Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

γιατί γράφω

Πάω σήμερα το πρωί στο οικείο αστυνομικό τμήμα για μια δουλειά γραφειοκρατικού χαρακτήρα και πέφτω πάνω σε έναν παλιό μου συμμαθητή και νυν μπάτσο.
"Τι έγινε ρε", μου λέει αντί για καλημέρα, "γράφεις τίποτα;"
"Γιατί, ρε ψευταρά; Με διαβάζεις;" του απαντώ.
"Άμα γράψεις κάνα καλό αστυνομικό, θα σε διαβάσω. Μου αρέσουνε αυτά. Διάβασα ένα τελευταία με έναν γάλλο συνάδερφο, γαμάτο! Γούσταρα κάπου που έλεγε πως έγινε μπάτσος γιατί δεν πίστεψε ποτέ του στις συμπτώσεις..."
"Όχι", του λέω, "δεν κατάλαβες, αυτός είναι συνάδερφος δικός μου. Εγώ, επειδή δεν πιστεύω στις συμπτώσεις, άρχισα κάποτε να γράφω..."

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

τα χαμένα

Έχω χάσει πάρα πολλά βιβλία. Τα πιο πολλά υπήρξαν δανεικά κι αγύριστα. Τα έδωσα σε φίλους για να τα ρίξουν μια ματιά κι αυτοί, διαβάζοντάς τα, τόσο πολύ τα αγάπησαν, που ξέχασαν πως ήτανε δικά μου. Τους συγχωρώ, κι εγώ το έχω κάνει.
Είναι άλλα που τα άφησα, κάπου, σε κάποια πλαζ σεπτεμβριανή, σε κάποιο αδειανό σκαμπό, δίπλα σε ένα κρεβάτι. Ούτε τα ξέχασα ακριβώς ούτε να απαλλαγώ από αυτά στ’ αλήθεια δεν προσπάθησα. Είναι που οι ιστορίες τους τόσο πολύ ταιριάξανε με εκείνα εκεί τα μέρη, που εν τέλει αφομοιώθηκαν στης μνήμης το τοπίο.
Κάποια, το παραδέχομαι, τα αντάλλαξα, αν και ήξερα πως είχαν πια εξαντληθεί, πως δεν θα τα ξανάβρισκα, με άλλες ιστορίες άγραφες, με ιδέες που δεν τόλμησε ποτέ κανείς να τις σκεφτεί, με ανθρωποφάγες λέξεις.
Τέλος, είναι κι εκείνα που τα πήρανε οι χωρισμοί. Που φεύγοντας τα άφησα σε άλλες βιβλιοθήκες και ύστερα δεν τόλμησα να τα διεκδικήσω. Μα αν γράφω τώρα επειδή έτσι μπορώ να λέω πράγματα που διαφορετικά ποτέ δεν καταφέρνω, μήπως αυτή είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να σου τα ζητήσω;
Έτσι, λοιπόν –ναι, σε σένα απευθύνομαι- αν τύχει και τώρα να είσαι εκεί κι εμένα να διαβάζεις, αν έχεις ακόμα εκείνα τα βιβλία που για ομήρους σου τα κράτησες, αν πια δεν τα χρειάζεσαι, αν πείστηκες πως τη δουλειά τους μια χαρά την κάνανε –μαζί με αυτά σκεφτόμουνα το σπίτι σου κι εσένα- αν θες να δεις τι κρύβεται μετά το τέλος των ιστοριών, αν στων σελίδων τους το περιθώριο ακόμα τον γραφικό μου χαρακτήρα ξεχωρίζεις, αν δεν τα έκαψες κι αυτά μαζί με όλα τα άλλα, δεν κάνω πλάκα, το εννοώ, τα θέλω ακόμα πίσω.
Έχω χάσει πάρα πολλά βιβλία. Έχασα γενικά πολλά. Μια μονότονη διαδοχή απωλειών υπήρξε η ζωή μου. Άλλα τα δάνεισα σε φίλους μου και τα έκαναν δικά τους. Άλλα τα εγκατέλειψα σε αγαπημένα μέρη. Άλλα υπήρξαν το αντίτιμο για αυτά που τώρα έχω. Και κάποια άλλα – ενδεχομένως τα πιο ενοχλητικά- ουσιαστικά τα χάρισα για να μπορέσω απερίσπαστος να γράψω τα δικά μου.

