Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

το πραξικόπημα

Αθήνα, Καλοκαίρι του 2011. Την ώρα που ένα λαμπρό επιτελείο από λογιστές, υπολογιστές και ανθυπολογιστές επεξεργάζεται το νέο σχέδιο οριστικής διάσωσης της χώρας, ο ανοικονόμητος λαός αυτής –ή έστω μια εκλεκτή αντιπροσωπευτική μερίδα του- διαδηλώνει σε δρόμους και πλατείες την αντίθεσή του γενικά. Μέσα σε αυτό το σκηνικό κάποιος λίγο πιο σοβαρός στρατός θα είχε ήδη κάνει πραξικόπημα, μέσα σε αυτόν τον πανικό κάποιος λίγο πιο αξιοπρεπής λαός θα είχε επαναστατήσει.

Ο ήρωάς μας, φοιτητής από την Πάτρα, έρχεται στην Αθήνα νομίζοντας πως θα ζήσει κάτι πολύ ιστορικό –κάτι σαν την πτώση του τείχους του Βερολίνου ή έστω κάτι σαν την ανέγερσή του- μα τελικά παρασύρεται από τη γοητεία του κλεφτοκυνηγητού και του πετροπολέμου. Πριν, ευτυχώς, προλάβει να απογοητευτεί γνωρίζει την ηρωίδα μας μέσα σε ένα ροζ συννεφάκι χημικών και δακρυγόνων και ασφαλώς την ερωτεύεται.
Η νύχτα πέφτει και οι δύο νέοι αφήνουν προσωρινά το πεδίο της μάχης για να μεταφερθούν ελάχιστα μέτρα μακριά, στο παράλληλο σύμπαν κάποιου από τα αντιστασιακά μπαράκια της περιοχής. Εκεί, αφού ανταλλάξουν απόψεις περίπου για τα πάντα, η κουβέντα τους φτάνει μοιραία και σε θέματα πολύ προσωπικά, ώσπου έκπληκτοι κάποια στιγμή διαπιστώνουν πως δεν είναι μόνο οι ιδέες τους μοναχικές αλλά και οι ίδιοι. Ο ήρωας της ιστορίας μας προτείνει στην ηρωίδα της βραδιάς του να τη συνοδεύσει με τα πόδια ως το σπίτι της, γιατί οι καιροί είναι παράξενοι και με όλον αυτό τον περιρρέοντα χαμό ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Εκείνη, κανονικά και προκειμένου να μη του δώσει θάρρος, εδώ θα έλεγε, «όχι, μωρέ! σ’ ευχαριστώ, μα δεν πειράζει», αλλά χάριν οικονομίας της αφήγησης δέχεται κι έτσι πληρώνουνε, σηκώνονται και φεύγουν.
Έξω στο δρόμο σαρακηνοί και σταυροφόροι μετρούν απώλειες και θύματα, την ώρα που το λίκνο της δημοκρατίας και του δυτικού πολιτισμού τραντάζεται από τις ερπύστριες των απορριμματοφόρων. Οι δύο νέοι, αγκαζέ και δήθεν παραπατώντας ελαφρά, διασχίζουν τους αχνιστούς δρόμους της πρωτεύουσας με κατεύθυνση το Θησείο, όπου κατοικοεδρεύει εκείνη.
Σε όλο το δρόμο εκείνος, εν μέρει για να αστειευτεί εν μέρει για να την τρομοκρατήσει, ώστε μόνη της να μη μπορεί μετά να κοιμηθεί, επιλέγει να της μιλήσει για το ενδεχόμενο επιβολής στρατιωτικού νόμου ή κάτι τέτοιο παρόμοιο. Εκείνη μοιάζει μάλλον να διασκεδάζει με τη ζοφερή αυτή προοπτική, «ποια δικτατορία, ρε συ; πλάκα μου κάνεις; γιατί τώρα, δηλαδή, τι έχουμε;». Ο τρομοκράτης εραστής πεισμώνει κι εκνευρίζεται, «καλά, αλλά άμα γίνει, όμως, μετά μη λες πως δε σε προειδοποίησα». Απτόητη η ελληνίδα Πασιονάρια, «ε, κι άμα γίνει, εσένα τι σε νοιάζει;».
Και τότε κάνει επαφή η λάμπα πάνω από το κεφάλι του κι ανάβει επιτέλους, «κανονικά μάλλον εσένα θα έπρεπε να νοιάζει». «Τι εννοείς;» Τι εννοεί, αλήθεια; «Αν αύριο πρωί μας ξημερώσει πραξικόπημα, δε θα μπορώ στην Πάτρα να γυρίσω και τότε θα πρέπει μάλλον να με φιλοξενήσεις σπίτι σου.» Τώρα πως και γιατί η χούντα –λέμε τώρα- θα γούσταρε αύριο το πρωί, εκτός από την ισχύ πέντε-έξι άρθρων του Συντάγματος, να αναστείλει και τα δρομολόγια του ΚΤΕΛ, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, την οποία εκείνη, εκείνη την τόσο δραματική στιγμή, στ’ αλήθεια δυσκολεύεται σαφώς να διακρίνει. Οπότε, δε βαριέσαι και που να τρέχει τέτοια ώρα το μυαλό, «αν γίνει και τότε στην Αθήνα εγκλωβιστείς, έλα αύριο να κοιμηθείς στον καναπέ μου!».
Και κάπως έτσι το ζευγάρι της βραδιάς φτάνει μπροστά στου κοριτσιού την πόρτα. Φιλιούνται. Ανταλλάσουνε τηλέφωνα. «Τα λέμε…» «Καληνύχτα!»

