Μια σκιά πλανιέται πάνω από τη γηραιά μας ήπειρο. Μια σκιά χαμένη. Ενός χαμένου ανθρώπου η σκιά πλανιέται πάνω από τη χαμένη μας Ευρώπη. Πες μου, με παρακολουθείς; Πες μου, καταλαβαίνεις; Αυτή τη φορά η αποστολή σου είναι στ' αλήθεια δύσκολη. Αδύνατη αποστολή. Θα πρέπει όλα να τα βρεις από την αρχή. Και τη σκιά κι εκείνον που την έχασε, όλα, ακόμα και την ήπειρο. Έλα τώρα, μη παριστάνεις τον μετριόφρονα σε μένα! Σου λέω, δε σου πάει. Αν όχι εσύ, τότε κανείς! Ούτε κι εγώ ακόμα. Ο πελάτης ήταν, σε αυτό το θέμα τουλάχιστον, ξεκάθαρος: Μονάχα ο καλύτερος! Ήτανε, βλέπεις, η αγαπημένη του σκιά. Τόσα καιρό μαζί, ξέρεις, καταλαβαίνεις... Και ήτανε και μοναχοσκιά! Αλήθεια, το πιστεύεις; Ακόμα κυκλοφορούν στον κόσμο μας άνθρωποι δίχως μια δεύτερη σκιά. Κι όμως σε αυτούς συμβαίνουν πάντα τα χειρότερα. Άκου να χάσει τη σκιά του! Α, όχι! Σε παρακαλώ! Είπαμε, εχεμύθεια. Τέτοια ερώτηση δεν κάνουμε ποτέ. Σε μας δεν πέφτει λόγος. Αν θες, πάντως, τη γνώμη μου, αυτός μάλλον θα φταίει. Όλο και κάτι θα της έκανε. Αλλιώς, που ακούστηκε σκιά να φεύγει από μόνη της; Σίγουρα, θα την έδιωξε αυτός. Κι ύστερα το μετάνοιωσε και κάπως έτσι έφτασε σε μας και τη συνέχεια την ξέρεις. Συγνώμη, σας παρακαλώ, λιγάκι ζάχαρη ακόμα! Τι λες; Αλήθεια δεν τη θες; Να πάρω τη δικιά σου; Άνθρωπέ μου, πως μπορείς και πίνεις τον καφέ σου σκέτο; Θα πειραχτούν τα νεύρα σου! Ώστε, λοιπόν, θες να μου πεις ισχύουνε οι φήμες. Άκουσα τα κορίτσια στο γραφείο να το λεν. Όμως πάει καιρός που έπαψα να τα πιστεύω τα κορίτσια... Άλλωστε, πως είναι δυνατό άνθρωπος -ακόμα και εσύ- να τρέφεται μονάχα με καφέ χωρίς να καταρρεύσει; Το ξέρεις πως δε συμφωνώ, αλλά κι εγώ βαρέθηκα να κρίνω. Κάνε ό,τι θες κι όπως γουστάρεις αυτοκτόνησε! Φτάνει μονάχα αυτό να μην επηρεάζει τη δουλειά σου. Λοιπόν, τι λες; Είσαι έτοιμος; Ωραία! Ε, τότε αμέσως ξεκινάμε! Μα όχι, σε παρακαλώ! Μέχρι να βρεις και να μου φέρεις τη σκιά, οι καφέδες σου τουλάχιστον θα είναι κερασμένοι.
(συνεχίζεται... ούτε καν)
Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012
Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012
το όνειρο της σκιάς μου
"Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη", ξεκίνησε να μου μιλάει ο υιός ανακατεύοντας τη ζάχαρη μες στον καφέ του. Και για όση ώρα μου μιλούσε ούτε στιγμή δεν το ξεκόλλησε το βλέμμα του από το ιερό φλιτζάνι. Όσο και να προσπάθησα μετά, στη μνήμη μου ποτέ δεν τα κατάφερα να ανακαλέσω το χρώμα των ματιών του. "Το φάντασμα του μεγαλύτερου κακού που έχει ποτέ γεννήσει η φαντασία των θεών και η φύση των ανθρώπων."
