Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

από συνήθεια

παμε το απογευμα να κανουμε το τρισαγιο στη γιαγια κ παιρνω στο αμαξι τον παπα, γιατι βρεχει πολυ κ το μνημα ειναι ψηλα, στην ανηφορα. ο παπας μοιαζει αμηχανος. ρωταει την ηλικια της συγχωρεμενης κ υστερα λεει κατι αδιαφορο για τον καιρο. αναρωτιεμαι αν ειναι η πρωτη του φορα που κανει βαρδια στο νεκροταφειο.
μετα την συντομη τελετη τον ξανακατεβαζω με το αμαξι.
"δεν πιστευεις, ε;" με ρωταει.
"δεν ξερω.. μαλλον οχι", του απαντω, "γιατι;"
"τιποτα.. ειδα που δεν εκανες τον σταυρο σου. δεν πειραζει, ομως. φτανει που εισαι εδω." 
αναρωτιεμαι τι εννοει με αυτο το "εδω". εδω, στο νεκροταφειο; εδω, στην πολη; εδω, σε αυτον τον κοσμο; ή μηπως το εδω ειναι μεταφορικο; οτι ειμαι εδω, ασπουμε, συγκεντρωμενος κ δεν πεταει αλλου ο νους μου; τωρα μαλλον ειμαστε κ οι δυο αμηχανοι. ο παπας δεν εχει πει, ομως, την τελευταια του κουβεντα:
"να σε ρωτησω κ κατι αλλο;"
"παρακαλω."
"ποσα κυβικα ειναι το αυτοκινητο σου;"
"χιλια διακοσια. γιατι;"
"ε, τοτε.. γιατι το λενε πεντακοσαρακι;"
"ετσι", του απαντω, "απο συνηθεια. ετσι λεγανε το παλιο μοντελο που του εμοιαζε."
"απο παραδοση", με διορθωνει, "οχι απο συνηθεια. η παραδοση ειναι καλο πραγμα. η συνηθεια ειναι του διαβολου."
θελω να τον ρωτησω αν μιλαει αλληγορικα. αν ολο αυτο ειναι, ξερωγω, η παραβολη του μαυρου φιατ κ κατι αλλο πιο υπαρξιακο κρυβεται απο πισω. φτανουμε. ανοιγει την πορτα. "να ζησετε να την θυμαστε", μου λεει, "κ οταν πας να πληρωσεις τελη κυκλοφοριας, να τους δωσεις μονο για τα πεντακοσια." γελαει. το εχω ακουσει πεντακοσιες τουλαχιστον φορες αυτο το αστειακι. γελαω κ εγω λιγο. απο συνηθεια.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

