Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

Torres Blancas: Οι λάτρεις της μοντέρνας αρχιτεκτονικής σίγουρα θα βρούνε τη χαρά τους, καθώς όλα τα σύγχρονα ρεύματα εκπροσωπούνται επάξια σε διάφορες κατασκευές, δημόσιες και ιδιωτικές, τόσο στο κέντρο όσο και στα προάστια της καστιλλιάνικης μητρόπολης. Άλλωστε, οι ισπανοί αρχιτέκτονες και οι σχολές που εκπροσωπούν είναι γνωστό πως βρίσκονται στην πρωτοπορία εδώ και δεκαετίες. Puerta de Europa, Torre Picasso, Barajas, Caixa Forum, Torre de Cristal και δεκάδες άλλα σήματα κατατεθέντα της σπουδαίας αυτής παραγωγής μαρτυρούν την ραγδαία και εξωστρεφή ανάπτυξη που γνώρισε η Ισπανία από την πτώση του φρανκικού καθεστώτος και μέχρι πριν από δυο-τρία χρόνια, οπότε και κατέρρευσε ολοκληρωτικά ο κλάδος της οικοδομής, παρασύροντας τα πάντα στο χάος της ανεργίας και της ύφεσης. Κι αν θεωρείτε πως τα περισσότερα από αυτά δεν είναι παρά ματαιόδοξες και φλύαρες αρχιτεκτονιές, δεν έχετε παρά να πάρετε την πορτοκαλί γραμμή του μετρό και να κατέβετε στη στάση Carthagena. Οι Torres Blancas, που είναι τόσο blancas όσο λευκός είναι ο Λευκός Πύργος, είναι κάτι παραπάνω από ένα φουτουριστικό οικοδόμημα ή από μια προφητεία για το μέλλον της έννοιας της κατοικίας. Το αριστούργημα του πολυβραβευμένου Francisco Javier Sáenz de Oiza αποτελεί μια ολοκληρωμένη ποιητική αφήγηση πάνω στο του οπλισμένου σκυροδέματος.

Plazuela de las Comendadoras: Στη σκιά της Dos de Mayo και των άλλων πολυσύχναστων και πολύβουων πλατειών της Malasaña, η Comendadoras είναι ένα από τα μαγικά αυτά μέρη που κάθε μεγαλούπολη που σέβεται τον εαυτό της ξέρει καλά να κρύβει μες στα σπλάχνα της. Μια πλατεία που συγκεντρώνει όλα τα αρχετυπικά «πλατειακά» χαρακτηριστικά: ζευγάρια που ερωτοτροπούν ασύστολα, πιτσιρίκια που παίζουν κρυφτοκυνηγητό και μπάλα, γεροντάκια που ξορκίζουν το κακό συγκρίνοντας τις αναμνήσεις τους, τρελοί που αγορεύουν στα παγκάκια και οι ένοικοι τριγύρω, ακροβολισμένοι στις χρωματιστές προσόψεις των σπιτιών, να παρακολουθούν την αιώνια παράσταση της ιερής τους καθημερινότητας. Καθίστε στην terraza του εμβληματικού café Moderno, ζητήστε να σας φέρουν, ανάλογα με την εποχή, έναν cortado ή έναν americano con hielo, πετάξτε τον ταξιδιωτικό σας οδηγό και αν είναι δυνατόν ακόμα λησμονήστε την ταξιδιωτική σας ιδιότητα. Μαντέψτε πως θα ήταν άραγε η ζωή σας, αν κατοικούσατε σε κάποιο από τα πανέμορφα μπαλκόνια που κρέμονται πάνω από τα κεφάλια σας και μη βιαστείτε καθόλου να επιστρέψετε στον κόσμο σας. Πιστέψτε με! Στην Plazuela de las Comendadoras ο χρόνος πάντα αποκτά μια κάπως πιο υποκειμενική διάσταση κι ενίοτε τελείως σταματάει.

