Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

με τα πόδια (β΄)

Πριν από πέντε χρόνια πέθανε ο πατέρας μου. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν μόλις εξήντα ενός ετών και μια από αυτές τις μέρες θα είχε τα γενέθλια του. Θυμάμαι ένα βράδυ, πρέπει να ήμουν ακόμα φοιτητής, που είχα γυρίσει αργά στο πατρικό μου και βρήκα πάνω στο γραφείο μου ένα σημείωμά του. Έγραφε, «Παιδιά, να με χαιρόσαστε! Έγινα πενηντάρης». Την άλλη μέρα τον πειράζαμε, πως βιάζεται μάλλον λιγάκι να γεράσει, αφού πενήντα θα γινόταν την επόμενη χρονιά.
Αυτό για τον πατέρα μου ήτανε κάτι το ανεπίτρεπτο, αφού η αλήθεια είναι πως με του αριθμούς τα πήγαινε καλά και σπάνια έπεφτε στους υπολογισμούς του έξω. Στο μαγαζί ήξερε απ’ έξω όλες τις τιμές στα φάρμακα και μπορούσε με τρομακτική ευκολία μόνος του να θυμηθεί τηλέφωνα που είχε χρόνια να καλέσει. Δυστυχώς ελάχιστα μου κληροδότησε αυτήν την τόσο σπάνια αριθμομνημοσύνη.
Όταν τον χάσαμε, το Νοέμβριου του 2006, αποφασίσαμε να τον κηδέψουμε στο μικρό νεκροταφείου του χωριού του, προάστιο τώρα πια της πόλης. Αργότερα στο ίδιο μέρος ήρθε να προστεθεί και ο τάφος του παππού μου, αν και εκείνος, πατέρας της μητέρας μου, καμία σχέση με την Ανακασιά δεν είχε. Τα τελευταία χρόνια, όποτε επισκέπτομαι τα οικογενειακά μας μνήματα, διαλέγω συνήθως να το κάνω με το πόδια. Αν και τις περισσότερες φορές, το ομολογώ, πηγαίνω με ταξί και ύστερα κατηφορίζω προς την πόλη περπατώντας. Η βόλτα αυτή είναι για μένα εξαιρετικά λυτρωτική και έτσι κι αλλιώς είναι μια όμορφη πολύ διαδρομή για να κατέβει κάποιος από του βουνού τις παρυφές ως το λιμάνι και το κέντρο. Αν επιλέξει να την ξεκινήσει, μάλιστα, την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει, η θέα από το λόφο του κοιμητηρίου θα τον μαγέψει ανεπανόρθωτα.
Δυστυχώς, με τον πατέρα μου δεν πρόλαβα να περπατήσουμε παρέα, κι αν τυχόν το έκανα, ήμουνα μάλλον τόσο πολύ μικρός που πια δεν το θυμάμαι. Ήμουν μόλις έξι ετών, όταν λόγω ενός τροχαίου δυστυχήματος, έμεινε παραπληγικός και πέρασε την υπόλοιπη ζωή σε αναπηρική καρέκλα. Ο παππούς, από την άλλη, ήτανε αναμφίβολα μεγάλος περιπατητής και πάντα μου υπενθύμιζε πως, όταν ήμουν βρέφος, με έπαιρνε στο καροτσάκι και γυρίζαμε σχεδόν όλη την πόλη. Αυτή, μαζί με άλλες παρόμοιες ιστορίες από τα άγνωστα μου χρόνια, μου έχουν σχηματίσει μέσα στο μυαλό αυτό που ονομάζω αφηγηματική ανάμνηση, αφού η ίδια η μνήμη μου δεν είχε ακόμα τότε ενεργοποιηθεί για να τις καταγράψει. Θυμάμαι όμως αμυδρά τον ίδιο τον παππού μου, που ήτανε συνταξιούχος ναυτικός, να μου διδάσκει τους αστερισμούς στο χάρτη του ουράνιου στερεώματος.
Λίγα, ωστόσο, από εκείνα τα μαθήματα κατόρθωσα να συγκρατήσω. Αυτό που μου έμεινε ήτανε πιο πολύ η αίσθηση της καλοκαιρινής αυλής, όπου καθόμασταν οι δυο μας τα βράδια μέχρι αργά τρώγοντας φέτα και καρπούζι. Όταν καμιά φορά του έδειχνα να πέφτει ένα αστέρι, εκείνος, κατανοώντας πως τα επιστημονικά ελάχιστα με ενδιέφεραν, μου έλεγε να κάνω μια ευχή, αλλά να μη την μαρτυρήσω.
Τουλάχιστον για δυο δεκαετίες ευχόμουν πάντα από μέσα μου να γίνει κάποιο θαύμα, να περπατήσει και πάλι ο πατέρας μου – δεν έχει πλέον νόημα να το κρατάω μυστικό. Από τότε, όμως, που έφυγε, εδώ και πέντε χρόνια, κάθε φορά που βλέπω ουράνια εκτροχιασμένα σώματα να εισβάλουν μέσα στη γήινη ατμόσφαιρα πλέον δε βρίσκω μέσα μου τίποτα για να ευχηθώ και ντρέπομαι γι’ αυτό αβάσταχτα ακόμα και ετούτη τη στιγμή που σας το μαρτυράω.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