ο κορεατης

οταν ημουν ερασμους στη γαλλια -τον προηγουμενο αιωνα- εμενα σε μια φοιτητικη εστια. στο διπλανο δωματιο εμενε ενας κορεατης μεταπτυχιακος, του οποιου το ονομα τωρα το εχω πια ξεχασει. ο κορεατης, για καποιον λογο ακατανοητο, ειχε βρει στο προσωπο μου τον ευρωπαιο κολλητο που παντα ονειρευοταν κ μου ελεγε ολα τα μυστικα του. οι εξωφρενικες εξομολογησεις του, τις οποιες ακουγα υπομονετικα σχεδον καθε απογευμα, με εκαναν πολυ συχνα να θελω να αρπαξω ενα ψαλιδι κ να κοψω τα αυτια μου. μετα σκεφτομουν, ομως, οτι ισως η κινηση αυτη του εδινε περισσοτερο θαρρος, αφου στις απωανατολικες ταινιες, που βλεπαμε ηδη τοτε στο σινεμα, τετοιοι ακρωτηριασμοι ηταν πολυ συνηθισμενο, αν οχι κ αγαπημενο, θεαμα.
το βασικο προβλημα του γειτονα μου ηταν οτι ειχε καψουρευτει θανασιμα μια, επισης ερασμους, ιταλιδα, της οποιας το ονομα, σε αντιθεση με το δικο του, παραδοξως το θυμαμαι ακομα: καρμινα. τον φλογερο κ εξωτικο αυτον ερωτα η καρμινα δεν τον πληροφορηθηκε ποτε, αφου ο συνεσταλμενος φιλος μου περιοριζοταν να τα λεει μοναχα σε εμενα κ συνηθιζε να τρεχει τρομοκρατημενος να κρυφτει, μολις το αντικειμενο του ποθου του εμφανιζοταν στην κοινοχρηστη κουζινα του οροφου μας, την οποια ειχαμε μετατρεψει σε πολυχωρο κοινωνικων εκδηλωσεων.
ενα απογευμα, που ηρθε παλι για να μοιραστει μαζι μου τον καημο του, δεν αντεξα κ του εβαλα τις φωνες: "γιατι, ρε ανθρωπε, δεν πας να της τα πεις κ εκεινης ολα αυτα; τι εχεις να χασεις; το πολυ-πολυ να φας κανενα νουντλς.." (το ξερω, δεν εκανα κ την καλυτερη μεταφραση του ορου χυλοπιτα, αλλα αυτος μια χαρα καταλαβε τι ηθελα να πω.) "δεν γινεται", μου απαντησε. "τωρα εχει πια γκομενο." "ποιον;", απορησα εγω. "εναν σουηδο, ερασμους σαν κ εσας", αναστεναξε αυτος. με τους σκανδιναβους ερασμους παιζαμε μπαλα τις κυριακες κ λιγο πολυ τους ειχα γνωρισει ολους - εγω, ως αναδελφος ελλην, ειχα κολλησει στην ομαδα των ιταλοΐσπανων, που επαιζαν πιο πολυ για να πλακωθουν παρα για χαρη του αθληματος κ γενικα περνουσαμε πολυ ομορφα. "ποιον σουηδο, ρε; λεγε", επεμεινα. "πού θες να ξερω;", μου απαντησε σχεδον απαξιωτικα, "αυτοι ειναι ολοι ιδιοι."
κ καπως ετσι η ανατολη σημειωσε, στις καθυστερησεις ενος αγωνα που φαινοταν να εχει πια κριθει, το γκολ της τιμης σε βαρος της δυσης, στο αιωνιο κατα τα αλλα ντερμπυ των στερεοτυπων.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