Calle de Argumosa: Η καρδιά του Lavapiés. Ο δρόμος, όπου κάθε μποέμ και εναλλακτικός, που του αρέσει να παίρνει στα σοβαρά το ρόλο του, θα ήθελε να μένει. Το Lavapiés, παλιά εβραϊκή γειτονιά της Μαδρίτης και μέχρι πρότινος μια από τις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες της πόλης, αποκαλύπτει σήμερα στον επισκέπτη του το αληθινό πρόσωπο του κοσμοπολιτισμού: Άραβες, Λατίνοι, Ινδοί, Απωανατολίτες, επαρχιώτες που έρχονται να ζήσουνε τη fiesta στην πρωτεύουσα και ευρωπαίοι που αναζητούν την απενοχοποιημένο πια ιβηρικό χαρμάνι των πολιτισμών, όλοι μαζί να περιμένουν τη συντέλεια, που με τα πόδια να ερχότανε, ήδη θα είχε φτάσει. Περπατήστε ολόκληρη την Argumosa από το σταθμό του Lavapiés μέχρι το Reina Sofia, μπείτε λιγάκι και χαζέψτε την Guernica –μετά τις έξι το απόγευμα η είσοδος είναι δωρεάν- και ύστερα διασχίστε την ξανά προς την αντίθετη κατεύθυνση και αναρωτηθείτε, στ’ αλήθεια πόσοι νέοι ναζιστικοί βομβαρδισμοί θα χρειαστούν για να σβηστεί από το χάρτη οριστικά αυτή η απίθανη ανθρώπινη γεωγραφία. Προσποιηθείτε ότι ξέρετε Ισπανικά και πιείτε τον καφέ σας, και καλά διαβάζοντας, σε κάποιο βιβλιοπωλείο, δοκιμάστε την γενναιόδωρη κουζίνα του Buga del Lobo και ρίξτε και μια ματιά στους τοίχους του, πιείτε φτηνά κοκτέιλ στο La Playa ή αράξτε στο Super India, όπου μπορείτε με μόλις τρία ευρώ να παραγγείλετε έναν κουβά με μπύρες.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Goya: Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τη Μαδρίτη, το φάντασμα του Francisco José de Goya y Lucientes. Το πνεύμα του παραδοξότερου ζωγράφου της ιβηρικής βρίσκεται παντού μες στην ισπανική πρωτεύουσα: από τα υπέρλαμπρο Museo de Prado, που φιλοξενεί τα περίεργα "Καπρίτσια" του και τα εφιαλτικά του "Negras", μέχρι τα ελάσσονα μουσεία Real Academia de Bellas Artes και Lázaro Galdiano, όπου ο "Ενταφιασμός της Σαρδέλας" και το "Aquelarre" αντίστοιχα. Το σώμα του, όμως, ή ότι έχει απομείνει από αυτό βρίσκεται σε ένα από λιγότερα γνωστά μνημεία της πόλης, το οποίο δυστυχώς σπάνια θα βρείτε τουριστικό οδηγό που να το αναφέρει: στην Ermita de San Antonio de la Florida. H μικρή αυτή εκκλησία, επί της Paseo de la Florida, κοντά στο σταθμό Principe Pio, είναι εξ ολοκλήρου αγιογραφημένη από τον σπουδαιότερο «τρελό» της ευρωπαϊκής τέχνης, με τέτοιο τρόπο που, αφού ισοπεδώνει ολόκληρη την δυτική (καθολική) θρησκευτική ζωγραφική, αγγίζει τα όρια του κόμικ. Βγαίνοντας από την ermita, δε χάνετε τίποτα να περπατήσετε καμιά πενηνταριά μέτρα προς την κατεύθυνση του Parque del Oeste, κι αφού διασχίσετε την αερογέφυρα που περνάει πάνω από τις γραμμές των τρένων, να δείτε το μνημείο για τη σφαγή που ακολούθησε την εξέγερση των Μαδριλένων κατά του Ναπολέοντα, που ο Goya έχει τόσο δραματικά περιγράψει στο περίφημο El tres de mayo de 1808 en Madrid.

