιγμή με πρόσεξε, διέκοψε τη απόκοσμη συζήτησή του με το τίποτα και μου είπε καλημέρα, χωρίς να κρύψει, όμως, την αμηχανία του. Για να μην τον απαλλάξω από περιττές απολογίες της ντροπής, έδειξα δήθεν πως είχε γοητευτεί από την πλούσια αυλή και τα λουλούδια της. Με ρώτησε αν θέλω ένα τριαντάφυλλο και ενώ εγώ διστακτικά αναζητούσα τη σωστή απάντηση, εκείνος έκοψε ένα στα γρήγορα και με πλησίασε προσφέροντάς το μου ανάμεσα από τα κάγκελα. Σκέφτηκα πως πιο πολύ το έκανε για να με διώξει μια ώρα αρχύτερα από μπροστά του, παρά από ευγένεια και γενναιοδωρία, μα η επόμενη κουβέντα του αμέσως μου απέδειξε πόσο λάθος είχα στ’ αλήθεια κάνει. «Αν δεν υπάρχει όμορφη, ας το κρατήσει ο ίδιος!», είπε κοιτάζοντας κάπως ενοχλημένος κάπου πίσω από την πλάτη του, κάνοντας μηχανικά το βλέμμα μου να ακολουθήσει το δικό του. Ο αόρατος ήταν ακόμα δίπλα του, εκεί και επέμενε να μην εγκαταλείπει τη σκηνή και το διάλογο. «Είναι φορές που του αρέσει να γκρινιάζει, μα κατά βάθος είναι καλό παιδί», απολογήθηκε ο γέρος δείχνοντας με το σκουριασμένο ψαλίδι του το κενό. «Δε πειράζει! Μπορεί, μέχρι να μαραθεί, να βρω κι εγώ μια όμορφη και να της το χαρίσω», είπα κάνοντας μάλλον και τους δυο τους να γελάσουν, ενώ έσφιγγα τα αγκάθια μέσα στην παλάμη μου, μήπως και ο πόνος με κρατήσει σε απόσταση από τα σύνορα της τρέλας. Είπα ευχαριστώ, χαιρέτησα και άρχισα να απομακρύνομαι, ενώ πίσω μου, μέσα στη μαγική αυλή, έμοιαζε η κουβέντα και πάλι να ανάβει.
Η ικανότητα και η τάση των μικρών παιδιών να κατασκευάζουν υπάρξεις με τη φαντασία τους οφείλεται σε μία από τις έμφυτες υπερδυνάμεις, που ο ανθρώπινος οργανισμός, στη συνέχεια και κατά τη διαδικασία της ωρίμανσης και της προσαρμογής του στα κεκτημένα του πολιτισμού, επιλέγει έστω και ασυνείδητα να αποβάλει. Η αναγέννηση της τάσης και της ικανότητας αυτής κατά τα στάδια της γήρανσης ίσως και να έχει να κάνει τελικά με τη σταδιακή κατάργηση όλων εκείνων των δεσμών που συνδέουν των ανθρώπων τις συμπεριφορές με τις συμβάσεις της ζωής και της οργανωμένης κοινωνίας. Ο παππούς της παραπάνω ιστορίας, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, λίγο πριν από τη δύση της ζωής, φαίνεται πως επέλεξε να ξαναβρεί τον χαμένο φανταστικό του φίλο, που είχε εγκαταλείψει πριν από ολόκληρες επτά δεκαετίες. Και σίγουρα, ύστερα από τόσο πολύ καιρό, είχαν τόσα πολλά να πουν οι δυο τους.
Η ικανότητα και η τάση των μικρών παιδιών να κατασκευάζουν υπάρξεις με τη φαντασία τους οφείλεται σε μία από τις έμφυτες υπερδυνάμεις, που ο ανθρώπινος οργανισμός, στη συνέχεια και κατά τη διαδικασία της ωρίμανσης και της προσαρμογής του στα κεκτημένα του πολιτισμού, επιλέγει έστω και ασυνείδητα να αποβάλει. Η αναγέννηση της τάσης και της ικανότητας αυτής κατά τα στάδια της γήρανσης ίσως και να έχει να κάνει τελικά με τη σταδιακή κατάργηση όλων εκείνων των δεσμών που συνδέουν των ανθρώπων τις συμπεριφορές με τις συμβάσεις της ζωής και της οργανωμένης κοινωνίας. Ο παππούς της παραπάνω ιστορίας, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο, λίγο πριν από τη δύση της ζωής, φαίνεται πως επέλεξε να ξαναβρεί τον χαμένο φανταστικό του φίλο, που είχε εγκαταλείψει πριν από ολόκληρες επτά δεκαετίες. Και σίγουρα, ύστερα από τόσο πολύ καιρό, είχαν τόσα πολλά να πουν οι δυο τους.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)