οι απο κατω

οταν σπουδαζα στην αθηνα, εμενα σε μια πολυκατοικια στα εξαρχεια. το διαμερισμα μου ηταν στον πρωτο οροφο κ απο κατω ακριβως στο ισογειο ζουσε ενα ζευγαρι. εξι χρονια δεν ανταλλαξαμε ποτε κουβεντα, περα απο καμια αναπαντητη καλημερα που τους ελεγα καμια φορα, οταν τους συναντουσα στον διαδρομο. κ ομως ηξερα σχεδον τα παντα για αυτους, αφου τους ακουγα ολη τη μερα να τσακωνονται.
δεν λεω, καυγαδες γινονται σε ολα τα σπιτια κ ολα τα ζευγαρια εχουν τα θεματα τους, αλλα αυτοι οι δυο αληθεια το παρακανανε. απο το πρωι, οπου συνηθως με ξυπνουσαν οι φωνες τους, μεχρι το βραδυ, που με νανουριζαν γλυκα με τις βρισιες κ τις καταρες τους, αυτοι οι ανθρωποι αλλο πραγμα δεν εκαναν απο το να πλακωνονται κ να μπαζωνουν με λογια βαρια κ ασυγχωρητα τον ακαλυπτο της μελαγχολικης κ κατα τα αλλα αδιαφορης πολυκατοικιας μας. παρακολουθωντας, αθελα μου παντα, τους εντονους εκεινους διαλογους, ειχα μαθει τα παντα: το πώς -"αναθεμα την ωρα κ τη στιγμη"- γνωριστηκαν, τον τοπο της καταγωγης τους - συνηθως αποκαλουσαν ο ενας τον αλλον με γλαφυρα βουκολικα ονοματα, τις ασχολιες κ τις προτιμησεις των -τεμπεληδων, αμορφωτων, ανωμαλων κ.λπ.- πλησιεστερων συγγενων τους, τις αποψεις των -κατα κανονα κοπριτων- φιλων τους, τις διατροφικες συνηθειες τους - "παλι σκατα θα φαμε;" κ τα χομπυ τους -"μασε τωρα τα δελτια του στοιχηματος, μην στα πεταξω απο το παραθυρο". στην αρχη με ενοχλουσε ολη αυτη η αναστατωση. μετα περασα μια φαση που ανησυχουσα λιγο μην σκοτωθουνε κυριολεκτικα κ μαζευτουνε τα καναλια εξω απο την πορτα μας. υστερα τους συνηθισα. τοσο που οταν καμια σπανια φορα λιγακι ηρεμουσαν, ηθελα να κατεβω κ να τους ρωτησω μηπως επαθαν κατι.
ενα βραδυ, εκει προς το τελος των σπουδων μου, ειχε ερθει ενας φιλος απο το σπιτι μου να δουμε λιγη μπαλα. "καλα, ρε συ", μου λεει, "μπηκαμε στο πανεπιστημιο, περασανε τα χρονια κ τωρα κοντευουμε να παρουμε πτυχιο κ αυτοι οι δυο ακομα εκει, μαλωνουνε; μηπως να κανουμε κατι;" "τι κατι;" απορω εγω. "κατι, ρε φιλε. δεν μπορει.. αφου ειμαστε περιπου δικηγοροι", επεμενει αυτος κ αμεσως σηκωνεται απο τον καναπε κ μου κανει νοημα να τον ακολουθησω. κατεβαινουμε, λοιπον, στο ισογειο. χτυπαμε το κουδουνι. "ρε, παμε να φυγουμε. τι θα τους πουμε;" ψιθυριζω εγω αγχωμενος. "αστο σε μενα", μου απανταει αυτος με φανερη αυτοπεποιθηση κ βαραει λιγοτερο διακριτικα την πορτα. ανοιγει η πορτα κ εμφανιζονται μπροστα μας κ οι δυο. "τι θελετε;" "μια ερωτηση μονο", τους λεει ο φιλος, "αληθεια, γιατι δεν χωριζετε;"
τα ελαχιστα εκεινα δευτερολεπτα αμηχανιας αμεσως τα διαδεχτηκε το ισχυροτερο ξεσπασμα οργης που εχω δει στη ζωη μου. για ενα τεταρτο τουλαχιστον μας περιελουσαν κ τους δυο με τετοιο ευφανταστο κ ακατασχετο υβρεολογιο που ξεσηκωσαν οχι μονο την πολυκατοικια αλλα κ ολοκληρη τη γειτονια. το πως δεν επενεβη η αστυνομια, για να μην πω η αντιτρομοκρατικη, ητανε μαλλον θαυμα. κ ομως. μεσα σε ολον εκεινον τον κακο χαμο, μια λαμψη ομονοιας κ ομοθυμιας ειχε αρχισει σιγα-σιγα να διακρινεται. λες κ εμεις, που ειχαμε εμφανιστει ετσι ξαφνικα ως απομηχανης κοινος εχθρος, να τους ειχαμε δωσει εναν λογο να συμμαχησουν επιτελους κ να υπερασπιστουν απο κοινου το σπιτι τους κ τον δεσμο τους. οταν καποια στιγμη αρχισαν να κλεινουν οι φωνες τους,
τους αφησαμε κ ανεβηκαμε ξανα στο διαμερισμα μου. αραξαμε κ παρακολουθησαμε στην τηλεοραση τον υπολοιπο αγωνα αμιλητοι κ σκεφτικοι. στο ημιχρονο, ο φιλος μου παιρνει το τηλεκοντρολ κ κλεινει τον ηχο. κοιταζομαστε. απο κατω δεν ακουγεται τιποτα. απολυτη ησυχια. μου χαμεγελαει με ικανοποιηση κ τσουγκριζει το κουτακι της μπυρας του με το δικο μου. "δικηγοροι, ρε φιλε", μου λεει, "περιπου δικηγοροι."

