πινω καφε σε ενα μαγαζι. στο διπλανο τραπεζι μια ηλικιωμενη κυρια διαβαζει εφημεριδα. καποια στιγμη νιωθω πως κατι θελει να μου πει. γυριζω, την κοιταζω κ βλεπω οτι δεν μιλαει σε μενα, αλλα διαβαζει ψιθυριστα το αρθρο που βρισκεται κατω απο τα ματια της. θυμαμαι πως κ η γιαγια μου, καμια φορα, διαβαζε καπως ετσι τους υποτιτλους απο τα ξενα σηριαλ που παρακολουθουσε κ καπως με την αναμνηση αυτη, ασπουμε, συγκινουμαι.
λιγο μετα, ομως, που αρχιζω κ ξεχωριζω μεσα απο το μουρμουρητο της καποιες λεξεις, κ κυριως οταν προσεχω τον τροπο που τονιζει καποιες απο αυτες, ενω αλλες μοιαζει σαν να τις αποσιωπα, να τις εξαφανιζει, συνειδητοποιω οτι η γυναικα αυτη στην πραγματικοτητα δεν διαβαζει την εφημεριδα της, αλλα μαλλον προσευχεται ή απαγγελει, ξερωγω, καποιο ξορκι μαγικο που οταν το ολοκληρωσει, θα αποκαλυφθει πως ολα οσα ειναι γραμμενα εκει μεσα, ολη η επικαιροτητα, ολοκληρη αυτη η φρικιαστικη, φαιδρα ειδησειογραφια δεν ειναι πλεον παρα ενα ονειρο, μια σκια, μια πλανη. βεβαια, και η γιαγια μου, τωρα που το ξανασκεφτομαι, ισως δεν ηταν οι υποτιτλοι της τηλεορασης αυτο που την ακουγα καμια φορα να επαναλαμβανει, αλλα, ποιος ξερει, μπορει να προσπαθουσε να μας πει πού ειχε κρυψει καποιον θησαυρο ή ποτε, ποια μερα κ ωρα ακριβως θα καταστραφει ο κοσμος ή ποιο σταληθεια ειναι το νοημα της ζωης ή κατι τετοιο τελος παντων, μεχρι που μια μερα εφυγε κ πηρε το οποιο μυστικο μαζι της.
απο αυτες τη σκεψεις ερχεται να με βγαλει ο γιος της διπλανης κυριας, που φτανει καποια στιγμη στο μαγαζι, καπως εκνευρισμενος. "ελα, ρε μανα... γιατι δεν το σηκωνεις το τηλεφωνο; δεκα φορες σε πηρα...", της λεει κ τραβαει καρεκλα για να κατσει. "με συγχωρεις, αγορι μου", του απανταει εκεινη, ριχνοντας μια ματια στην απαρχαιωμενη συσκευη της, "δεν το ακουσα, γιατι σας εχω βαλει ολους στο αθορυβο"
x
Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023
Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2023
Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2023
γαμω
εχω κατεβει στην αγορα κ παω να παρω το αμαξι μου για να γυρισω σπιτι. δεν εχω ψωνισει τιποτα. βασικα, δεν βγηκα καν για να ψωνισω. τελος παντων, μπαινω στο αμαξι κ ξεκιναω να γυριζω προς το σπιτι. καποια στιγμη -δεν εχω απομακρυνθει κ πολυ- βλεπω ενα αλλο αυτοκινητο να ξεπαρκαρει ακριβως μπροστα μου. εγω δεν ψαχνω για παρκαρισμα. βασικα, μολις ξεπαρκαρα απο λιγο παρακατω. αλλα κοιταζω τη θεση που αφηνει ο φιλος οδηγος κ δεν μπορω να αντισταθω - μιλαμε για θεσαρα. βγαζω αλαρμ κ ξαναπαρκαρω. ο απο πισω με βριζει για την τυχη μου. πού να ηξερε, σκεφτομαι, ενω τον παρακολουθω απο τον καθρεφτη μου χαιρεκακα. σβηνω κ κατεβαινω.