Passage de Fuencarral: Το μυστήριο της Malasaña. Η Calle de Fuencarral περνάει ακριβώς μπροστά από το Δημοτικό Μουσείο και το σταθμό Tribunal. Στο νούμερο 77 μπορείτε να βρείτε την είσοδο ενός κτηρίου που εκ πρώτης δημιουργεί την εντύπωση πως πρόκειται για ακόμα μια okupa (κατάληψη). Τις ώρες που λειτουργούν τα καταστήματα, η καγκελωτή του πύλη είναι ανοιχτή, οπότε τολμήστε και περάσετε στο εσωτερικό του. Εκεί θα δείτε μια εγκαταλειμμένη στοά, κάτι σαν αποτυχημένο εμπορικό κέντρο, όπου το μόνο κατάστημα που επέζησε είναι η joyería (κοσμηματοπωλείο) του συμπαθέστατου κυρίου Monge, ο οποίος, αν δεν έχει δουλειά, νομίζω πως δε θα βαρεθεί να σας αφηγηθεί την ιστορία του συγκεκριμένου edificio. Διασχίστε όλη τη στοά μέχρι την έξοδό της στην Corredera Baja de San Pablo και χαζέψτε τις «αρχαίες» βιτρίνες και κυρίως την εκλεπτισμένη αισθητική της έσω αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του ’70. Θα σας πρότεινα να αράξετε στα μαρμάρινα σκαλοπάτια, πλάι στο περίεργο μωσαϊκό με τον ιππόκαμπο, και να κάνετε ένα αστικό πικ-νικ, τρώγοντας πίττες από το La Ria de Arosa και cheese cake από το Happy Day Bakery Coffee (αμφότερα επί της Calle del Espíritu Santo, παραπλεύρως). Αν ακούσετε τίποτα αλλόκοτους ήχους και φωνές, μην τρομάξετε! Λογικά, θα είναι το φάντασμα του καπιταλισμού, που σύχναζε κάποτε εκεί μέσα.

Templo de Debod: Άλλο πάλι και τούτο! Ένας αρχαίος αιγυπτιακός ναός στην καρδιά της πρωτεύουσας ενός ευρωπαϊκού βασιλείου. Το εν λόγω εκτός τόπου και χρόνου, κομψό κατά τα άλλα, αρχιτεκτόνημα , δώρο της κυβέρνησης της Αιγύπτου στον ισπανικό λαό (τι γλυκό!), βρίσκεται μέσα στο Parque del Oeste, κοντά στην είσοδό του από την Calle de Ferraz. Αν και προσωπικά τα βαριέμαι λίγο τα περίφημα και υποτίθεται ειδυλλιακά πάρκα των μεγαλουπόλεων -αν γούσταρα να δω καστανιές και σκιουράκια, πήγαινα και στα Ζαγοροχώρια- το ομολογώ πως αξίζει μια βόλτα προς τα εδώ. Ειδικά εάν συνδυάσετε τον περίπατό σας με ένα take away γεύμα από τον Jia Xiang Xiao Chi –μακράν το καλύτερο κινέζικο στην πόλη- που θα το βρείτε μάλλον δύσκολα –ρωτήστε και κανέναν άνθρωπο!- μέσα σε μια υπόγεια διάβαση κάτω από την Plaza de España, δυο βήματα μόλις μακριά από το Τemplo. Επίσης, η εικόνα των ουρανοξυστών της Gran Via που καθρεφτίζονται στην τεχνητή λιμνούλα που περιβάλει το παράδοξο αυτό μνημείο θα κάνει τις φωτογραφικές σας μηχανές να πάρουνε φωτιά. Πάντως γενικά, αν σας αρέσουνε αυτά, η Μαδρίτη είναι γεμάτη από πάρκα και αλσύλλια: Retiro, Real Jardín Botánico, Campo del Moro, Jardines de Sabatini και φυσικά το αχανές Casa de Campo, οι απογευματινοί επισκέπτες του οποίου μπορούν να αναζητήσουνε εδώ εμπειρίες επιπέδου δάσους της Βουλώνης.