Αυτό ήταν λοιπόν. Ούτε σαράντα μέρες δε μπόρεσα να ξεχαστώ στον κόσμο μου παροπλισμένος. Να χαρώ κι εγώ σαν, λέμε τώρα, άνθρωπος τη σύνταξη και την εφάπαξ ένεκεν τιμής χορηγηθείσα ολοκαίνουρια ζωή. Να διασκεδάσω έστω με αυτόν τον ψευτοθάνατό μου. Και ήρθε ο ίδιος ο υιός απρόσκλητος δήθεν για να με αναστήσει. "Συ ει ο εκλεκτός. Συ είσαι αυτός που θα τα βάλει με το μέγα το κακό και τη γηραιά μας ήπειρο από τα νέα της δεινά θα τη λυτρώσεις. Εμπρός, λοιπόν! Με το ένα, με το δύο, με το τρία: Εγέρθητι!"
Μη βιάζεσαι, κύριε μου των δυνάμεων, τα κόλπα σου τα μαγικά να ξεδιπλώσεις! Ψευτονεκρός κοντά σαράντα μέρες τώρα, ξέχασα και ξεχάστηκα. Μίλα μου λίγο πρώτα με τη γλυκιά σου τη φωνή! Με τι είδους δαίμονες θέλεις ετούτη τη φορά να πάω να τα βάλω; Καθάρισε από τις λάσπες και τα χώματα το πήλινό σου τόξο κι έπειτα τέντωσε εμένα τη χορδή σου όσο θες! Κι αν σπάσει ετούτη τη φορά, μη σε ανησυχεί εσένα! Από χορδές άλλο πια τίποτα. Τέντωνε εσύ κι εγώ θα τραγουδάω. Τράβα με εσύ κι εγώ τα βέλη τα φαρμακερά σε όποιον εχθρό απέναντι μου βάλεις θα τα στείλω. Μα μίλησέ μου πρώτα! Πες μου! Τι είναι αυτό που ξέχασα; Δεν έχω δώσει τέλος στο κακό; Χθες μόλις πέρασα πλάι από τη φυλακή και του έριξα κλεφτή ματιά ανάμεσα στα σίδερα. Το άκουσα με τα μάτια μου αλήθεια να στενάζει. Όχι, δε με κατάλαβε έτσι όπως ήμουν μέσα στις λάσπες και τα χώματα.
"Τώρα είναι αλλιώς", εκείνος με διέκοψε χωρίς να πάψει να αναστατώνει ρυθμικά με το κουτάλι του το σύμπαν μου και τον καφέ του. "Ξέχασε ό,τι ήξερες! Όλα ξανά αρχίζουν. Φαίνεται πως είχε φροντίσει το κακό καλά να κρύψει τα αυγά του, βαθιά μες στην καρδιά της γηραιάς Ευρώπης. Και τώρα που τα αυγά ραγίσανε και ξεμυτίσαν τα κακόπουλα, βάλθηκαν της γριούλας την καρδιά να ροκανίζουν.
(συνεχίζεται... κάποια στιγμή, ίσως)
Αυτό ήταν λοιπόν. Ούτε σαράντα μέρες δε μπόρεσα να ξεχαστώ στον κόσμο μου παροπλισμένος. Να χαρώ κι εγώ σαν, λέμε τώρα, άνθρωπος τη σύνταξη και την εφάπαξ ένεκεν τιμής χορηγηθείσα ολοκαίνουρια ζωή. Να διασκεδάσω έστω με αυτόν τον ψευτοθάνατό μου. Και ήρθε ο ίδιος ο υιός απρόσκλητος δήθεν για να με αναστήσει. "Συ ει ο εκλεκτός. Συ είσαι αυτός που θα τα βάλει με το μέγα το κακό και τη γηραιά μας ήπειρο από τα νέα της δεινά θα τη λυτρώσεις. Εμπρός, λοιπόν! Με το ένα, με το δύο, με το τρία: Εγέρθητι!"
