Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

τα τείχη και η απόσταση

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Εσύ είχες πια από καιρό φύγει για την Αγγλία. Μου έγραφες να έρθω στο Λονδίνο να σε βρω, μα κάθε φορά που άρχιζα να φτιάχνω τις αποσκευές, άλλαζες γνώμη και μου έλεγες «περίμενε, δεν είναι ακόμα η κατάλληλη στιγμή, δεν ήρθε η ώρα ακόμα». Βαρέθηκα να περιμένω και είπα να φέρω κι εσένα και το Λονδίνο ακόμα και την ώρα, τη στιγμή εδώ, πίσω στη γειτονιά σου. Άργησα λίγο το σπίτι σου να βρω. Μπερδεύτηκα. Δεν ήξερα ποια έξοδο της Μεσογείων να διαλέξω. Ξεκίνησα τότε τον κόσμο να ρωτώ. Και επειδή δεν τη θυμόμουν τη διεύθυνση, τους έλεγα «συγνώμη, μήπως ξέρετε που μένει το κορίτσι;» Οι απαντήσεις τους ελάχιστα βοήθησαν και τότε άρχισα το όνομά σου να φωνάζω. Μα εσύ δεν ήσουνα εκεί. Το σκέφτηκα ξανά καλύτερα. Έπρεπε μάλλον να φωνάξω δυνατότερα. Να ουρλιάξω την επιθυμία μου. Τα τείχη να γκρεμίσω. Να ταξιδέψει η φωνή πάνω από την Αδριατική, τις Άλπεις να περάσει, να κάνει στάση στο Παρίσι για καφέ –ίσως εκεί να έβρισκε εκείνο το δαχτυλίδι που είχες χάσει- να βγει στη Μάγχη ορθόπλωρη, να ανεβεί τον Τάμεση, το Ίσλιγκτον να βρει ανυπεράσπιστο και να το εμβολίσει. Ξέρεις, στην ιστορία τη δική μας, τείχη στ’ αλήθεια δεν υπήρξανε ποτέ. Το μόνο τείχος ήταν η απόσταση. Το σπίτι σου, όμως, ακόμα ήτανε εκεί, στη θέση του. Με άκουσε, με είδε, μου απάντησε. Ήταν μπροστά στα μάτια μου. Τόσην ώρα κύκλους έκανα. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Δε μου άρεσαν τα εύκολα. Μια πρόκληση ζητούσα. Χτύπησα το κουδούνι σου. Είδα, ακόμα έγραφε πάνω του το όνομά σου. Κανείς μέσα δεν ήτανε. Και τότε το διέρρηξα. Σήμερα πλέον είναι αργά. Πάει, τελειώνει ο Αύγουστος. Και άλλα αστεία ψέματα δεν προλαβαίνω πια να σου κατασκευάσω. Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Το ξέρεις πως εκεί, σε εκείνο το παλιό, το παιδικό κρεβάτι σου, ακόμα κοιμάται η σκιά σου;

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

διακοπές στον ήλιο

-Γιατί δεν πήγαμε ποτέ μαζί διακοπές;
-Διακοπές από τι; Τι έχουμε εμείς οι δυο να διακόψουμε;
-Μην παίζεις με τις λέξεις σου, χαζέ! Παίξε καλύτερα με μένα!
-Εσύ δεν είσαι λέξη, δηλαδή;
-Είμαι, αλλά εγώ δεν κλίνομαι με τίποτα.
-Επίρρημα, λοιπόν;
-Δεν ξέρω. Μπορεί και απαρέμφατο. Κι επίσης, όσο κι αν ψάξεις, δεν πρόκειται σε άλλους χρόνους να με βρεις. Ξέρεις, εγώ είμαι του ενεστώτα.
-Τότε, τι μου μιλάς για διακοπές; Πώς γίνεται να σου υποσχεθώ; Πώς να σου πω «θα πάμε»; Πήγαμε ήδη. Είμαστε!
-Που είμαστε;
-Δεν ξέρω. Κάπου στον ήλιο μάλλον.
-Διακοπές στον ήλιο;
-Σε εμάς, στην επικράτεια της ιστορίας μας ο ήλιος ποτέ δε δύει.
-Λες χαζομάρες πάλι.
-Μπορεί. Εξειδικεύομαι σε αυτές.
-Πες μου, λοιπόν, που είμαστε;
-Πες μου εσύ, καλύτερα.
-Δε βλέπω. Δε μπορώ να πω.
-Κλείσε τα μάτια σου ξανά.
-Δεν τα άνοιξα ποτέ μου.