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Διακοπές στην Αθήνα (δ')

Ο τέταρτος και πιο προσωπικός από τους λόγους που κάθε καλοκαίρι με οδηγούν στο να επιλέγω την Αθήνα για τις διακοπές μου, έχει να κάνει με μία έλξη μάλλον μεταφυσική που εδώ και χρόνια παίζει αυτή η πόλη στη ζωή μου. Έτσι, ενώ οι πιο πολλοί, θύματα της βάναυσης καθημερινότητας ή έστω μιας ιδέας κάπως αφηρημένης που έχουνε για αυτήν, θέλουν συνήθως να την ταυτίζουν με την κόλαση, κι ενώ υπάρχουν και οι αμετανόητοι που συνεχίζουν να αναζητούν πεισματικά έναν παράδεισο ήδη αρκετά θολό και παρεξηγημένο, για εμένα αυτό που φαίνεται να έχω για την ώρα βρει εκεί είναι το καθαρτήριό μου.
Εκεί, στο τέλος του ανόσιου καλοκαιριού και στο αναπόφευκτο προάγγελμα του αγίου φθινοπώρου, είναι που συναντιούνται όλα τα λάθη μου τις προηγούμενης χρονιάς, που κορυφώθηκαν την άνοιξη βυθίζοντας με στην απόγνωση και στην αμφιβολία, με τα άλλα λάθη, που μοιραία ακολουθούν, μέσα στη μαθηματική ακρίβεια του επερχόμενου χειμώνα.
Και κάπως έτσι είναι που εδώ, σε αυτόν τον τέταρτο και τελευταίο λόγο, έρχονται με κάποιον τρόπο να δικαιολογηθούν ξανά οι άλλοι τρεις λόγοι, που ήδη σας ανέπτυξα. Γιατί, πως θα μπορούσα να έρθω αντιμέτωπος με αυτήν την καταστροφική αλληλουχία, αν δεν την βίωνα μέσα σε ένα περιβάλλον τόσο στ’ αλήθεια καταλυτικά ιστορικό, όπως η σύγχρονη Αθήνα; Πως θα γινόταν άραγε αλλιώς να διδαχθώ από ήδη κεκτημένα λάθη και να διδάξω με τη σειρά μου τα άλλα λάθη, τα μελλοντικά, αν δε βρισκόμουν σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή στον πιο μεμονωμένο μέρος του πλανήτη; Πως θα μπορούσα τελικά να καταλήξω σε αποφασίσεις τόσο σημαντικές, ως προς τα επόμενα κεφάλαια της πιο δικιάς μου ιστορίας, αν ο ήρωας της ιστορίας μου αυτής δεν έκανε κάθε Αύγουστο θεματικές διακοπές μέσα στις ιστορίες των πιο πραγματικών ανθρώπων;
Για όλους τους παραπάνω λόγους, που λέμε και στα νομικά, είναι που επιμένω, δώδεκα χρόνια ήδη συναπτά να ζω για λίγες μέρες μόνος μου το καλοκαίρι στην Αθήνα.
Εντάξει, υπάρχει ένας ακόμα λόγος πολύ λιγότερο στοχαστικός και πιο πολύ διασκεδαστικός και επιτέλους πιο καλοκαιριάτικος: πηγαίνω τόσα χρόνια για διακοπές μόνος μου στην Αθήνα και επίσης και τώρα, αυτές τις μέρες ανυπομονώ και πάλι να κατέβω, γιατί απλά περνάω καλά και έχουν πάντα πλάκα αυτές οι τόσο μοναδικά «περίεργες» παραθεριστικές συνήθειες μου.

