Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

η προσευχή

Μια φίλη μου εξομολογήθηκε πως άκουσε κρυφά μια νύχτα το γιο της να προσεύχεται και να ζητά από το Θεό όνειρα να μην ξαναδεί στον ύπνο του ποτέ του. Γεύτηκα την ανησυχία της και αναρωτήθηκα μετά, τι ήταν το πιο τρομακτικό μες στην εξομολόγησή της. Πως έβλεπε τα όνειρα του ο μικρός; Πως τα όνειρά του ήτανε μάλλον πολύ εφιαλτικά; Πως, αν και ούτε καν πέντε ετών, ήδη ζητούσε χάρες φωναχτά από τον Δημιουργό του; Ή πως η μάνα του έστηνε αυτί έξω από την κάμαρά του και κατασκόπευε τους διαλόγους του γιου της με το αόρατο.
Και ύστερα, έτσι κι από το πουθενά, μου ήρθε η ανάμνηση ίσως του πρώτου μου δικού μου εφιάλτη. Ήταν, λέει, αργά πολύ και ήμασταν στο σπίτι. Και κάτι άσχημο συνέβαινε στην οικογένειά μου. Κι έπρεπε, λέει, κάποιος-εγώ να βγει μέσα στη νύχτα και με τα πόδια να πάει μέχρι το μαγαζί, κάτι από εκεί να φέρει.
Και βγήκα έξω στη νύχτα ο πεντάχρονος και άρχισα να περπατώ την κοιμισμένη πόλη. Δεν ακουγόταν τίποτα. Κανέναν δεν συνάντησα στο δρόμο μου επάνω. Και η ερημιά αυτή με τρόμαζε και με έκανε να προχωρώ πιο γρήγορα ακόμα.
Κι έφτασα, λέει, στο μαγαζί. Το άνοιξα και μπήκα. Μα είχα ξεχάσει τι έπρεπε από εκεί να πάρω. Σήκωσα το τηλέφωνο, κανείς δεν απαντούσε. Αγχώθηκα, κουράστηκα, ήθελα να επιστρέψω. Πήρα στην τύχη δυο κουτιά, τα έβαλα στις τσέπες. Πήγα να βγω έξω ξανά και τότε είδα απέναντι τη φρίκη να προβάλει.
Τι ήταν αυτό δεν έμαθα. Ξύπνησα και δεν πρόλαβα το όνειρο να ρωτήσω. Και το πρωί με βρήκε ξάγρυπνο και με μια λούτρινη απορία αγκαλιά, που πιο πολύ από όλα τάραζε το παιδικό μυαλό μου.
Νύχτες πολλές αναζητούσα μέσα στον ύπνο τη συνέχεια, λες κι ήτανε το όνειρο σειρά της τηλεόρασης κι εγώ δεν είχα μόλις δει παρά το πρώτο επεισόδιο. Όταν μετά κατάλαβα την πλάνη μου, άρχισα με τη φαντασία να συμπληρώνω τα κενά, δίνοντας έτσι αναπόφευκτα στον τρόμο μου αβάσταχτες διαστάσεις.
Δεν ξέρω αν ο γιος της φίλης μου είχε στ’ αλήθεια ονειρευτεί κάποιο όνειρο παρόμοιο, αλλά μπορώ με σιγουριά να πω πως, ότι και να ήταν αυτό που είχε δει, δεν το είδε ως το τέλος. Ποιος κάθεται μέχρι τους τίτλους, άραγε, να δει τους εφιάλτες του; Όλοι κάπου περίπου στα μισά σηκώνονται και φεύγουν. Κι ας έχει κόψει από πριν το υποσυνείδητό τους κανονικό εισιτήριο και για την πρώτη θέση. Βγαίνουν και αράζουνε έξω από το σινεμά και περιμένουνε εκεί τη φαντασία τους, ώσπου να βγει κι αυτή από την αίθουσα, να τη ρωτήσουν τελικά το έργο πώς τελειώνει. Κι αυτή τους λέει, φυσικά, ότι ακριβώς γουστάρουν. Άρα, αν θέλει η φίλη να βοηθήσει το μικρό, τότε ας τον συμβουλέψει να αρχίσει να προσεύχεται και να ζητάει από το Θεό να στέλνει στα παιδικά του όνειρα μονάχα κωμωδίες. Να βλέπει έργα με καλούς θεούς, που ακούνε πάντα τον πεντάχρονων τις προσευχές κι έτσι, γλυκά και ευχάριστα, η νύχτα να περνάει.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2011