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

ο θειος γιαννης

πριν λιγες μερες συναντησα τυχαια στον δρομο μια πρωην μου την ωρα που εκανε βολτα παρεα με τον γιο της. στην αρχη η αληθεια ειναι οτι δεν τη αναγνωρισα - ειχα να τη δω κ πεντακοσια χρονια. μετα ομως, αφου ειπαμε τα τυπικα "τι κανεις;" κ "που χαθηκες;" κ ξεπερασαμε την αρχικη βαρια αμηχανια, καταλαβα οτι η παρουσια μου ειχε, ασπουμε, καπως ενοχλησει τον μικρο που με καρφωνε με ενα βλεμμα εχθρικο κ τσαμπουκαλεμενο. κ ενω εγω προσπαθουσα να μην τον κοιταζω κ να συντηρω την κουβεντα λεγοντας διαφορα αδιαφορα για τον καιρο, την κριση, το χασμα γενεων κ την αστυφιλια, ο πενταχρονος σατανακος με εδειξε με το δαχτυλο κ ρωτησε την πρωην μου κ νυν του: "αυτος, μαμα, ποιος ειναι;" "αυτος, μιχαλη μου, ειναι ο θειος γιαννης", απαντησε αυθορμητα εκεινη, χαϊδευοντας το δυσπιστο κεφαλακι του. αυτος το σκεφτηκε για λιγο κ υστερα, διακοπτοντας με για δευτερη φορα, ειπε: "δεν εχω θειο γιαννη." "ελα, ρε φιλε", διαμαρτυρηθηκα εγω, "ολοι εχουμε εναν θειο γιαννη. μην το κανεις θεμα τωρα..". ο μικρος εσφιξε τα χειλη του συμβιβαστικα κ μετα ειπε κατι ακατανοητο, που αυθαιρετα το μετεφρασα μεσα στο κεφαλι μου ως εξης: "καλα, δεν βιαζομαι.. θα σε δειρω σε δεκα χρονια απο τωρα." μετα αποχαιρετιστηκαμε λεγοντας ενα στα τερματα υποκριτικο "αντε μωρε, να τα ξαναπουμε καμια φορα" κ συνεχισαμε τον δρομο του ο καθενας.

δεν ξερω για εκεινη κ ουτε θελω να μαθω φυσικα, αλλα εγω εχω την εντυπωση οτι για αρκετη ωρα πρεπει να κυκλοφορουσα, τη μερα εκεινη, με ενα χαζο χαμογελο στα μουτρα μου, ως αποτελεσμα αυτου του "θειος γιαννης", που για εναν λογο, το ξερω, ισως αδικαιολογητο το θεωρησα ως τιτλο τιμης κ ως βραβειο για τη συνολικη μου προσφορα σε αυτον εδω τον κοσμο..

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

το παπουτσι

εγινε, λεει, πριν λιγο καιρο, μια μικροκλοπη στο κεντρο του βολου. ενας νεαρος αρπαξε κατι απο ενα σουπερμαρκετ κ το εβαλε στα ποδια. ο υπευθυνος του καταστηματος, που ητανε παρων, καταλαβε εγκαιρως τι συνεβη, κυνηγησε τον δραστη κ με τη βοηθεια καποιων αλλων πολιτων τον επιασε λιγα στενα παρακατω. λιγο μετα ηρθε κ η αστυνομια κ τον συνελαβαν κανονικα κ με τον νομο. στο μεταξυ, ο νεαρος, οσο ετρεχε ή οσο παλευε να μην τον πιασουν, σκονταψε καπου κ εχασε το ενα του παπουτσι. οι αστυνομικοι τού περασαν χειροπεδες, του εριξαν κ κανα-δυο ψιλες κ τον πηραν για να τον πανε στο τμημα δια τα περαιτερω. την ωρα, ομως, που τον εβαζαν στο περιπολικο, καποιος φωναξε: "ε! περιμενετε λιγο!".. οι αστυνομικοι σταματησαν κ ειδαν εναν τυπο να ερχεται τρεχοντας προς το μερος τους κρατωντας με το ενα χερι του ψηλα το χαμενο παπουτσι του κλεφτη. ηταν ενας αλλος εμπορος, που εχει χρονια τωρα μαγαζι με αθλητικα ειδη στην ιδια γειτονια. ο τυπος γονατισε μπροστα στον νεαρο, του φορεσε το παπουτσι του κ του εδεσε τα κορδονια, ετσι ακριβως οπως τον εβλεπαν ολοι καθημερινα να κανει με τους πελατες του. ετσι οπως κανουν αυτοι που πουλανε παπουτσια με τα μικρα παιδια, που ακομα δεν ξερουν να δενουν τα κορδονια τους. μονο που δεν τον ρωτησε αν του κανει το νουμερο ή μηπως τον χτυπαει. μετα σηκωθηκε, ειπε "ενταξει τωρα" στους αστυνομικους κ γυρισε στο μαγαζι του. ολοι τριγυρω του ειχανε σαστισει. οσο ηταν εκει γονατισμενος μπροστα στον νεαρο παραβατη κ του φορουσε το παπουτσι του, ητανε, λεει, σαν να ειχε σταματησει ο χρονος. οταν μετα οι συναδελφοι του, απο τα αλλα μαγαζια, τον ρωτησαν γιατι το εκανε αυτο, αυτος απαντησε αδιαφορα: "αυτη ειναι η δουλεια μου".