Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

φωτιές

Είδα στον ύπνο μου φωτιές.
Ξέρει κανείς σας τι σημαίνει;
Καιγόσασταν,
λέει,
κι έριχνα στην πυρά κλαδιά.
Παρακαλούσατε
κι έκλεβα λάδι από της ηθικής σας το καντήλι.
Εχθές, πήραν τα όνειρα φωτιά.
Οι φλόγες φτάνανε στα σύννεφα.
Οι σπίθες τις πατούσες του θεού σας γαργαλούσαν.
Τις στάχτες δεν τις πρόλαβα -
είχε ήδη ξημερώσει.

Πόσο πολύ διψούσα, όταν ξύπνησα!

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

πάτριοτς ντέι

Ένας ήχος ακούστηκε. Όχι, δεν ήταν η καρδιά μου, που κόντευε να σπάσει στα τελευταία μέτρα. Δεν ήταν τα πνευμόνια μου, τα σπλάχνα μου, ο μυϊκός ιστός μου. Φιλεύσπλαχνη η ακοή. Όσα συμβαίνουν μέσα μας αυτή τα απομονώνει.
Ούτε το σχίσιμο της κορδέλας του τερματισμού – καμιά κορδέλα, κανείς τερματισμός δε βγάζει τέτοιον ήχο. Στο τέλος πάντα παραμονεύει το κενό και στο κενό ο ήχος δεν αναπαράγεται – αυτό όλοι το ξέρουν.
Δεν ήταν καν τα πανηγύρια, οι φωνές των θεατών. Αυτά κανείς δρομέας στ’ αλήθεια δεν τα ακούει. Κάποια στιγμή, στου δρόμου περίπου τα μισά μου φάνηκε πως είχα ακούσει τον πατέρα μου. «Πάμε, κορίτσι μου! Έτσι! Δυνατά! Λίγα χιλιόμετρα μας έμειναν μονάχα…» Τρελαίνομαι, σκέφτηκα, κι αμέσως φώναξα την κυρα-λογική να μπει μες στο κεφάλι μου, να βάλει μία τάξη. Ο μπαμπάς και πεθαμένος μονάχα μπάλα θα μπορούσε να καθότανε να δει. Κι αφού τα κοριτσάκια μπάλα δεν κλωτσούν, στα αρχίδια του τι κάνει το «κορίτσι του».
Να ήταν κάποια από τις συναθλήτριες; Στο μαραθώνιο τους άλλους δεν τους λες αντίπαλους. Αντίπαλος, εχθρός κακός και μοχθηρός είσαι εσύ μονάχα. Η φύση σου. Όχι, δεν είναι στη φύση των ανθρώπων να τρέχουνε σαρανταδυό χιλιόμετρα και μάλιστα να κυνηγάνε επιδόσεις και πρωτιές. Σαρανταδυό χιλιόμετρα – τι τρέλα, τι παράνοια! Ποιος άραγε την πρωτοσκέφτηκε τέτοια παλαβομάρα; Εκείνος ο καμένος ο Έλληνας. Μπούρδες! Αυτός το έκανε από ανάγκη, υποχρέωση. Ίσως και να ήθελε να κάνει το κομμάτι του. Αλλά, είπαμε, ό,τι κι αν έκαναν εκείνοι οι τρελοί, είναι για εμάς ηρωισμός, τέχνη, φιλοσοφία.
Για μια στιγμή σκέφτηκα πως θα ήτανε κάποια από τις ιλλουστρασιόν αμερικανιές των διοργανωτών. Γκραν φινάλε, χάππυ εντ χωρίς λιγάκι από Χόλυγουντ στο Αμέρικα δεν πάει. Αν και οι φίλοι μου είπανε πως η Βοστώνη είναι αλλιώς. Πιο Ευρώπη, πιο γηραιά και ξιπασμένη ήπειρος. Νέα Αγγλία κι έτσι. Νέα Ιρλανδία μάλλον. Μες στα τριφύλλια και στις πράσινες τις παμπ είναι η γειτονιά που μένουμε.
Α ρε Σεν Πάτρικ, μήπως και ήσουνα εσύ που έκανες το θαύμα σου και είπες με τον κρότο αυτόν να το υπογραμμίσεις; Αν και τι θαύμα ήτανε αυτό. Στα θαύματα γλεντάνε οι πιστοί και οι άπιστοι στραβώνουν. Εδώ πιστοί και άπιστοι τους πήραν όλους τα ζουμιά. Όχι έτσι δε γίνονται τα θαύματα. Θαύμα είμαι εγώ που ήρθα ως εδώ να αγωνιστώ. Θαύμα είναι ο αγώνας μου. Η υπομονή, η επιμονή, το πείσμα, οι στερήσεις. Ο όρκος που έδωσα στον μπάρμπα μου. «Και με ένα πόδι, θείε, εγώ θα πάω στο Πάτριοτς Ντέι και θα τρέξω!» Και με ένα πόδι. Κυριολεκτικά. Τώρα το άλλο μου το πόδι ψάχνουν ακόμα να το βρουν. Κι εκείνα τα τακούνια που δυο μέρες πριν αγόρασα από τη Νορθ Στρητ δεν πρόκειται ποτέ να τα φορέσω.
Ο ήχος αυτός ήτανε λέει έκρηξη. Τώρα μου τα εξηγούνε όλα οι γιατροί. Βόμβα που κάποιοι, λέει, τοποθέτησαν. Ήταν πιστοί ή άπιστοι; Τι σημασία έχει; Το θαύμα της, για αυτούς τουλάχιστον, το έκανε. Μέχρι κι οι χαζοχαρούμενες οι μαζορέτες άγιασαν. Ναι, πρόλαβα και τις είδα. Την ώρα που τερμάτιζα. Να αναλήπτονται, λεέι, στους ουρανούς. Μέσα σε καπνούς και σε φτερά πολύχρωμα.