Μη βιάζεσαι, κύριε μου των δυνάμεων, τα κόλπα σου τα μαγικά να ξεδιπλώσεις! Ψευτονεκρός κοντά σαράντα μέρες τώρα, ξέχασα και ξεχάστηκα. Μίλα μου λίγο πρώτα με τη γλυκιά σου τη φωνή! Με τι είδους δαίμονες θέλεις ετούτη τη φορά να πάω να τα βάλω; Καθάρισε από τις λάσπες και τα χώματα το πήλινό σου τόξο κι έπειτα τέντωσε εμένα τη χορδή σου όσο θες! Κι αν σπάσει ετούτη τη φορά, μη σε ανησυχεί εσένα! Από χορδές άλλο πια τίποτα. Τέντωνε εσύ κι εγώ θα τραγουδάω. Τράβα με εσύ κι εγώ τα βέλη τα φαρμακερά σε όποιον εχθρό απέναντι μου βάλεις θα τα στείλω. Μα μίλησέ μου πρώτα! Πες μου! Τι είναι αυτό που ξέχασα; Δεν έχω δώσει τέλος στο κακό; Χθες μόλις πέρασα πλάι από τη φυλακή και του έριξα κλεφτή ματιά ανάμεσα στα σίδερα. Το άκουσα με τα μάτια μου αλήθεια να στενάζει. Όχι, δε με κατάλαβε έτσι όπως ήμουν μέσα στις λάσπες και τα χώματα.
"Τώρα είναι αλλιώς", εκείνος με διέκοψε χωρίς να πάψει να αναστατώνει ρυθμικά με το κουτάλι του το σύμπαν μου και τον καφέ του. "Ξέχασε ό,τι ήξερες! Όλα ξανά αρχίζουν. Φαίνεται πως είχε φροντίσει το κακό καλά να κρύψει τα αυγά του, βαθιά μες στην καρδιά της γηραιάς Ευρώπης. Και τώρα που τα αυγά ραγίσανε και ξεμυτίσαν τα κακόπουλα, βάλθηκαν της γριούλας την καρδιά να ροκανίζουν.
(συνεχίζεται... κάποια στιγμή, ίσως)
Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2012
Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012
τρεις μέρες πριν
Περπάτησα τρεις μέρες συνεχόμενες. Δρόμοι στενοί και πέτρινες καμάρες. Τρεις μέρες τέντωνα το σώμα μου να αγγίξω την ατμόσφαιρα κι από το πολύ το τέντωμα ένοιωσα να ψηλώνω. Και όταν ψήλωσα πολύ, συνέχισα μετά να περπατώ σκυφτός. Αυτό που πάλευα τόσο πολύ να αγγίξω, έσκυβα τώρα πια γιατί φοβόμουν μην κοπανίσω πάνω του.
Διέσχισα τρεις νύχτες συνεχόμενες. Γεφύρια τοξωτά και ρεύματα ανύπαρκτα. Αν ήταν όλα να τα γκρέμιζα, μέσα σε τρεις καινούριες μέρες θα τα έστηνα στη θέση τους ξανά. Και πάλι μέσα από τις σάρκες τους. Ίσως να έφτιαχνα από τα αρχαία υλικά την πιο μεγάλη γέφυρα που να πατάει πάνω σε όχθες που δεν γνωρίστηκαν ποτέ. Που δεν κατάφεραν ποτέ να φανταστούν πως άλλη όχθη απέναντι δεν έπαψε να υπάρχει. Γιατί κανείς ποτέ δε φρόντισε να τους το πει πόσο κοντά στον κόσμο αυτόν το έχουν το απέναντι χτισμένο.
Τρεις μέρες προχωρούσα νηστικός και όλο πήγαινα μπροστά για άλλα πεινασμένος. Έτσι έχω μάθει, να πεινάω πάντοτε, ακόμα την ώρα που το τραπέζι μου αφήνω. Μα όταν είναι νηστικός, τότε στ' αλήθεια η πείνα με θερίζει. Την τρίτη νύχτα βρήκα ένα παράθυρο μισάνοιχτο. Το έσπρωξα και μπήκα.
Ήθελα λίγο να κρυφτώ. Δεν ήθελα να βλέπω άλλους δρόμους. Βαρέθηκα να βλέπω τους δρόμους της πόλης μου τις φλέβες να χαράζουνε. Σε χίλιους δρόμους τη ζωή μου τύλιξα. Την έκανα κουβάρι. Πήρα μαζί μου το κουβάρι να με βοηθά ξανά την έξοδο να βρω, όταν ποτέ θελήσω να γυρίσω. Μα τελικά μες στο κουβάρι κουβαλούσα το λαβύρινθο. Κι ήμουνα ο μινώταυρος εγώ. Κι έτρεχα με τα κέρατα την πλάτη μου να ανοίξω. Και όλο κύκλους έκανα. Μία ζωή τρεις μέρες και τρεις νύχτες συνεχόμενες.