Και ξαφνικά, την άλλη μέρα δε γίνεται απολύτως τίποτα. Ένας μονάχα βιαστικός ανασχηματισμός κι αυτός για να ‘χουμε να λέμε. Την ώρα που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κάνει από τηλεοράσεως τις σχετικές ανακοινώσεις, στην άρτια κλιματιζόμενη αίθουσα αναμονής στον Κηφισό, ένας μικρούλης Μεταξάς γεννιέται μέσα στου ήρωά μας το κεφάλι.

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

τι θα κάνουμε

-Και τώρα, τι θα κάνουμε;
-Τι θα ‘θελες να κάνουμε;
-Δεν ξέρω. Κάτι, όμως.
-Κάτι άλλο μήπως εννοείς;
-Ναι, κάτι όχι ίδιο με αυτό.
-Τι θα ‘λεγες να ζήσουμε;
-Γιατί; Τώρα δε ζούμε;
-Ναι, μα μπορούμε και αλλιώς.
-Πως, δηλαδή; Για πες μου!
-Ως τώρα ζούμε σαν εμάς. Ας ζήσουμε σαν άλλοι.
-Τι εννοείς; Να αλλάξουμε;
-Να αλλάξει η ζωή μας.
-Γιατί; Αλλάζει η ζωή;
-Αφού όλα αλλάζουν.
-Τότε, γιατί δεν άλλαξε από πριν;
-Άλλαξε. Δεν το είδες;
-Και γίνεται έτσι απλά πάλι η ζωή μας να αλλάξει;
-Αφού θα αλλάξουμε εμείς, θα αλλάξει κι η ζωή μας.
-Θα αλλάξει και θα γίνει πως;
-Εσύ, πως θες να γίνει;
-Θέλω να γίνει σαν κι εμάς.
-Σαν και εμάς όπως και πριν ή σαν κι εμείς σαν τώρα;
-Όπως θα γίνουμε μετά.
-Μετά από τι; Πότε μετά;
-Μετά την αλλαγή μας.
-Ε, τότε ας αλλάξουμε!
-Ας ζήσουμε!
-Μα, ζούμε…

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

ο νονός

Όταν κάποτε του λέγαν, «Πότε, ρε, θα παντρευτείς;», γελαστός τους απαντούσε, «Μπα, ακόμα είναι νωρίς…». Μα περάσανε τα χρόνια κι όταν έβλεπε παιδιά, σκεφτικός μονολογούσε, «Τώρα πια είναι αργά…».
Κι αφού διάδοχο δικό του δεν απόκτησε ποτές, βάφτισε το γιο ενός φίλου, να ‘χει κάτι να ασχολείται το πρωί τις Κυριακές. Πήγαινε μαζί του βόλτες, βγαίνανε στο σινεμά, ώρες πέρναγαν στις κούνιες, του αγόραζε γλυκά.
Του είχε δώσει το όνομά του, έτρεμε μήπως χαθεί. Μην πεθάνει κι απ’ τον κόσμο σβήσει και εξαφανιστεί. Έτσι οι δύο Δημητράδες, ο μεγάλος κι ο μικρός, κάνανε καλή παρέα, τους χαιρόταν κι ο Θεός.
Μα ο Διάβολος μισούσε τέτοια σχέση πατρική, κι είπε να αναστατώσει του νονού τη λογική.