το εικοσπεντάρι

Πριν από χρόνια έπινα με δύο φίλους τσίπουρα σε ένα στενό της πόλης. Εκείνης της βραδιάς το τσιπουράδικο σήμερα δεν υπάρχει, αλλά ακόμα κι εκείνο το στενό δεν είναι πια τόσο στενό, όσο τουλάχιστον εγώ πριν χρόνια το θυμόμουν. Θυμάμαι πως καθόμασταν σε τραπεζάκι έξω και πίναμε ασύστολα, μέχρι που άδειασε το μαγαζί και ήθελαν να μας διώξουν.
«Μια γύρα ακόμα, σε παρακαλώ», παρήγγειλε από τους τρεις μας ο πιο ευγενικός χωρίς να μας ρωτήσει. Σύρθηκε το γκαρσόνι βλαστημώντας, πολύ διακριτικά, να εξυπηρετήσει. «Φαντάζομαι δεν θέλετε μεζέ. Γιατί η κουζίνα κλείνει…» «Ε, τότε φέρε από τα έτοιμα! Έτσι θα μας αφήσεις;» Θέλοντας να κρύψει τον ενθουσιασμό του προφανώς, χάθηκε μέσα στην κουζίνα του, αφού του ραδιοφώνου πρώτα ανέβασε την ένταση, να μην ακούμε τις ευχές του.
Κι ενώ εμείς αμετανόητοι θολώναμε τα μικροσκοπικά ποτήρια, ήρθε και μας πλησίασε ένας γέρος ζητιάνος. Έλεγε κάτι ασυνάρτητα, που και νηφάλιοι να ήμασταν, και πάλι θα θέλαμε μετάφραση. Εκείνος το κατάλαβε και σώπασε και άπλωσε το χέρι. «Παππού, δεν παίζει τίποτα. Μα άμα θέλεις τσίπουρο, ένα σου το κερνάμε», είπε ο πιο γενναίος από εμάς και του έδειξε το διπλανό τραπέζι.
Την ώρα που ο σερβιτόρος έφερνε τον εκλεκτό μεζέ του από κονσέρβα φρέσκια, βλέπει τον γέρο να του γνέφει από τη θέση του κι αμέσως με το εγκεφαλικό φλερτάρει. «Φέρε και ένα στον παππού! Σε εμάς να το χρεώσεις!»
Πρέπει να πέρασε τουλάχιστον μισάωρο. Είχαμε πια αδειάσει τα ποτήρια μας. Γυαλίζαμε με ψίχουλα τα πιάτα. Το μαγαζί τα φώτα του χαμήλωνε και μάζευε τραπέζια. Όμως την τελευταία την παραγγελιά την είχανε ξεχάσει. Είδαμε τον παππούλη δίπλα μας να μας κοιτάζει έτσι, στεγνός και παραπονεμένος, και από τους τρεις ο πιο θρασύς πήγε να καθαρίσει. «Τι έγινε, ρε μάστορα; Βάλε στον άνθρωπο να πιει! Αφού είπαμε, κερνάμε.» «Ξέρεις ποιος είναι αυτός εκεί, που θέλεις να κεράσεις; Και μόνο τα μισά αν γνώριζες από όσα έχει κάνει, ούτε νερό δεν θα του έδινες. Γι’ αυτό, λοιπόν, μαζέψου!» Κι έτσι υποχωρήσαμε, ζητήσαμε λογαριασμό, γυρίσαμε στο σπίτια.
Χρόνια έχουν περάσει από εκείνη τη βραδιά, κι ενώ της πόλης φαρδαίνουν τα στενά και οι άνθρωποι στενεύουν, ακόμα ψάχνω για απάντηση να δώσω στο γκαρσόνι. Δεν έμαθα ποτέ τι εγκληματικό μυαλό έκρυβε εκείνη η μάσκα του ανήμπορου και άκακου ζητιάνου. Δεν βρήκα κάποιον να μου διηγηθεί, έστω και μόνο τη μισή, ολέθρια ζωή του. Και προπαντός, ποτέ μου δεν κατάλαβα τι σόι άφεση αμαρτιών ήταν αυτή που θα εξαγόραζε αυτός ο γέρο-σατανάς με ένα εικοσπεντάρι.