Διέσχισα τρεις νύχτες συνεχόμενες. Γεφύρια τοξωτά και ρεύματα ανύπαρκτα. Αν ήταν όλα να τα γκρέμιζα, μέσα σε τρεις καινούριες μέρες θα τα έστηνα στη θέση τους ξανά. Και πάλι μέσα από τις σάρκες τους. Ίσως να έφτιαχνα από τα αρχαία υλικά την πιο μεγάλη γέφυρα που να πατάει πάνω σε όχθες που δεν γνωρίστηκαν ποτέ. Που δεν κατάφεραν ποτέ να φανταστούν πως άλλη όχθη απέναντι δεν έπαψε να υπάρχει. Γιατί κανείς ποτέ δε φρόντισε να τους το πει πόσο κοντά στον κόσμο αυτόν το έχουν το απέναντι χτισμένο.
Τρεις μέρες προχωρούσα νηστικός και όλο πήγαινα μπροστά για άλλα πεινασμένος. Έτσι έχω μάθει, να πεινάω πάντοτε, ακόμα την ώρα που το τραπέζι μου αφήνω. Μα όταν είναι νηστικός, τότε στ' αλήθεια η πείνα με θερίζει. Την τρίτη νύχτα βρήκα ένα παράθυρο μισάνοιχτο. Το έσπρωξα και μπήκα.
Ήθελα λίγο να κρυφτώ. Δεν ήθελα να βλέπω άλλους δρόμους. Βαρέθηκα να βλέπω τους δρόμους της πόλης μου τις φλέβες να χαράζουνε. Σε χίλιους δρόμους τη ζωή μου τύλιξα. Την έκανα κουβάρι. Πήρα μαζί μου το κουβάρι να με βοηθά ξανά την έξοδο να βρω, όταν ποτέ θελήσω να γυρίσω. Μα τελικά μες στο κουβάρι κουβαλούσα το λαβύρινθο. Κι ήμουνα ο μινώταυρος εγώ. Κι έτρεχα με τα κέρατα την πλάτη μου να ανοίξω. Και όλο κύκλους έκανα. Μία ζωή τρεις μέρες και τρεις νύχτες συνεχόμενες.
Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012
Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012
ancona
Στο βιβλίο της Ιστορίας δέσμης στο σχολείο, υπήρχε ένα κεφάλαιο, κάπου στην εξιστόρηση της επανάστασης του 1821, όπου μιλούσε για μια αντιπροσωπεία επιφανών ανδρών, που εστάλη από την επαναστατημένη Πελοπόννησο στον Πάπα για να ζητήσει συμπαράσταση στο δίκαιο απελευθερωτικό αγώνα. Τα μέλη αυτής της αντιπροσωπείας -ήταν και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, αν θυμάμαι καλά, ανάμεσα τους- δεν κατόρθωσαν ποτέ να συναντήσουν τον Ποντίφικα, ενώ πέρασαν δυστυχώς το μεγαλύτερο διάστημα της ιερής αποστολής τους κλεισμένοι σε κάποιο μυστηριώδες ίδρυμα, που το βιβλίο το ονόμαζε «το Λοιμοκαθαρτήριο της Ανκόνας».
Η Ανκόνα είναι η πόλη του εξωτερικού που επισκέπτομαι πιο συχνά και όπου βρίσκομαι κι ετούτη τη στιγμή που γράφω κάτι ακόμα, μικρό κι ασήμαντο, από τη δική μου ιστορία. Μόνο τον τελευταίο χρόνο έχω περάσει από εδώ επτά φορές, μα η αλήθεια είναι πως πάντα υπήρξα μονάχα διερχόμενος. Ποτέ μου δεν διανυκτέρευσα εδώ. Ποτέ δεν αναζήτησα να δω τα αξιοθέατά. Μια φορά μονάχα έψαξα να βρω ένα μικρό καφέ κάπου σε μια πλατεία, όπου υποτίθεται πως είχα κάποιο ραντεβού, το οποίο τώρα πια ελάχιστα θυμάμαι.