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

...έρχομαι εγώ

Ο Στράτος αρχίζει να καταλαβαίνει. Η ερωτική του επιθυμία δεν είναι τελικά τόσο πανίσχυρη, όσο θα ήλπιζε πριν έρθει η Ισαβέλλα στο δωμάτιο. Πριν στριμωχτεί ανάμεσα στο τόσο ξένο εν τέλει σώμα του και στα οικεία του ξενοδοχείου τα σεντόνια. Τη νιώθει άγνωστη, ακατάδεχτη, απόμακρη. Δεν είναι μόνο τα σφαλισμένα μάτια της. Δεν είναι μόνο τα χέρια της τα αποδυναμωμένα. Αυτή η γυναίκα που βρίσκεται από κάτω του είναι μια κούκλα άψυχη. Τι να την κάνει άψυχη, όσο κι αν είναι κούκλα; Σε τι διαφέρει αυτό το απρόσμενο, το απρογραμμάτιστο το πήδημα από μια συνήθη μαλακία; Τουλάχιστον εκεί, στη μαλακία του, αυτή θα τον κοιτούσε. Ναι, σίγουρα. Θα βύζαινε το πέος του και θα είχε τα μάτια της ορθάνοιχτα. Θα υποδεχόταν αυτό το ανήλεο του σφυροκόπημα, βογκώντας και αναστενάζοντας, μα ούτε στιγμή δε θα απέσυρε το βλέμμα από πάνω του. Όχι, δε θα κοιτούσε απλώς. Θα έβλεπε. Πολύ καλύτερα εκεί. Πολύ πιο Ισαβέλλα. Τίμια πράγματα. Οφθαλμός αντί οφθαλμού, οδούς αντί οδόντος. Ναι, ναι, από όλα θα είχε εκεί. Και μάτια και δόντια και δάχτυλα και γλώσσες και φιλιά. Ακόμα και φιλιά. Όμως, δεν τις φιλάνε τις πουτάνες, λέει. Μονάχα τις πηδάνε. Ε, Ισαβέλλα; Έτσι είναι; Έψαχνες για πουτάνα, ε; Και δε μου λες; Πως λες να την πληρώσεις; Τι έχεις μέσα στο κεφάλι σου; Ποιος κατοικεί μες στη δική σου μαλακία; Γιατί δεν πήγες στο δικό του το δωμάτιο; Μην πεις πως δε σου κάθεται. Εσύ αλλιώς είσαι μαθημένη. Ποιος θα τολμούσε όχι να σου πει; Ποιος θα αρνηθεί την πόρτα να σου ανοίξει; Ποιος δε θα θέλει να προσκυνήσει τέτοια βυζιά παράσημα; Καριόλα, ψυχή αγάμητη! Ποιο πιόνι στη σκακιέρα σου να πάει να αυτομολήσει; Όχι, να μην ερχόσουνα ποτέ. Να σε έβλεπα μονάχα μες στην αίθουσα. Να σε είχα μόνο στα όνειρά μου. Όχι γιατί εκεί μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Λάθος. Δεν είναι αυτό το θέμα. Γιατί εκεί, στη φαντασία, στη μαλακία μου –πες την όπως γουστάρεις- μπορώ να θέλω να με θες. Να θέλεις όσα θέλω. Να βλέπω την επιθυμία σου κι εσύ τα όνειρά μου να κοιτάζεις.

«Κοίταξέ με!»
«Τι;»
«Κοίταξέ με, είπα!»
«Τι θέλεις;»
«Γιατί δε με κοιτάς, γαμώ την παναγία σου;»
«Άσε με! Με πνίγεις!»
«Ό,τι γουστάρω θα κάνω, ακούς; Ό,τι γουστάρω!»
«Σταμάτα!»
«Τι είμαι εγώ, ρε; Τι είμαι; Ε; Τι είμαι;»
«Δεν είσαι…»
«Τι δεν είμαι; Ποιος δεν είμαι; Μη κλαις! Μίλα!»
«Δεν είσαι…»
«Τι θέλεις; Γιατί ήρθες; Λέγε! Γιατί;»
«Για να με πηδήξεις, μαλάκα! Αυτό δεν ήθελες; Αυτό δε σκέφτεσαι συνέχεια; Πήδα με, λοιπόν κι άσε τις ερωτήσεις! Ή μήπως προτιμάς τα τσοντοσαϊτ σου; Ε; Για λέγε!»
«Άντε γαμήσου,καριόλα!»