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Διακοπές στην Αθήνα (γ')

Τρίτον, και ίσως και σημαντικότερο, έχει να κάνει με τη μοιραία μου εξάρτηση από διαρκώς καινούριες παραστάσεις. Από ιστορίες πολύ πραγματικές κι από αφορμές για άλλες πιο δικές μου ιστορίες. Και ειλικρινά, όσο κι αν έψαξα παντού, δεν το κατάφερα να βρω μέρος σαν την Αθήνα του κατακαλόκαιρου, που να με εμπνέει και να με συναρπάζει τόσο. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που όποτε ξεκινώ τις αθηναϊκές μου «περίεργες» διακοπές, δε νιώθω την ανάγκη να κουβαλήσω μαζί μου βιβλία ή άλλα αναγνώσματα. Όχι, δεν πάω εκεί για να διαβάσω – έτσι κι αλλιώς δε θα προλάβαινα, αφού καταναλώνω ολόκληρο τον παραθεριστικό πολύτιμό μου χρόνο διαβάζοντας την ίδια την Αθήνα.
Εκεί ήταν που σκέφτηκα να γράψω για πρώτη μου φορά. Εκεί, δυο-τρία καλοκαίρια πιο μετά, που άρχισα να γράφω. Όλα μου τα μετέπειτα γραπτά, μέσα σε κάποιον Αύγουστο πολύ μοναχικό - κι όμως τόσο κοσμοπολίτικο, όλα εκεί ξεκίνησαν. Πρόσωπα, συναισθήματα, πράξεις και καταστάσεις, που έχω χωρέσει αυτά τα χρόνια μέσα στα τρία τα γνωστά και τα άλλα, τα ανέκδοτα, βιβλία μου, πριν τα στριμώξω μέσα στο χαρτί, ήταν ακριβώς τα αξιοθέατα αυτών των ταξιδιών μου.
Άλλωστε, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που περισσεύουν στην Αθήνα αυτήν την εποχή, όταν οι περισσότεροι σπεύδουν να δραπετεύσουν, πέρα από τους λόγους που τους κράτησαν εκεί –ίσως για αυτούς τους λόγους ακριβώς- έχουν πάντα να πουν κάποια σπουδαία ιστορία. Και όταν, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, δείχνουν να προτιμούν να μείνει η ιστορία τους κρυφή, τότε είναι που εγώ πρέπει να την μαντέψω.
Και μεταξύ μας, αυτή είναι τελικά του συγγραφέα η δουλειά: όχι να ξέρει φυσικά, αλλά συνέχεια να δοκιμάζει να μαντεύει. Κι ας κάνει λάθος, δεν υπάρχει πρόβλημα σε αυτό, αφού στον κόσμο και στον κόσμο του σωστό εν τέλει δεν υπάρχει.
Έτσι, μαντεύοντας τα μυστικά που κρύβει επιμελώς βαθιά στα τσιμεντένια σωθικά το αστικό τοπίο αυτής της τόσο γοητευτικής και τόσο μίζερης ταυτόχρονα πρωτεύουσας, μπορώ και παίρνω μέρος στις πιο επικίνδυνες διακοπές, που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ένας άνθρωπος που αγαπά την περιπέτεια. Πως θα μπορούσε, άραγε, να απογοητευτεί ο κυνηγός που ζει μες στο κεφάλι μου, με τόσα άγρια θηρία να κυκλοφορούν τριγύρω μου ελεύθερα; Πως γίνεται, έστω για μία μέρα, να μείνει απαθής, μπροστά σε αυτόν τον εγκαταλειμμένο θησαυρό, ο πειρατής που μπαινοβγαίνει στην καρδιά μου;
Τα μυστικά και τα μυστήρια δεν πρόκειται να λείψουνε ποτέ από αυτήν την πόλη. Κι όσο επιμένει το κραυγαλέο αττικό της φως να αποκαλύπτει αυτά για τα οποία οι άνθρωποι πάντα θα αρνούνται να μιλήσουν, τόσο μέσα στους δρόμους και στις γειτονιές θα υπάρχουν παγίδες και κρυψώνες, έτοιμες να καταπιούν με ευκολία τους περιέργους και αυτούς που παν γυρεύοντας γενναία να ανταμείψουν.