ωραια, κ τωρα τι κανω, αναρωτιεμαι βλακωδως. τη βολτα μου στα μαγαζια την εκανα. τα ψωνια που δεν σκοπευα να κανω, καταφερα τελικα κ οντως δεν τα εκανα. τους στοχους που ειχα βαλει για το εικοσιδυο σιγουρα δεν τους πετυχα - εκτος απο εναν, παλι καλα, αλλιως τωρα μαλλον δεν θα τα λεγαμε. παντως, βρηκα παρκαρισμα -κ μαλιστα πανευκολα- κ ας μην το εψαχνα, κ ας ηθελα τοσο πολυ να επιστρεψω σπιτι.
κ ενω τα συλλογαμαι ολα αυτα ελευθερα, νιωθω ενα σκουντηγμα στην πλατη. κατι θα εφαγα, σκεφτομαι, κ θα με πειραξε - δεν δινω σημασια. το σκουντηγμα, ομως, επαναλαμβανεται. γυρναω κ τι βλεπω; μια γυναικα αγνωστη -σε μενα αγνωστη, εσας μπορει κ να ειναι φιλη σας- να μου χαμογελαει. της χαμογελω κ εγω - γιορτες ειναι, δεν βαριεσαι.. η αγνωστη με το χαμογελο μού δινει το τηλεφωνο της. προς θεου.. τη συσκευη, εννοω. οχι το νουμερο. το παιρνω κ βγαζω απο την τσεπη το δικο μου. δεν θυμαμαι να ειχα βαλει μεσα στους στοχους της χρονιας το να ανταλλαξω δωρα με μιαν αγνωστη, αλλα γιατι οχι.. ενταξει. η αγνωστη, ομως, αρνειται την ανταλλαγη κ μου ζηταει μονο να τη βγαλω μια φωτογραφια. "οκευ", της λεω, "το εχω, αστο πανω μου". παω να σηκωσω το κινητο κ αυτη το κατεβαζει. "οχι εδω", μου λεει, "εκει, στο δεντρο, απεναντι". κοιταζω απεναντι. εχει οντως ενα δεντρο. πώς δεν το προσεξα νωριτερα; "αντε καλα", της λεω, "παμε".
περναμε παρεα απεναντι. το δεντρο, εντωμεταξυ, κομπλε.. φωτακια, γιρλαντες, αστερια, καλικατζαροι.. απο ολα εχει πανω του. εχει κ εναν αστεγο απο κατω που κοιμαται του καλου καιρου κ βλεπει μαλιστα κ ονειρο. στο ονειρο του, λεει, ειμαστε κρεμασμενοι απο το δεντρο ολοι εμεις. μιλαμε κ γαμω τα ονειρα. γαμω την κοινωνια, δηλαδη, το συστημα κ τον πολιτισμο μας. τελος παντων, πηγαινει, καθεται κ η αγνωστη απο κατω κ μου ποζαρει, σαν να μην τρεχει τιποτα. σηκωνω εγω το κινητο κ τη φωτογραφιζω. τραβαω κ καμια πενηνταρια φωτογραφιες ακομα - δεν μπορει, καποια θα της αρεσει. παω να της δωσω πισω το κινητο, με προλαβαινει παλι. "ειμαι ωραια;" με ρωτα. δεν ειμαι σιγουρος αν εννοει στη φωτογραφια ή στην πραγματικοτητα. λεω να το ρισκαρω. "πιο ομορφη απο ποτε", της απαντω, λες κ την ξερω κ απο χθες. "σε ευχαριστω", μου λεει, "θα τη στειλω στην αυστραλια στον φιλο μου". δυσκολευομαι να διαχειριστω αυτην την πληροφορια. ευχομαι αισιον κ ευτυχες το νεο ετος κ επιστρεφω στο αμαξι μου.