Η Ισαβέλλα αρχίζει να καταλαβαίνει. Λάθος, λάθος όλα. Προσπάθησε να επιβάλει αυτήν την αισθητηριακή απομόνωση, μήπως και έτσι, χωρίς να βλέπει την εικόνα του, χωρίς να ακούσει τη φωνή του, μπορέσει να τον αντικαταστήσει. Αυτόν με εκείνον. Εκείνος και αυτός. Και η Ισαβέλλα κάπου εκεί ανάμεσα. Και η Ισαβέλλα πουθενά. Κι οι υπόλοιπες αισθήσεις; Ποιος τις ρώτησε; Ποιος είπε στην αφή να μείνει έξω από το δωμάτιο; Ποιος θα μπορούσε λογοκρισία, εμπάργκο, μποϊκοτάζ να κάνει στις επιδερμίδες τους;Ποιος άραγε τη γεύση και την όσφρηση να της αφήσει έξω από ετούτο το γαμήσι; Ποιος τις γαμάει τις αισθήσεις σου, μικρή μου Ισαβέλλα; Ποιος σε γαμάει εσένα τελικά; Αυτός που θες πραγματικά; Αυτός που, έτσι στην τύχη, διάλεξες; Ή μήπως εσύ η ίδια; Ποιος το γαμάει το πολυπόθητο μουνάκι σου, το βλέπεις, κι ας μην τολμάς τώρα να τον κοιτάξεις. Ποιος το μυαλό σου, όμως, διακορεύει, βιάζει, ξεσκίζει και πηδά και δεν πρόκειται ποτέ σου να το μάθεις. Αυτός εδώ είναι υπαρκτός. Ζυγίζει και το βάρος του το νιώθεις. Μυρίζει και τις οσμές του τις καταπίνουν τα ρουθούνια σου. Στάζει και τα υγρά του τώρα σε ποτίζουν. Ο άλλος, ο εκείνος, τι είναι τελικά; Μια ιδέα. Μια παραίσθηση. Ένα απωθημένο ακατοίκητο. Μια όμορφη απάτη. Γιατί τον έφερες μαζί σου μέσα στου Στράτου το δωμάτιο; Στράτο, αλήθεια, δεν τον λένε; Τι νόμιζες; Πως επειδή είναι τόσο παρόμοια όλα ετούτα τα δωμάτια, θα ήταν και ίδιοι αυτοί που τα γεμίζουν; Ποιος σε γεμίζει τώρα εσένα, Ισαβέλλα;Ποιος κατοικεί μες στο δικό σου το δωμάτιο; Ποιος τα κρατάει τα κλειδιά; Ποιος τις κουρτίνες σου τραβάει; Γιατί τον έφερες μαζί σου; Δεν το ήξερες; Όλα αυτά, αυτού του είδους τα γαμησιάτικα συμπλέγματα θέλουνε σάρκες, σάλια, κόκκαλα. Η φαντασία δεν τους φτάνει. Μόνη σου ήρθες, Ισαβέλλα. Κανένας δε σε κάλεσε. Όλοι μόνοι ερχόμαστε. Όχι μονάχα στη ζωή. Και στα γαμήσια μας ακόμα. Μόνοι και πάλι μόνοι φεύγουμε. Το ενδιάμεσο διάλειμμα της συντροφιάς είναι που ξεγελάει. Άνοιξε τα ματάκια σου, κορίτσι μου! Δες επιτέλους την αλήθεια!

Oh angel - we can find our way somehow/ Escaping from the world we're in. Ξέπνοοι. Ταπεινωμένοι. Ασήμαντοι. Ο ένας πλάι στον άλλον. Και οι δυο τους έναν άλλον έρωτα διψάσανε. Και οι δύο, στο ίδιο πήδημα, στέρεψαν τα υγρά τους.
To a place where we began.Ο τόπος μιας φαντασίας μυστικής, η γη των προφανών φαντασιώσεων δε θα μπορέσει ποτέ μέσα σε ένα τόσο περιστασιακό δωμάτιο, άραγε, να χωρέσει; Η επιθυμία σκοντάφτει πάνω στην περίσταση. Το περιστατικό δε συνιστά αιτία έρωτα ή πολέμου.
And I know we'll find/ A better place and peace of mind. Και ύστερα μένουν μόνα ένα κεφάλι σα σφηκοφωλιά και πλάι του ένα ξερό κορμί αφυδατωμένο. Και η φωνή του Judas από πολύ μακριά για κάποιον να προσεύχεται.
Just tell me that it's all you want - for you and me/Angel won't you set me free. Ελευθερία, ελευθερία, σε χύνω στα μούτρα και ύστερα το φάντασμά σου από μπροστά μου διώχνω.