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

τα γεννέθλια του φύρερ

Ένα ζευγάρι φίλων για χρόνια προσπαθούσε παιδάκι να αποκτήσει. Άγνωστο πώς, κάποια στιγμή τα καταφέρανε και έκαναν αγόρι. Του έδωσαν το όνομα Αλέξανδρος –δεν το είπαν έτσι, δηλαδή, αλλά καταλαβαίνετε…- κι ορκίστηκαν στων κόπων τους το τέκνο να μη του λείψει τίποτα ποτέ, μέχρι που από την πολλή αγάπη και την αφοσίωση στο τέλος το μουρλάναν. Το βλέπω πως συμπεριφέρεται στα άλλα παιδιά της γειτονιάς, στους συγγενείς, ακόμα και σε μένα, που είμαι υποτίθεται αόρατος, και τρέμω ήδη με την προοπτική της επικείμενης ενήλικης ζωής του.
Πήγα προχτές να δω από κοντά το πάρτυ που οι νέοι ευτυχείς γονείς χωρίς φειδώ οργάνωσαν για τα γενέθλια του Φύρερ του Συνοικισμού και αναπόφευκτα θαμπώθηκα από την αίθουσα του θρόνου, που ήτανε, λέει, το παιδικό δωμάτιο. Έμεινα και παρακολούθησα των καλεσμένων τους όρκους υποτέλειας κι έφυγα χωρίς να αγγίξω τον μπουφέ, φοβούμενος μήπως με είχαν προσκαλέσει για δοκιμαστή, αφού όλο και κάποια σκοτεινά συμφέροντα θα έχουνε βάλει στο μάτι τον μικρό κι από τη μέση θα θέλουν να τον βγάλουν. Την ώρα που τους δικούς του συλλυπούμουνα, τον ένιωσα να με κοιτάζει από το βάθος του σπιτιού και να μου ψιθυρίζει με το βλέμμα του, «σε λίγα χρόνια θα τα πούμε». Κι ύστερα άρχισε να τραβά με λύσσα τις κοτσίδες κάποιου κοριτσιού, που αφελώς δοκίμασε το μάγουλό του να φιλήσει. Για αυτό σας λέω, μην ψάχνετε μέσα στις μυστικές γραφές να βρείτε του μέλλοντός σας τον Αντίχριστο. Μένει στη γειτονιά μου.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