Πριν από λίγες μέρες, ψάχνοντας μέσα στα συρτάρια μου, βρήκα ένα παλιό ημερολόγιο του 2003 όπου σημείωνα τις εντυπώσεις μου από το ταξίδι που τότε έκανα με τρένο στην Ευρώπη. Δεν ήτανε πρώτη φορά που έβγαινα στο εξωτερικό μονάχος μου και ούτε που μου έλειψαν ποτέ στ’ αλήθεια τα ταξίδια. Αλλά εκείνη τη φορά, φαίνεται πως τόση μεγάλη ήταν η λαχτάρα μου να φύγω και να απομακρυνθώ, που έβλεπα στο λιμάνι αυτό της Αδριατικής την πύλη για τον Παράδεισό μου. Συμπτωματικά στην παραλιακή οδό της Ανκόνας υπάρχει μια μεγάλη πέτρινη αψίδα που από τότε εμφανίζεται συχνά στα όνειρά μου, συνήθως υποδυόμενη το ρόλο της πύλης γενικά.
Μια άλλη φορά περνώντας από εκεί με το αμάξι μου χάθηκα μέσα στα στενά και βρέθηκα σε κάποιο της προάστιο. Για κάποιο λόγο μου φάνηκε γνώριμο πολύ το σκηνικό και έτσι όπως είδα τα σπίτια να φτάνουν ως τα βράχια και τη θάλασσα, γύρισα στο συνοδηγό μου και τον ρώτησα, δε σου θυμίζει κάτι; «Δεν ξέρω. Παντού εμένα ίδια όλα μου φαίνονται.» Ναι, μπορεί να φταίει αυτό, είπα ανόητα κι αόριστα και έληξα το θέμα.
Δεν ξέρω αν το μυστικό βρίσκεται στο να τα βλέπεις όλα διαφορετικά εκεί όπου είναι όλα ίδια κι απαράλλαχτα ή να τα βλέπεις όλα ίδια, ενώ στ’ αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα στο ένα το άλλο να θυμίζει. Ύστερα από τόσα άσκοπα, ανθυγιεινά, μα τόσο απαραίτητα ταξίδια, ακόμα δε μπορώ να αισθανθώ πως είμαι ο πιο κατάλληλος να δίνω συμβουλές στους άλλους ταξιδιώτες.
Δεν ξέρω επίσης πόσο ταπεινωμένοι αισθανθήκανε οι απεσταλμένοι στο Βατικανό άγιοι ή μη πατέρες του τότε παλιγγέννετού μας έθνους, όταν τους αναγκάσανε οι βάρβαροι να μπουν σε υγειονομική καραντίνα. Για μένα πάντως η πόλη και το λιμάνι της Ανκόνας θα παίζουν –για όσο καιρό ακόμα θα αποφεύγω την βαλκανική οδό- το ρόλο του προσωπικού μου πνευματικού λοιμοκαθαρτηρίου, κάθε φορά που αποφασίζω να επισκεφτώ τη Δυτική Ευρώπη, αλλά και κάθε φορά που θα επιστρέφω από αυτήν πίσω στη πιο μίζερη και πιο γοητευτική ταυτόχρονα χώρα αυτού του κόσμου.
Παλιά κυκλοφορούσε ένα γελοίο ρατσιστικό ανέκδοτο στα καφενεία της Ευρώπης. Τι είναι αυτό που χωρίζει… βαριέμαι και να το αναπαράξω. Και η απάντηση ήταν «η Αδριατική!» - νομίζω καταλάβατε. Για μένα η Αδριατική, η Ανκόνα, το Μπάρι ίσως, ακόμα και η Ηγουμενίτσα ή Πάτρα θα είναι για πάντα η απάντηση σε μια ερώτηση-ανέκδοτο που δε θα τολμήσω ποτέ στον εαυτό μου να απευθύνω.
Η Ανκόνα είναι η πόλη του εξωτερικού που επισκέπτομαι πιο συχνά και όπου βρίσκομαι κι ετούτη τη στιγμή που γράφω κάτι ακόμα, μικρό κι ασήμαντο, από τη δική μου ιστορία. Μόνο τον τελευταίο χρόνο έχω περάσει από εδώ επτά φορές, μα η αλήθεια είναι πως πάντα υπήρξα μονάχα διερχόμενος. Ποτέ μου δεν διανυκτέρευσα εδώ. Ποτέ δεν αναζήτησα να δω τα αξιοθέατά. Μια φορά μονάχα έψαξα να βρω ένα μικρό καφέ κάπου σε μια πλατεία, όπου υποτίθεται πως είχα κάποιο ραντεβού, το οποίο τώρα πια ελάχιστα θυμάμαι.