«Κάθεται κανείς εδώ;»
Κάθεσαι εσύ. Εδώ και ώρα, αλλά ακόμα δεν το ξέρεις. Και εδώ κι εκεί και πρώτα από όλα πάνω μου.
Ούτε στα όνειρά του, τέτοιο τρελό σενάριο δεν έπαιζε. Από όλες του τις συμφοιτήτριες να έχει για διπλανή την όμορφη της τάξης. Μαζεύει βιαστικά τα πράγματά του από το κάθισμα. Στο πάτωμα τα ρίχνει.
«Κάθεσαι εσύ.»
«Ευχαριστώ!»
Το χαμόγελό της τη σκέψη του θολώνει. Κάθεται, βγάζει το παλτό, τεντώνεται, αράζει. Το στήθος της κοντεύει να ξεχειλώσει το γαλάζιο της πουλόβερ.
«Είμαι η Ισαβέλλα. Εσύ;»
«Γεια σου, Ισαβέλλα!»
«Εσύ;»
«Εγώ είμαι ο Στράτος.»
«Κι άλλος Στράτος! Γνώρισα άλλον έναν μέσα στο τρένο.»
«Λυπάμαι που δεν είμαι τόσο μοναδικός.»
«Κανείς δεν είναι, Στράτο.»
Σταυρώνει τα πόδια της. Τρίβεται το μπλουτζίν της. Στριμώχνονται τα μπούτια της κάτω από το θρανίο. Το βλέμμα του χοροπηδάει ανέμελο. Δεν ξέρει καν που να σταθεί. Δεν βρίσκει κάποια εικόνα πρόχειρη αδιάφορη για να μην τον προδώσει. Ο χάρτης της Τουρκίας ίσως; Τι δουλειά έχει, άραγε, αυτός ο χάρτης εδώ μέσα;
Η Ισαβέλλα αδειάζει τα σύνεργά της από την τσάντα της. Καταλαμβάνει τη μισή επιφάνεια του θρανίου και ολόκληρη σχεδόν της σκέψης του συμφοιτητή της. Μες στον εγκέφαλο του Στράτου, η επιφάνεια εργασίας του έχει μόλις αποκτήσει καινούριο φόντο.
«Από πού είσαι;»
Αυτή μοιάζει ξαφνικά σα να έχει κάπως απομακρυνθεί. Το βλέμμα της παρακολουθεί σχολαστικά το βάδισμα και τις κινήσεις κάποιου άλλου φοιτητή που μόλις έχει φτάσει.Ο κάποιος άλλος χαιρετάει το Στράτο και κάθεται στη διπλανή σειρά. Η Ισαβέλλα σκύβει στο αυτί του διπλανού της. Βιάζεται. Δεν κρατιέται.
«Ποιος είναι αυτός;»
Η ανάσα της χαϊδεύει το μυαλό του. Δεν την ακούει τη φωνή της. Τη νιώθει. Την εισπράττει. Την απορροφά. Δεν την καταλαβαίνει.
«Με ακούς;»
Λίγο ακόμα, σε παρακαλώ. Ρώτα με, αλήθεια, ό,τι θες. Εξάλλου μόνο μια απάντηση υπάρχει. Αυτή τον πλησιάζει περισσότερο. Τώρα τα χείλη της σχεδόν τον ακουμπάνε.
«Ποιος είναι αυτός που σε χαιρέτησε;»
Το μήνυμα τρυπάει το αυτί και φτάνει μέχρι τον εγκέφαλο. Ο ακροατής ξυπνάει. Κοιτάει τον άλλον, κοιτάει αυτήν. Τα χείλη της. Τα μάτια. Απαντάει.
«Κάποιος.»

«Να σου πω, δεν είναι γελοίο να είμαστε σε διπλανά δωμάτια και να μιλάμε από το facebook;»
«Θες να έρθω από εκεί;»
«Όχι!»
«Ε, τότε; Με κοροϊδεύεις, έτσι;»
«Έρχομαι εγώ.»