στο οποιο αμαξι εχω αφησει αναμμενα τα αλαρμ. καπως ετσι, νομιζω, πως περασε ολοκληρη η χρονια.. με αναμμενα τα αλαρμ, σε ολοκληρο τον κοσμο. "αντε, μπες μεσα, τελειωνε", μου λεει το αμαξι κ ανυπομονο ανοιγει την πορτα απο μονο του. "καλη ιδεα", του απαντω, κανοντας εναν διερχομενο οδηγο τρισευτυχισμενο - παιζει να ειναι ο ιδιος που λιγο πριν με εβριζε. αντε, κ του χρονου.. μπαινω
Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2022
κατι στη δικια μου γλωσσα
πηγαινω καπου με το αυτοκινητο κ εχω μπλεξει στην κινηση. επειδη δεν βιαζομαι ιδιαιτερα, δεν με ενοχλει κ τοσο. ακουω μια σατιρικη εκπομπη στο ραδιοφωνο, χωρις να ξερω ομως πως ειναι σατιρικη, οποτε αντι να γελαω, ανησυχω με ολα αυτα που συμβαινουνε στον κοσμο κ προβληματιζομαι.
λιγο μετα βρισκομαι αμετακινητος μπροστα σε ενα κοκκινο φαναρι. διπλα στο φαναρι ενας τυπος με μια βουρτσα κ εναν κουβα στα χερια πλησιαζει τα αυτοκινητα σαν να ζηταει κατι. οι οδηγοι των αυτοκινητων, μολις τον βλεπουν, ανοιγουν τους υαλοκαθαριστηρες τους. τι φαση, σκεφτομαι. κοιταζω τον ουρανο. ουτε υπονοια βροχης. ουτε ενα συννεφακι. ο τυπος φτανει κ στο δικο μου αμαξι κ αρχιζει να μου καθαριζει το παρμπριζ. ετσι, χωρις να του το ζητησω. στο μεταξυ εχω να πλυνω το ανταμομπιλ απο το καλοκαιρι. ακομα υπαρχει αμμος κατω απο τα καθισματα και ειμαι σιγουρος πως αν ψαξω καλα μπορει να βρω φυκια, καβουρια κ αστεριες. καλη φαση, ξανασκεφτομαι κ βγαινω απο τα αμαξι προσεκτικα, μην πατησω κανεναν αχινο κ εχουμε κ αλλα. "φιλε", του λεω, "αμα τελειωσεις απεξω να το περασεις κ απο μεσα ενα χερακι, ναι;" ο τυπος μου απαντα κατι στην γλωσσα του κ ριχνεται αμεσως στη δουλεια περιπου ενθουσιασμενος. αναβω τσιγαρο κ αραζω εκει στο πεζοδρομιο.
κ τοτε, ετσι απο το πουθενα, το φαναρι γινεται ξαφνικα πρασινο. τα αυτοκινητα μπροστα απο μενα αρχιζουν να κινουνται. οι οδηγοι πισω απο μενα αρχιζουν να μου κορναρουν κ να με βριζουνε. λες κ με ξερουν κ απο χθες. λες κ τους εχω κανει κατι πολυ κακο κ ασυγχωρητο. ο τυπος που εχει βγαλει εξω τα πατακια κ τα καθαριζει με ζηλο κ επιμελεια, χαμογελαει αμηχανα. του λεω κατι στη δικια μου γλωσσα κ τον καθησυχαζω. πανω στην ωρα, φτανει κ ενας αστυνομικος καβαλα στη μοτοσυκλετα του. ο τυπος, μολις τον βλεπει, παραταει βουρτσες κ κουβαδες κ το βαζει στα ποδια. το μονο που προλαβαινει να παρει μαζι του ειναι ενα βατραχοπεδιλο που βρηκε μες στο ντουλαπακι. ας ειναι. εχω, νομιζω, αλλο ενα καπου. χαλαλι του.