Πριν από λίγες μέρες, ψάχνοντας μέσα στα συρτάρια μου, βρήκα ένα παλιό ημερολόγιο του 2003 όπου σημείωνα τις εντυπώσεις μου από το ταξίδι που τότε έκανα με τρένο στην Ευρώπη. Δεν ήτανε πρώτη φορά που έβγαινα στο εξωτερικό μονάχος μου και ούτε που μου έλειψαν ποτέ στ’ αλήθεια τα ταξίδια. Αλλά εκείνη τη φορά, φαίνεται πως τόση μεγάλη ήταν η λαχτάρα μου να φύγω και να απομακρυνθώ, που έβλεπα στο λιμάνι αυτό της Αδριατικής την πύλη για τον Παράδεισό μου. Συμπτωματικά στην παραλιακή οδό της Ανκόνας υπάρχει μια μεγάλη πέτρινη αψίδα που από τότε εμφανίζεται συχνά στα όνειρά μου, συνήθως υποδυόμενη το ρόλο της πύλης γενικά.
Μια άλλη φορά περνώντας από εκεί με το αμάξι μου χάθηκα μέσα στα στενά και βρέθηκα σε κάποιο της προάστιο. Για κάποιο λόγο μου φάνηκε γνώριμο πολύ το σκηνικό και έτσι όπως είδα τα σπίτια να φτάνουν ως τα βράχια και τη θάλασσα, γύρισα στο συνοδηγό μου και τον ρώτησα, δε σου θυμίζει κάτι; «Δεν ξέρω. Παντού εμένα ίδια όλα μου φαίνονται.» Ναι, μπορεί να φταίει αυτό, είπα ανόητα κι αόριστα και έληξα το θέμα.
Δεν ξέρω αν το μυστικό βρίσκεται στο να τα βλέπεις όλα διαφορετικά εκεί όπου είναι όλα ίδια κι απαράλλαχτα ή να τα βλέπεις όλα ίδια, ενώ στ’ αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα στο ένα το άλλο να θυμίζει. Ύστερα από τόσα άσκοπα, ανθυγιεινά, μα τόσο απαραίτητα ταξίδια, ακόμα δε μπορώ να αισθανθώ πως είμαι ο πιο κατάλληλος να δίνω συμβουλές στους άλλους ταξιδιώτες.
Δεν ξέρω επίσης πόσο ταπεινωμένοι αισθανθήκανε οι απεσταλμένοι στο Βατικανό άγιοι ή μη πατέρες του τότε παλιγγέννετού μας έθνους, όταν τους αναγκάσανε οι βάρβαροι να μπουν σε υγειονομική καραντίνα. Για μένα πάντως η πόλη και το λιμάνι της Ανκόνας θα παίζουν –για όσο καιρό ακόμα θα αποφεύγω την βαλκανική οδό- το ρόλο του προσωπικού μου πνευματικού λοιμοκαθαρτηρίου, κάθε φορά που αποφασίζω να επισκεφτώ τη Δυτική Ευρώπη, αλλά και κάθε φορά που θα επιστρέφω από αυτήν πίσω στη πιο μίζερη και πιο γοητευτική ταυτόχρονα χώρα αυτού του κόσμου.
Παλιά κυκλοφορούσε ένα γελοίο ρατσιστικό ανέκδοτο στα καφενεία της Ευρώπης. Τι είναι αυτό που χωρίζει… βαριέμαι και να το αναπαράξω. Και η απάντηση ήταν «η Αδριατική!» - νομίζω καταλάβατε. Για μένα η Αδριατική, η Ανκόνα, το Μπάρι ίσως, ακόμα και η Ηγουμενίτσα ή Πάτρα θα είναι για πάντα η απάντηση σε μια ερώτηση-ανέκδοτο που δε θα τολμήσω ποτέ στον εαυτό μου να απευθύνω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)