Ο Στράτος τινάχτηκε αμέσως από το κρεβάτι του και σαν τον διαβολάκο της Τασμανίας άρχισε να κάνει σβούρες μέσα στο δωμάτιο, κρύβοντας όπως-όπως τα εσώρουχά του, κλείνοντας τις τολμηρές σελίδες του στο ίντερνετ και ανοίγοντας διάπλατα την μπαλκονόπορτα για να αεριστεί ο χώρος. Αυτό είναι το κακό με τις φαντασιώσεις, πραγματοποιούνται την ώρα εκείνη ακριβώς που εσύ καθόλου δεν τις περιμένεις. Αγχώθηκε. Έβγαλε την πιτζάμα του –ήταν γελοία κι εκείνες οι λαδιές από τα σουβλάκια που έτρωγε νωρίτερα δε μοιάζαν με τιμητικά παράσημα καθόλου- και αμήχανα ξεβράκωτος προσπαθούσε να βρει μέσα στο σάκο του κάτι άλλο ευπρεπές και άνετο να βάλει. Το συνθηματικό –έτσι του φάνηκε- όμως χτύπημα στην πόρτα τον πρόλαβε κι έτσι αναγκάστηκε να την ξαναφορέσει ηττημένος.
«Ποιος είναι;» ρώτησε ανόητα.
«Roomservice», ακούστηκε η φωνή της.
Άνοιξε και τότε είδα μπροστά του όλες τις φαντασιώσεις του μαζί να ενσαρκώνονται. Δεν πρόλαβε τίποτα να πει. Χρόνο δεν βρήκε καν για να σκεφτεί μιαν έξυπνη ατάκα. Η Ισαβέλλα άπλωσε το χέρι της, άρπαξε τα κεφάλι του και κόλλησε τα σαρκώδη χείλη της πάνω στα σκασμένα και τρεμάμενα δικά του.
«Τι έτρωγες;»
«Ε, είχα πάρει κάτι από τον πεζόδρομο…»
«Και τι, δηλαδή; Χόρτασες; Δεν πεινάς για τίποτα άλλο;»
Το σώμα της σφίχτηκε πάνω στο δικό του, ενώ τεντωνόταν για να τον φτάσει ξανά στο ύψος των χειλιών και να επαναλάβει το λαίμαργο φιλί της. Το χέρι της γλίστρησε μέσα στην πιτζάμα του, ενώ έσπρωχνε την πόρτα με τον κώλο της. Κάνεις δεν έπρεπε να δει. Το πάρτυ μόλις άρχιζε.
Ο Στράτος την άρπαξε στα μπράτσα του και την πέταξε πάνω στο ξέστρωτο κρεβάτι. Αυτή γελούσε σα μικρό παιδί και δάγκωνε τα χείλη της ταυτόχρονα σαν έμπειρη πουτάνα. Έβγαλε τις πιτζάμες της στα γρήγορα, ενώ αυτός έκανε να κλείσει ξανά την μπαλκονόπορτα.
«Όχι! Ασ’ την ανοιχτή!»
«Ζεσταίνεσαι;»
«Διψάω. Έχεις να πιούμε τίποτα;»
«Κάτι θα βρούμε...»
«Είμαι σίγουρη...»
Ο Στράτος σήκωσε τη μπλούζα τις πιτζάμας του, ενώ αυτή, στ’ αλήθεια ανυπόμονη, κατέβασε το κάτω μέρος και άρχισε να γλύφει τον πούτσο και τα αρχίδια του. Αυτός μισόγυμνος, με το παντελόνι του στα γόνατα, χάιδεψε το κεφάλι της, απομακρύνοντάς της τα μαλλιά από το πρόσωπο. Η Ισαβέλλα δε μπορούσε τη στιγμή εκείνη να μιλήσει. Τα καλά κορίτσια δε μιλούν με γεμάτο το στόμα. Σήκωσε τα μάτια της ψηλά και άφησε το βλέμμα της να πει όσα η γλώσσα δε μπορούσε. Από το ανοιχτό παράθυρο, από το δρόμο, από τον Γενάρη έξω ακουγόταν κάποια μουσική. Κάποια παραφωνία.
Το κιτρινιάρικο φως του δωματίου τρεμόσβηνε πάνω από τα κεφάλια τους. Κι όμως κανείς από τους δυο τους δεν το έβλεπε. Κανείς δεν άκουγε απολύτως τίποτα. Τίποτα άλλο από το σφυγμό του πάθους και του απροσδόκητου.
«Δεν θέλεις να σου πω τι ακριβώς σκεφτόμουνα;», τη ρώτησε αν και ήξερε ήδη την απάντηση. Αν και ήδη γνώριζε πολύ καλά πως και αυτή τη σκέψη του μπορούσε να διαβάσει.
«Δε θέλω να πεις», του απάντησε μέσα από τα ορθάνοιχτα τα μάτια της.«Να μου δείξεις θέλω. Είσαι ο Στράτος και είμαι η Ισαβέλλα…»

-Ανσουζητούσανεναγράψειςμιαερωτικήσκηνή με πρωταγωνιστές δυο από τους συμφοιτητές μας, ποιους δύο θα επέλεγες;
-Την Ισαβέλλα και το Στράτο.
-Την Ισαβέλλα καταλαβαίνω, λογικό. Γιατί όμως το Στράτο;
-Γιατί από όλους, αυτοί είναι μακράν οι πιο ευφάνταστοι.
-Κι εσύ πως το γνωρίζεις;
-Δεν το γνωρίζω. Αλλά μπορώ, νομίζω, να μαντέψω. Άλλωστε, αυτό δεν είναι στην πραγματικότητα και το αντικείμενο των σπουδών μας;
-Και πάλι όμως, η φαντασίες τους δε μοιάζουν να συγκλίνουνε.
-Οι επιθυμίες, θες να πεις.
-Γιατί; Δεν είναι το ίδιο;
-Εσύ φαντάζεσαι μόνο ό,τι επιθυμείς;
-Δεν πάει συνήθως έτσι;
-Κι εκείνο; Αυτό εκεί που επιθυμείς, πιστεύεις πως φαντάζεται εσένα;
-Που θες να ξέρω;
-Μάντεψε!
-Μαντεύω μάλλον όχι.
-Φαντάσου τότε πως κι εκείνο σε φαντάζεται και γράψε μια ιστορία.
-Αυτό θα έκανες εσύ;
-Υπάρχει κάτι άλλο;

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

έρχομαι εγώ...