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

η οδύσσεια

Τον Δεκέμβριο του 2004 έφυγα για να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη με το τραίνο. Το ταξίδι αυτό θα διαρκούσε έναν ολόκληρο μήνα και επειδή κάτι θα έπρεπε να διαβάζω στη διαδρομή, πριν ξεκινήσω βρέθηκα στο δίλημμα, να πάρω μαζί μου πολλά βιβλία και ελαφριά ή ένα βαρύ που από μόνο του να ζυγίζει όσο τα άλλα; (Μιλάω για το βάρος των βιβλίων κυριολεκτικά, ο σάκος που κουβαλούσα στην πλάτη μου δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια.) Τελικά επέλεξα το δεύτερο, και επειδή το ταξίδι επρόκειτο να καταλήξει στο Δουβλίνο, από όλα τα βαριά υποψήφια, διάλεξα τον «Οδυσσέα», τον οποίο άρχισα να διαβάζω στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Πελοποννήσου και ολοκλήρωσα στο λιμάνι του Χόλυχεντ, λίγο πριν επιβιβαστώ στο πλοίο που θα με μετέφερε στην πατρίδα του συγγραφέα του. Το βιβλίο αυτό, μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, με είχε ήδη βάλει σε μεγάλες περιπέτειες, τέτοιες που όχι μόνο άλλαξαν τον χαρακτήρα του ταξιδιού, αλλά και τον ταξιδιώτη τον ίδιο. (Μιλάω για το βιβλίο ως αντικείμενο, για το χάρτινο αυτό «τούβλο» των οκτακοσίων είκοσι δύο σελίδων.) Στην Περούτζια, σε κάποιο σκοτεινό καφέ, ένα κορίτσι κατά λάθος μου το έκλεψε και έτρεξα έξω στο δρόμο για να την προλάβω. Την πρόλαβα, μα έχασα το τραίνο για το Ούντινε, περνώντας τη νύχτα εκείνη ανάμεσα σε άλλα δικά της κλοπιμαία. Στο Μόναχο κάποιος λαθραναγνώστης, σκυμμένος πάνω από τις σελίδες του, με ρώτησε αν είναι ρώσικα η γλώσσα που διαβάζω. Η απάντησή μου δεν του άρεσε και έφυγα αμέσως για το Ντίσελντορφ, σχεδόν κυνηγημένος. Στην Κοπεγχάγη έμεινα χωρίς λεφτά, κοιμήθηκα σε ένα παγκάκι στο σταθμό και το έβαλα για μαξιλάρι - τα όνειρα που είδα εκείνα τα χαράματα ακόμα την Ευρώπη βασανίζουν. Τέλος πάντων, τελικά κατάφερα όχι μονάχα να το κουβαλήσω μέχρι την άλλη άκρη της ηπείρου μας, αλλά και να το διαβάσω ολόκληρο και να συνδέσω μοιραία με αυτό και το μακρύ ταξίδι μου και μια ολόκληρη εποχή που κύλησε πάνω σε ράγες και βαγόνια. Θα μπορούσα να αφηγούμαι για μέρες την ιστορία αυτής της περιπλανώμενης ανάγνωσης, κι ίσως κάποια στιγμή το κάνω, όμως άλλο είναι αυτό που ήθελα να πω: Κάθε φορά που με ρωτούν ποια είναι τα βιβλία αυτά που θεωρώ αγαπημένα μου ή έστω αυτά που με έχουν από τα άλλα πιο πολύ, ας πούμε, επηρεάσει, διαπιστώνω ότι οι απαντήσεις μου αφορούν βιβλία που στάθηκαν ως αφορμή για να γεννηθούν –συνήθως άθελά τους- άλλες ιστορίες άσχετες με εκείνες πάνω στις οποίες βασίζονται και με ήρωα σχεδόν πάντα εμένα. Ακόμα κι αν τα διάβασα μια νύχτα στο κρεβάτι μου και με την πόρτα του σπιτιού με ασφάλεια κλειδωμένη. Όσον αφορά το βιβλίο του Τζόυς, το χάρισα στην Ιρλανδία στον φίλο που με φιλοξένησε και ύστερα γύρισα στο σπίτι μου πολύ ξαλαφρωμένος.