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

μπροστά στα τείχη

Το καλοκαίρι εκείνο το πέρασα στο σπίτι σου. Το σπίτι αυτό, στον Φιλοπάππου, το είχα βάλει στο μάτι από καιρό. Από το βράδυ εκείνο της σφαγής. Σίγουρα το θυμάσαι. Περάσαμε μια βόλτα από το Σύνταγμα. Ή μάλλον όχι, εσύ ήδη βρισκόσουνα εκεί – εγώ ήμουν ο περαστικός. Τότε ετοιμαζόμουνα να φύγω στη Μαδρίτη. «Τι πας να κάνεις πάλι εκεί;» με ρώτησες. «Δε βλέπεις; Εδώ όλα συμβαίνουν.» Είχαμε σίγουρα μια αίσθηση 20 πολύ στ’ αλήθεια διαφορετική του τι «συμβάν» σημαίνει. Σήμερα, πλέον μπορώ να πω με βεβαιότητα. Για να συμβεί το οτιδήποτε, ακόμα και αν μιλάμε για γεγονότα κοσμοϊστορικά, ακόμα και για τη γαμημένη συντέλεια του κόσμου, πρέπει να βρίσκομαι εκεί. Αν όχι να είμαι εγώ αυτός που προκαλεί την κατά τα άλλα αναπόφευκτη εξέλιξη, τουλάχιστον το πλάνο να με περιλαμβάνει. Εκείνο το βράδυ ήμουν εκεί. Και ήσουν κι εσύ επίσης. Μου ζήτησες να σε συνοδεύσω ως το σπίτι σου. Ακόμα δεν ήξερα που μένεις. Είχα αφήσει στη Δάφνη το αυτοκίνητο. Κατέβηκα στο κέντρο με τα πόδια. Καθ’ όλη τη διάρκεια του μακελειού εγώ δεν πήρα θέση. Τολμώ να πω πως ίσως και να με διασκέδαζε, αν δεν έπρεπε την ίδια ώρα να έχω το νου μου και σε σένα. Σε εκείνα τα δερμάτινα σανδάλια σου. Στο πράσινο κοντό σου φόρεμα. Στους μαυρισμένους σου μηρούς. Στα χείλη σου που γύρευαν να μάθουν. «Τι πας να κάνεις πάλι εκεί;» με ρώτησες όταν αρχίσαμε προς το Θησείο να κατηφορίζουμε. «Δε βλέπεις; Εδώ είναι η Μαδρίτη σου. Και το Παρίσι σου εδώ. Το Κάιρο, η Λίμα, το Δελχί. Ολόκληρος ο κόσμος. Και να σου πω και κάτι; Εδώ είναι το σπίτι μου. Το σπίτι όπου από τη μοίρα είναι γραφτό αυτό το καλοκαίρι να περάσεις.» Ποια μοίρα; Τι σχέση έχει η μοίρα με όλα αυτά; Τη μοίρα μου τη σκότωσα στο Βόλο χθες το βράδυ. Την έδεσα πίσω από το αμάξι μου. Την έσυρα σε όλη τη διαδρομή. Την έφερα εδώ, ταπεινωμένη, μπροστά στα τείχη της Τροίας, της Ιεριχούς. Για ποια καριόλα μοίρα τώρα μου μιλάς; Καλά, εφημερίδες δε διαβάζεις;