Έτσι, ένα μεσημέρι, όπως επιστρέφανε στους γονείς του Δημητράκη, που τον περιμένανε, μπήκε μια κακιά ιδέα στου Δημήτρη το μυαλό κι είπε, «Όχι, ρε γαμώτο! Γιατί εκείνοι κι όχι εγώ;».
«Που πηγαίνουμε, νονέ μου;» τον ρωτούσε ο μικρός. «Στο αμάξι», του απαντούσε, «θα χαλάσει ο καιρός.»
Και τον βάζει μες στο αμάξι και τον πάει μακριά κι έκλαιγε το αγοράκι, «νονέ, θέλω τη μαμά!».
Κι η μαμά ανησυχούσε, τα ‘βαζε με τον μπαμπά, «Που τον πήγε ο βλαμμένος; Θα κρυώσει η τηγανιά!». Μα ο μπαμπάς είχε θυμώσει κι έλεγε, «Όχι, δε μπορεί! Δούλευα όλη τη βδομάδα. Πάει και η Κυριακή…».
Έτσι οι δύο Δημητράδες έφτασαν στην Αφρική, που κανέναν δεν γνωρίζαν. Δεν τους ήξεραν εκεί.
«Γιατί κλαίει ο μικρούλης;», ρώταγαν οι Αφρικανοί. «Έφαγε πολλές μπανάνες και η κοιλίτσα του πονεί!»

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

μισή ερώτηση

Με ρωτούν,
στ’ αλήθεια,
τι είναι αυτό,
που κάθε βράδυ έρχεται
γλυκά και με σκοτώνει.

Ενδιαφέρονται οι άνθρωποι,
ρωτούν,
θέλουν να μάθουν.
Το ενδιαφέρον με τιμά -
εντάξει, υπάρχω ακόμα.
Με συγκινεί η απορία τους -
όχι, δεν είμαι μόνος.
Μου αρέσει η θέληση να μάθουνε -
συγνώμη, αλλά δεν είσαστε εγώ,
είστε άλλη ιστορία.

Ρωτούν οι άνθρωποι.
Επιμένουνε.
Μα δε μπορώ να μη το πω,
πάντα ξεχνούνε κάτι.
Αυτό που κάθε βράδυ έρχεται,
για τους γνωστούς τους λόγους,
έρχεται πάλι το πρωί
μες στα άγρια χαράματα
και πάλι με ανασταίνει.

Με ρωτούν,
στ’ αλήθεια,
τι είναι αυτό,
μα σε μισή ερώτηση,
ολόκληρη απάντηση
πως γίνεται να δώσω;

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

ακόμα και τα σκυλιά

-Πιστεύεις στη μετά το θάνατο ζωή;
-Όχι, διότι δεν πιστεύω καν στο θάνατο.
-Εγώ άλλο σε ρώτησα.
-Το ξέρω, έλα όμως λίγο και στη θέση μου! Πως θέλεις να πιστέψω σε κάτι το οποίο χρονικά τουλάχιστον προσδιορίζεται μετά από κάτι άλλο, το οποίο ούτως ή άλλως δεν πιστεύω πως υπάρχει.
-Δε με βοηθάς.
-Πες μου, τι θες να ακούσεις;
-Θέλω να μάθω, υπάρχει κάτι άλλο ύστερα από αυτό εδώ;
-Τι λέει η θρησκεία σου;
-Λέει πως κάτι υπάρχει για τους πιστούς και τους ενάρετους.
-Και για τους άλλους;
-Και για αυτούς ακόμα, ίσως κάτι λιγότερο ευχάριστο.
-Ωραία! Άρα γιατί προβληματίζεσαι;
-Η αλήθεια είναι πως η ιδέα του να πάω, όταν θα φύγω από εδώ, σε έναν Παράδεισο, όπου θα γίνονται δεκτοί άνθρωποι σαν κι εμένα, δε θα έλεγα πως με συναρπάζει.
-Ε, τότε πήγαινε στην Κόλαση!
-Μα, δεν είναι το ίδιο;
-Ναι, μάλλον δίκιο έχεις.
-Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι ακόμα;
-Και βέβαια μπορείς, αφού, όπως φαίνεται, μάλλον σε ικανοποιεί η άγνοιά μου.
-Ισχύει και στα κατοικίδια ότι και στους ανθρώπους;
-Τι εννοείς;
-Υπάρχει και για αυτά ζωή μετά τον θάνατο;
-Δεν ξέρω! Τι σε νοιάζει;
-Πως τι με νοιάζει; Είχα ως τώρα τέσσερα σκυλιά κι αυτό είναι το πέμπτο. Θέλω να ξέρω αν εκεί, στην Κόλαση ή στον Παράδεισο, θα πρέπει εγώ όλα να τα φροντίζω.