σε όλα τα κράτη

Όταν του αφαίρεσαν το δίπλωμα, και αναγκάστηκε ξανά να δώσει εξετάσεις, ορκίστηκε –σε τι δεν έχει σημασία πια- πιωμένος να μην οδηγήσει ποτέ ξανά αυτοκίνητο. Του άρεσε αλήθεια τόσο πολύ να οδηγεί και αλλοίμονο, γούσταρε και να πίνει. Όμως, αν ήθελε τις δυο αυτές θνητές χαρές κι άλλο να απολαμβάνει, έπρεπε κάτω από άλλες, πιο νόμιμες επήρειες να συνεχίσει να κρατάει το τιμόνι του και σπίτι στο εξής να επιστρέφει με τρόπο τέτοιο, που να επιτρέπει το αίμα με το αλκοόλ του να μπερδεύεται. Δοκίμασε τα πάντα κι αν κάποιος πει πως έντεχνα προσπάθησε να απαλλαγεί του όρκου του, σίγουρα τότε θα τον έχει αδικήσει. Όλοι του έλεγαν να κόψει το ποτό, δήθεν πως νοιάζονταν για την πορεία της υγείας του, μα οι πιο πολλοί θέλαν απλά να μην τον ξαναδούν να οδηγεί, κι έτσι μονάχα για το δικό τους το καλό φροντίζαν. Κι όμως αυτός, αν και με μέτρο πάντα στη ζωή του υπερέβαλε, δικαίωμα δεν έδωσε ποτέ να του αμφισβητήσουν των συνηθειών των κακών την ιερή συνέπεια. Κι έτσι κατέληξε μοιραία, μέσω του διαχωρισμού των δύο σιαμαίων μα άσπονδων παθών, να βρει μια λύση σολομωνική και σολομώντεια. Είτε να οδηγεί για ώρες χωρίς διακοπή, μέχρι που να μεθά για τα καλά από τα ατέλειωτα χιλιόμετρα, είτε να πίνει χωρίς σταματημό, ώσπου του αλκοόλ οι παρενέργειες στο τέλος ταξίδι να τον πάνε. Και όπως έλεγε κι ένας παλιός, κάθε φορά που έπινε κι αυτός λιγάκι παραπάνω, «Μη με ρωτάς που βρίσκομαι! Είμαι σε όλα τα κράτη!».

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

η παράκαμψη

-Θέλεις να πάμε από εδώ;
-Μα, θα καθυστερήσουμε.
-Έτσι κι αλλιώς θα φτάσουμε αργά. Δεν έχει σημασία.
-Και τι υπάρχει από εδώ;
-Που θες να ξέρω, αν δε δω; Έλα! Πάμε και βλέπουμε.
-Ο χάρτης σου τι λέει;
-Ο χάρτης λέει ψέματα. Μονάχα αριθμοί και ονόματα. Είδες, έστω και κάτι από όλα αυτά, σε όλο το ταξίδι;
-Μα, δε μπορεί. Ο δρόμος όλο και κάπου θα πηγαίνει.
-Όλοι οι δρόμοι στο τέλος καταλήγουνε στη θάλασσα. Τι λες; Πάμε να δούμε την ανατολή από την παραλία;
-Δε γίνεται. Δεν είναι αυτό στο δρόμο μας.
-Αναρωτήθηκες ποτέ, τώρα που θα βρισκόμασταν, αν μέναμε πιστοί στο δρόμο μας για πάντα;
-Όχι, δε θέλω να το σκέφτομαι. Φτάνει να ξέρω πως είναι ο δρόμος μου εκεί και πως με περιμένει.
-Θες να γυρίσεις πίσω;
-Όχι, γιατί ακόμα είναι νωρίς. Στο τέλος, όμως, όλοι επιστρέφουν;
-Και πως θα ξέρεις που θα βρεις στο δρόμο σου το δρόμο να σε πάει;
-Έχω κι εγώ έναν χάρτη μες στις αποσκευές. Στο τέλος, άμα χρειαστεί, όλο και κάποιον θα ρωτήσω.
-Κι αν δε γνωρίζει ο κάποιος σου; Κι αν σε ρωτήσει πρώτα αυτός κι εσύ μετά δεν ξέρεις;
-Τότε θα πάρουμε μαζί στην τύχη κάποιο δρόμο.
-Αλήθεια; Κι αν δε σας πάει πουθενά;
-Μα, εσύ δεν είπες πως στη θάλασσα όλοι στο τέλος καταλήγουν;
-Ναι, αλλά με τα μάτια μου δεν το έχω δει ποτέ μου.
-Δεν το πιστεύεις, δηλαδή;
-Τι λες; Θα έβαζα και στοίχημα!
-Κι αν χάσεις;
-Αν χάσουμε, θα έχουμε στο μεταξύ το δρόμο μας κερδίσει. Τι με κοιτάς; Αφού παρέα ταξιδεύουμε.
-Θέλεις να πάμε από εδώ;