Η όραση είναι η κυρίαρχη αίσθηση. Αυτή που καταδυναστεύει όλες τις άλλες τις αισθήσεις. Μολονότι είναι η νεώτερη και η λιγότερο ανεπτυγμένη σε σχέση με τις πολύπλοκες εγκεφαλικές διεργασίες, οι άνθρωποι έχουν το θράσος να μιλούν για φωτογραφική μνήμη και στις περισσότερες γλώσσες να λένε «βλέπω» και να εννοούν «καταλαβαίνω».
Στο σεξ υπάρχουν αυτοί που θέλουν όλα να συμβαίνουν με τα φώτα ανοιχτά κι εκείνοι που προτιμούνε τα σκοτάδια. Κάποιοι –λίγοι ενδεχομένως- γουστάρουν να πηδιούνται στα σκοτεινά για να μπορούν να γεύονται, να αγγίζουν και να οσφραίνονται τον ερωτικό τους παρτενέρ, χωρίς η εικόνα του να τους παραπλανά και να τους αποσυντονίζει. Οι πιο πολλοί, ωστόσο, έχουν άλλους σκοπούς, πιο ταπεινούς, την ώρα που τους διακόπτες κατεβάζουν. Βλέπετε, η όραση μπορεί να είναι η μικρή και κακομαθημένη αίσθηση που αρέσκεται τόσο πολύ να βασανίζει και να ταλαιπωρεί τις άλλες τις μεγάλες αδερφές της, αλλά αν υπάρχει κάποια ανθρώπινη λειτουργία που πραγματικά υποφέρει από αυτήν, είναι η φαντασία.
Έτσι, όπως τα παιδιά σβήνουν το φως του δωματίου τους για να μπορούν πιο εύκολα να ακούν τα μυστικά των γονιών τους, έτσι και οι ενήλικες κατά τη διάρκεια του ερωτικού τους παιχνιδιού καταφεύγουν συχνά στη βοήθεια του σκοταδιού για να αντικαταστήσουν αυτόν με τον οποίον μοιράζονται το κρεβάτι τους με εκείνον που πραγματικά θα ήθελαν κοντά τους.

«Γιατί δεν κοιμάσαι;»
«Εσύ, γιατί δεν κοιμάσαι;»
«Εγώ ρώτησα πρώτη!»
«Γιατί σε σκέφτομαι.»
«Έλα! Άσε τις βλακείες και απάντησε! Γράφεις, ε;»
«Όχι, σου λέω. Σε σκέφτομαι.»
«Μμμ… Τι σκέφτεσαι, δηλαδή;»
«Δε μπορώ να σου πω.»
«Γιατί; Ντρέπεσαι;»
«Όχι. Εσύ ντρέπεσαι.»
«Να σου πω, δεν είναι γελοίο να είμαστε σε διπλανά δωμάτια και να μιλάμε από το facebook;»
«Θες να έρθω από εκεί;»
«Όχι!»
«Ε, τότε; Με κοροϊδεύεις, έτσι;»
«Έρχομαι εγώ.»