"τι γινεται εδω;" ρωταει το οργανο της ταξης. "τι να γινει, ρε οργανο της ταξης", του απαντω, "τον τρομαξες τον ανθρωπο κ αντε να τον βρω τωρα ξανα να τον πληρωσω". "γιατι παρακωλυετε την κυκλοφορια, κυριε;" ρωταει το οργανο ξανα, φερνοντας το χερι του στο οπλο του. μηχανικα, φερνω κ εγω το χερι μου στη μεση, ετοιμος να τραβηξω πρωτος. μετα θυμαμαι ομως οτι δεν παιζουμε σε γουεστερν αλλα σε φαρσοτραγωδια κ σκυβω να μαζεψω τα πατακια που ακομα δεν εχουνε στεγνωσει. οι κορνες των αλλων οδηγων, των παρακωλυομενων, εχουν συντονιστει κ παιζουν σε ρυθμους χριστουγεννιατικους. περιπου συγκινουμαι. "μετακινηστε, σας παρακαλω, το αυτοκινητο σας", μου λεει ο αστυνομικος με υφος που δεν σηκωνει αντιρρησεις. "γιατι αλλιως, τι;" τον ρωτω με γνησιο ενδιαφερον. μην παει ετσι τζαμπα το ολο επεισοδιο. να μαθουμε κ κατι. ο αστυνομικος βαζει τα κλαματα. οι αλλοι οδηγοι βγαινουν απο τα αμαξια τους κ σπευδουνε να τον παρηγορησουν.
εκμεταλλευομαι την ευκαιρια κ μπαινω στο αυτοκινητο. ανοιγω ξανα το ραδιοφωνο κ ακουω τον σατιρικο εκφωνητη να μου λεει πως θα επρεπε να ντρεπομαι. ντρεπομαι λιγο, οντως. βαζω μπρος κ απομακρυνομαι. δεν προλαβαινω να περασω το φαναρι κ πανω στο τζαμι μου σκαει μια χοντρη σταγονα. κοιταζω τον ουρανο ξανα. συννεφα κ μαυριλα. κλασικα. καθε φορα η ιδια ιστορια. κ στην ερημο, που λεει ο λογος, να εμενα, καθε φορα που θα το πηγαινα για πλυσιμο, αμεσως θα αρχιζε να βρεχει
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2022
Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2022
ωραια πορτα
ειδα σημερα στη γειτονια εναν ανθρωπο να φωτογραφιζει μια πορτα. την ωρα εκεινη η πορτα ανοιξε κ βγηκε ενας αλλος ανθρωπος. ο δευτερος ανθρωπος, βλεποντας τον πρωτο να τον σημαδευει με το κινητο του, ρωτησε, με υφος καπως ζορικο: "συμβαινει τιποτα, φιλε;" "οχι, τιποτα... να.. την πορτα σας φωτογραφιζω", απολογηθηκε ο πρωτος. "γιατι;" επεμεινε ο δευτερος - σχεδον εριστικα, θα ελεγα. "εμ.. γιατι.. ειναι ωραια... μου αρεσει..", ψελλισε ο περαστικος. ο ιδιοκτητης της πορτας γυρισε τοτε κ την κοιταξε. την κοιταξε καλα. κ μετα εκανε κ ενα βημα πισω κ την κοιταξε ακομα καλυτερα, οπως κοιταν οι πιο ψαγμενοι ή οι πρεσβυωπες τα αριστουργηματα της τεχνης στα μουσεια. "κοιτα να δεις", σκεφτηκε, "εχω τετοια ωραια πορτα κ τοσον καιρο δεν το ειχα καν προσεξει". κ αφου τη θαυμασε καλα-καλα, γυρισε να ζητησει συγγνωμη απο τον αλλον για τον αποτομο του τροπο. στο μεταξυ, ομως, ο αλλος το ειχε βαλει στα ποδια, ανακουφισμενος που την ειχε τοσο φτηνα γλιτωσει, χωρις να καταλαβει κανεις τα σκοτεινα πραγματικα του κινητρα που τον ειχαν οδηγησει σημερα μεχρι τη γειτονια μας. ο ανθρωπος ανασηκωσε τους ωμους του κ υστερα εβγαλε απο την τσεπη το δικο του κινητο κ πηρε ποζα για να αυτοφωτογραφηθει παρεα με την πιο ωραια πορτα στο βορειο ημισφαιριο. "φιλε, συμβαινει τιποτα;" ρωτησε τοτε η πορτα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