διάφορα

Είναι ένα σημείο,
λίγο έξω από πόλη μου,
πάνω σε ένα ύψωμα,
κάτι σαν λόφος τεχνητός -η επιτηδευμένη φύση
και το παρακείμενο εργοστάσιο τέτοιον
τον κάνουνε να φαίνεται- όπου πάω καμιά φορά,
άλλοτε με το αμάξι μου
άλλοτε περπατώντας,
και από εκεί,
στην κορυφή του λόφου αυτού
του κατασκευασμένου -μόλις σε υψόμετρο
διακόσια ενήντα μέτρα- ακούω το θόρυβο της πόλης μου
κι αφήνομαι
να φανταστώ διάφορα.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

το πραξικόπημα

Αθήνα, Καλοκαίρι του 2011. Την ώρα που ένα λαμπρό επιτελείο από λογιστές, υπολογιστές και ανθυπολογιστές επεξεργάζεται το νέο σχέδιο οριστικής διάσωσης της χώρας, ο ανοικονόμητος λαός αυτής –ή έστω μια εκλεκτή αντιπροσωπευτική μερίδα του- διαδηλώνει σε δρόμους και πλατείες την αντίθεσή του γενικά. Μέσα σε αυτό το σκηνικό κάποιος λίγο πιο σοβαρός στρατός θα είχε ήδη κάνει πραξικόπημα, μέσα σε αυτόν τον πανικό κάποιος λίγο πιο αξιοπρεπής λαός θα είχε επαναστατήσει.