Ο Στράτος τινάχτηκε αμέσως από το κρεβάτι του και σαν τον διαβολάκο της Τασμανίας άρχισε να κάνει σβούρες μέσα στο δωμάτιο, κρύβοντας όπως-όπως τα εσώρουχά του, κλείνοντας τις τολμηρές σελίδες του στο ίντερνετ και ανοίγοντας διάπλατα την μπαλκονόπορτα για να αεριστεί ο χώρος. Αυτό είναι το κακό με τις φαντασιώσεις, πραγματοποιούνται την ώρα εκείνη ακριβώς που εσύ καθόλου δεν τις περιμένεις. Αγχώθηκε. Έβγαλε την πιτζάμα του –ήταν γελοία κι εκείνες οι λαδιές από τα σουβλάκια που έτρωγε νωρίτερα δε μοιάζαν με τιμητικά παράσημα καθόλου- και αμήχανα ξεβράκωτος προσπαθούσε να βρει μέσα στο σάκο του κάτι άλλο ευπρεπές και άνετο να βάλει. Το συνθηματικό –έτσι του φάνηκε- όμως χτύπημα στην πόρτα τον πρόλαβε κι έτσι αναγκάστηκε να την ξαναφορέσει ηττημένος.
«Ποιος είναι;» ρώτησε ανόητα.
«Room service», ακούστηκε η φωνή της.
Άνοιξε κι αμέσως σταύρωσε τα χέρια του μηχανικά πάνω από την κοιλιά του, μήπως και κρύψει τους λεκέδες της πιτζάμας του.
«Τι έτρωγες;»
«Ε, είχα πάρει κάτι από τον πεζόδρομο…»
«Παιδάκι μου, τι έπαθες; Σε πιάσανε οι ζέστες;»
Η Ισαβέλλα τον προσπέρασε, πήγε χοροπηδώντας ως την μπαλκονόπορτα και την έκλεισε ξανά. Οι καμπύλες του σώματός της διαγράφονταν σχεδόν σαδιστικά κάτω από ό,τι ρούχο κι αν φορούσε. Ακόμα και κάτω από αυτές τις τόσο αθώες, ροζ, κοριτσίστικες πιτζάμες της. Ο Στράτος έμεινε να την κοιτάζει με τα χέρια ακόμα σταυρωμένα, διστάζοντας ακόμα να κάνει βήμα προς το μέρος της.
«Τι έπαθες;»
«Τι θέλεις;»
«Θέλω να μου πεις τι ακριβώς σκεφτόσουνα. Έχεις τίποτα να πιούμε;»
«Έχω μια μπύρα στο ψυγείο.»
«Καλή κι η μπύρα.»
Ο Στράτος έσκυψε πάνω από το ψυγειάκι του δωματίου και το άνοιξε, ενώ η Ισαβέλλα πίσω από την πλάτη του, έβγαλε γρήγορα το πάνω μέρος της πιτζάμας της και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού του. Γύρισε και την είδε. Το βλέμμα του καρφώθηκε στους γυμνούς της ώμους που εξείχανε μέσα από τα σεντόνια.
«Ασ’ την! Δε θέλω. Άλλαξα γνώμη.»
Εκείνος, σα να μην άκουγε τα λόγια της, άνοιξε το κουτάκι και ήπιε με μια γουλιά περίπου το μισό περιεχόμενο.
«Βάλε μουσική!» τον διέταξε σχεδόν, σπρώχνοντας με το δάχτυλό της το λάπτοπ πάνω στο κομοδίνο του.
«Τι θες να ακούσεις;»
«Όχι εσένα, πάντως.»
«Μα δεν είπες πως θέλεις να σου πω τι ακριβώς σκεφτόμουνα;»
«Δε θέλω να πεις. Να μου δείξεις θέλω. Και σβήσε όλα τα φώτα!»

«Γιατί δεν κοιμάσαι;»
«Γράφω. Εσύ;»
«Τι γράφεις; Για αύριο;»
«Όχι, κάτι δικό μου.»
«Για όλα αυτά που γίνονται;»
«Όχι ακριβώς. Για άλλα…»
«Για μένα;»
«Εσύ, γιατί δεν κοιμάσαι, Ισαβέλλα;»
«Γιατί σκέφτομαι.»
«Τι σκέφτεσαι;»
«Να σου πω, δεν είναι γελοίο να είμαστε σχεδόν σε διπλανά δωμάτια και να μιλάμε από το facebook;»
«Έχεις δίκιο. Καλύτερα να κοιμηθούμε.»
«Όχι!»
«Τι όχι;»
«Τίποτα. Καληνύχτα, Στεργίου!»

The words she said turned out why/Desperation fills her eyes
/Hold her in your arms/Don't let go. Έμεινε μόνη η οθόνη του φορητού υπολογιστή για να φωτίζει το δωμάτιο. Έμειναν μόνες των Maiden οι κραυγές τους τοίχους για να κοπανάνε.
When you taste defeat, when you loose again /Fight and win, never give in
/Hold her in your arms/Don't let go. Εκείνη να βουλιάζει κάτω από το συμπαγές του πήδημα. Αυτός να ψάχνει τρόπο να μπει όλο και πιο βαθειά της μέσα.
That girl you need/Gonna knock you off your feet
/That girl, you know/She'll never let you go. Εκείνη να σφίγγει τα βλέφαρά της δυνατά. Όχι, να μην της φτάνει το σκοτάδι. Αυτός να βγαίνει μέσα από το σκοτάδι και να χάνεται. Να τρέχει να φανερωθεί στο φως που τον λυτρώνει.
Can you hear her call, call out your name/Think about you, cry without you
/Hold her in your arm/Don't let go. Αυτός, πιο εδώ «εδώ» δε γίνεται. Εκείνη, πιο αλλού «αλλού» στ’ αλήθεια δεν υπάρχει.

εδώ

εδώ το σώμα μου. το δικό σου σώμα. το κενό ανάμεσα στα παλλόμενα σώματά μας. το παλλόμενό μας σώμα. το σύμπαν του και οι θεωρίες γέννησης αυτού. ο θάνατος του σύμπαντος. η μεγάλη έκρηξη. η συντριβή. η σύνθλιψη του σώματός σου. ο αφανισμός του. η ενσώματή σου καταβύθισή στο φρέαρ αυτού του κρεβατιού. αυτού του δωματίου. αυτού του ορόφου. αυτού του ξενοδοχείου. αυτής της πόλης. αυτής της χώρας. αυτής της χερσονήσου. αυτής της ηπείρου. αυτού του πλανήτη. αυτού του ηλιακού συστήματος. το σεληνάκατό μου σώμα. το ανάγλυφο, το τρισδιάστατο, το οργανικό σου σώμα. γλύφω το ανάγλυφο. τσισδιαστέλλω το τρισδιάστατο. οργώνω το οργανικό. πιάνω δουλειά. υπάρχω. πυκνώνω. συμπυκνώνω. βρίσκομαι.

αλλού

αλλού εγώ. αλλού η σκέψη. η φυγή. η όραση. αλλού το αναπάντεχο, το ανέφικτο, το απωθημένο. ποιος απωθεί τα απωθημένα μου; ποιος απολλύει τις συμβάσεις; ποιος κατοικεί το αλλού μου το αλλότριο; ποιος κυβερνά τη στίξη μου του κορμιού μου; τη συμφωνία του ρήματός μου εαυτού και του επιθυμώ υποκειμένου μου; τη χρονική μου αύξηση; τις έλξεις των αναφορικών μου; το σώμα και το σώμα μου. το διάστημα ανάμεσα στα σώματά μας. το διάστημα, το σύμπαν, το κενό. ο ήχος που δεν αναπαράγεται. ο ήχος που δεν μεταβαίνει, δεν ηχεί. ο ήχος μέσα στο κεφάλι μου. ο ήχος που δεν γνωρίζει τίποτα. ο ήχος που ερωτεύεται. ο ερωτηματικός μου ήχος. αλλού ερωτώ. αλλού απαντιέμαι. αλλού καταφάσκω. αλλού υποδηλώνομαι. εδώ μονάχα το μουνί μου.

Ο Στράτος που πηδάει την Ισαβέλλα.
Ο ρυθμός του είναι φρενήρης, εξοντωτικός.
Το πήδημά του αντιβαίνει τους κανόνες.
Σαν έφηβος.
Σαν ναυτικός.
Σαν σαρκοφάγος δισταγμός.
Βυθίζεται.
Ποντίζεται.
Εξορυγνύει.
Εκ-μεταλλεύεται.
Σπάει και θρυμματίζει.
Πηδάει και προσπαθεί να θυμηθεί.
Δεν ήταν κάπως έτσι;
Τόσες φορές το είχε φανταστεί.
Τόσες φορές το είχε κρυφά αναπαραστήσει.
Δεν ήταν αυτή;
«Αυτή
«Αυτή που
«Αυτή που έρχεται
«Αυτή που έρχεται όταν
«Αυτή που έρχεται όταν την
«Αυτή που έρχεται όταν την σκέφτομαι»
που έρχεται όταν την σκέφτομαι»
έρχεται όταν την σκέφτομαι»
όταν την σκέφτομαι»
την σκέφτομαι»
σκέφτομαι»

Η Ισαβέλλα που πηδιέται από το Στράτο.
Η Ισαβέλλα που
Η Ισαβέλλα πού
Η Ισαβέλλα όπου
Πηδιέται.
Γαμιέται.
Παραδίνεται.
Τα πόδια της χτυπιούνται στα πλευρά του.
Σφίγγεται.
Σωρεύει.
Συρρικνώνεται.
Τα γόνατά της αποκολλούνται από το σώμα του.
Οι αστράγαλοί της εγκαταλείπουνε τη μάχη.
Τα μπούτια της εξαϋλώνονται.
Τα πέλματά της ξηλώνουν τα σεντόνια.
Τα χέρια που δεν αγκαλιάζουνε.
Τα χέρια που αρνούνται να αγγίξουν.
Κουτσουρεμένος έρωτας ανάπηρος.
Γαμήσι δίχως άκρα.
Μονάχα ένα μουνί και δυο αμπαρωμένα βλέφαρα.
Δυο μάτια που να κοιτάξουν δε μπορούν.
Κι ένα μουνί που δε θέλησε ποτέ του να ακούσει.
Ένα μουνί καταπακτή.
Έρως υποκατάστατος.
Γαμήσι νεροχύτης.
Η Ισαβέλλα που θέλει να αγαπηθεί.
Μια άλλη Ισαβέλλα.

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

ακριβώς

Τι ώρα νυχτώνει στο διάστημα;
Τι ώρα έρχεται το φως μέσα στης γης τα σπλάχνα;

Τι ώρα θα έρθεις να με δεις;
Τι ώρα πρέπει ύστερα ξανά να με αφήσεις;
Τι ώρα κλείνουνε τα μάτια σου;
Τι ώρα -πες μου ακριβώς!- η εικόνα σου ξυπνάει;

Τι ώρα δημιουργήθηκε ο κόσμος, ο λόγος, οι αισθήσεις, η ζωή;
Τι ώρα είναι τώρα;