Ο ήρωάς μας, φοιτητής από την Πάτρα, έρχεται στην Αθήνα νομίζοντας πως θα ζήσει κάτι πολύ ιστορικό –κάτι σαν την πτώση του τείχους του Βερολίνου ή έστω κάτι σαν την ανέγερσή του- μα τελικά παρασύρεται από τη γοητεία του κλεφτοκυνηγητού και του πετροπολέμου. Πριν, ευτυχώς, προλάβει να απογοητευτεί γνωρίζει την ηρωίδα μας μέσα σε ένα ροζ συννεφάκι χημικών και δακρυγόνων και ασφαλώς την ερωτεύεται.
Η νύχτα πέφτει και οι δύο νέοι αφήνουν προσωρινά το πεδίο της μάχης για να μεταφερθούν ελάχιστα μέτρα μακριά, στο παράλληλο σύμπαν κάποιου από τα αντιστασιακά μπαράκια της περιοχής. Εκεί, αφού ανταλλάξουν απόψεις περίπου για τα πάντα, η κουβέντα τους φτάνει μοιραία και σε θέματα πολύ προσωπικά, ώσπου έκπληκτοι κάποια στιγμή διαπιστώνουν πως δεν είναι μόνο οι ιδέες τους μοναχικές αλλά και οι ίδιοι. Ο ήρωας της ιστορίας μας προτείνει στην ηρωίδα της βραδιάς του να τη συνοδεύσει με τα πόδια ως το σπίτι της, γιατί οι καιροί είναι παράξενοι και με όλον αυτό τον περιρρέοντα χαμό ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Εκείνη, κανονικά και προκειμένου να μη του δώσει θάρρος, εδώ θα έλεγε, «όχι, μωρέ! σ’ ευχαριστώ, μα δεν πειράζει», αλλά χάριν οικονομίας της αφήγησης δέχεται κι έτσι πληρώνουνε, σηκώνονται και φεύγουν.
Έξω στο δρόμο σαρακηνοί και σταυροφόροι μετρούν απώλειες και θύματα, την ώρα που το λίκνο της δημοκρατίας και του δυτικού πολιτισμού τραντάζεται από τις ερπύστριες των απορριμματοφόρων. Οι δύο νέοι, αγκαζέ και δήθεν παραπατώντας ελαφρά, διασχίζουν τους αχνιστούς δρόμους της πρωτεύουσας με κατεύθυνση το Θησείο, όπου κατοικοεδρεύει εκείνη.
Σε όλο το δρόμο εκείνος, εν μέρει για να αστειευτεί εν μέρει για να την τρομοκρατήσει, ώστε μόνη της να μη μπορεί μετά να κοιμηθεί, επιλέγει να της μιλήσει για το ενδεχόμενο επιβολής στρατιωτικού νόμου ή κάτι τέτοιο παρόμοιο. Εκείνη μοιάζει μάλλον να διασκεδάζει με τη ζοφερή αυτή προοπτική, «ποια δικτατορία, ρε συ; πλάκα μου κάνεις; γιατί τώρα, δηλαδή, τι έχουμε;». Ο τρομοκράτης εραστής πεισμώνει κι εκνευρίζεται, «καλά, αλλά άμα γίνει, όμως, μετά μη λες πως δε σε προειδοποίησα». Απτόητη η ελληνίδα Πασιονάρια, «ε, κι άμα γίνει, εσένα τι σε νοιάζει;».
Και τότε κάνει επαφή η λάμπα πάνω από το κεφάλι του κι ανάβει επιτέλους, «κανονικά μάλλον εσένα θα έπρεπε να νοιάζει». «Τι εννοείς;» Τι εννοεί, αλήθεια; «Αν αύριο πρωί μας ξημερώσει πραξικόπημα, δε θα μπορώ στην Πάτρα να γυρίσω και τότε θα πρέπει μάλλον να με φιλοξενήσεις σπίτι σου.» Τώρα πως και γιατί η χούντα –λέμε τώρα- θα γούσταρε αύριο το πρωί, εκτός από την ισχύ πέντε-έξι άρθρων του Συντάγματος, να αναστείλει και τα δρομολόγια του ΚΤΕΛ, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, την οποία εκείνη, εκείνη την τόσο δραματική στιγμή, στ’ αλήθεια δυσκολεύεται σαφώς να διακρίνει. Οπότε, δε βαριέσαι και που να τρέχει τέτοια ώρα το μυαλό, «αν γίνει και τότε στην Αθήνα εγκλωβιστείς, έλα αύριο να κοιμηθείς στον καναπέ μου!».
Και κάπως έτσι το ζευγάρι της βραδιάς φτάνει μπροστά στου κοριτσιού την πόρτα. Φιλιούνται. Ανταλλάσουνε τηλέφωνα. «Τα λέμε…» «Καληνύχτα!»

Και ξαφνικά, την άλλη μέρα δε γίνεται απολύτως τίποτα. Ένας μονάχα βιαστικός ανασχηματισμός κι αυτός για να ‘χουμε να λέμε. Την ώρα που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κάνει από τηλεοράσεως τις σχετικές ανακοινώσεις, στην άρτια κλιματιζόμενη αίθουσα αναμονής στον Κηφισό, ένας μικρούλης Μεταξάς γεννιέται μέσα στου ήρωά μας το κεφάλι.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

τι θα κάνουμε

-Και τώρα, τι θα κάνουμε;
-Τι θα ‘θελες να κάνουμε;
-Δεν ξέρω. Κάτι, όμως.
-Κάτι άλλο μήπως εννοείς;
-Ναι, κάτι όχι ίδιο με αυτό.
-Τι θα ‘λεγες να ζήσουμε;
-Γιατί; Τώρα δε ζούμε;
-Ναι, μα μπορούμε και αλλιώς.
-Πως, δηλαδή; Για πες μου!
-Ως τώρα ζούμε σαν εμάς. Ας ζήσουμε σαν άλλοι.
-Τι εννοείς; Να αλλάξουμε;
-Να αλλάξει η ζωή μας.
-Γιατί; Αλλάζει η ζωή;
-Αφού όλα αλλάζουν.
-Τότε, γιατί δεν άλλαξε από πριν;
-Άλλαξε. Δεν το είδες;
-Και γίνεται έτσι απλά πάλι η ζωή μας να αλλάξει;
-Αφού θα αλλάξουμε εμείς, θα αλλάξει κι η ζωή μας.
-Θα αλλάξει και θα γίνει πως;
-Εσύ, πως θες να γίνει;
-Θέλω να γίνει σαν κι εμάς.
-Σαν και εμάς όπως και πριν ή σαν κι εμείς σαν τώρα;
-Όπως θα γίνουμε μετά.
-Μετά από τι; Πότε μετά;
-Μετά την αλλαγή μας.
-Ε, τότε ας αλλάξουμε!
-Ας ζήσουμε!
-Μα, ζούμε…