Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

το μεγάλο κάψιμο

Μάρτιος 2005. Η απόπειρα να επεκτείνω το εύρος των πολεμικών επιχειρήσεών μου στη δυτική Ευρώπη απέτυχε παταγωδώς και έτσι γρήγορα αναγκάστηκα να ανασυντάξω τις δυνάμεις μου και να επικεντρωθώ στο εσωτερικό μου μέτωπο και εν προκειμένω στην Αθήνα. Από τον προηγούμενο Ιούνιο νοικιάζω ένα διαμέρισμα στα Εξάρχεια, πολύ κοντά σε εκείνο το παλιό φοιτητικό μου και από εκεί σχεδιάζω και εκτελώ εγκλήματα φρικτά και απερίγραπτα, που δυστυχώς δε θα βρεθεί ποτέ κανένα δικαστήριο να τα καταδικάσει. Όχι, δεν χωρά καμιά δικαιοσύνη ανθρώπινη σε αυτές τις καταστάσεις. Το δίκαιο, η τιμωρία, η κόλαση, για όλα αυτά τα πράγματα υπάρχουνε μόνο στις λέξεις που ποτέ δε συγχωρούν και στις σελίδες που πάντα εκδικούνται. Μετά, λοιπόν, από έναν σκληρό χειμώνα κι ανελέητο, βλέπω ξανά μια νέα άνοιξη να έρχεται, κι ως ήρωας πολέμου τώρα πια- αν και το μόνο πράγμα ηρωικό που έχω να υπερηφανεύομαι είναι που παραδόξως τελικά επέζησα- είμαι έτοιμος για νέες ανοησίες. Έχω μόλις σχεδόν χωρίσει με την Αμαρυλλίδα, την πρώτη από τις τρεις διαδοχικές συντρόφους μου -που γνώρισα μαντέψτε πού- και έχω με κάποιον τρόπο υποβιβάσει την ερωτική δραστηριότητά μου στο επίπεδο του αχόρταγου τροφοσυλλέκτη. Και ενώ κατοικοεδρεύω στην Αθήνα, οι υποχρεώσεις μου –για να μην πω και τα καθήκοντά μου- περιορίζονται στις καθημερινές και τα σαββατοκύριακα επιστρέφω πάντα, συνήθως ταπεινωμένος, κάποιες φορές θριαμβευτής, στο Βόλο και στο Posh. Δυο μέρη που σιγά-σιγά αρχίζουν να ταυτίζονται μες στο βάρος μου πάντα συνθετικό μυαλό μου.

Πέμπτη βράδυ. Λόγω της εθνικής μας επετείου έχω έρθει για ολόκληρο τριήμερο. Κάθε Πέμπτη βράδυ είναι που παρακολουθώ κανονικά κάτι μαθήματα στο Μικρό Πολυτεχνείο στου Ψυρρή, τα οποία τελειώνουνε κατά τις έντεκα περίπου. Είμαι κομμάτια και επίσης έχω ήδη πιει τόσο πολύ που δε θα έπρεπε κανονικά ούτε ως τα Εξάρχεια να οδηγήσω. Παίρνω ακόμα δύο μινιατούρες Jameson από τον αυτόματο πωλητή της σχολής –πολύ βολικός κάποιες φορές αυτός ο αυτοματισμός αλήθεια- κι ένα ποτήρι γεμάτο με παγάκια, από εκεί που θα έπρεπε να πάρω ίσως καφέ, και βγαίνω στην Εθνική Οδό και όποιον πάρει ο χάρος. Λίγο μετά τη Θήβα τηλεφωνώ στον Βαγγέλη. Έλα ρε! Τι λέει; Εντάξει; Σχόλασες; Πάμε κανά πωσάκι; Έλα μωρέ! Αφού γιορτάζεις αύριο. Σου λέω, στο δρόμο είμαι. Μέχρι να κλείσεις, έφτασα.

Πλέον Παρασκευή. Ακολουθεί αργία και ως εκ τούτου δεν τίθεται και θέμα ωραρίου. Μαζεύω το Βαγγέλη από το σινεμά κι αφού περάσουμε μια βόλτα από την Ιάσονος για να καταναλώσουμε μια σεβαστή ποσότητα της βρώμικης μα τόσο θεραπευτικής βολιώτικης κουζίνας, φτάνουμε επιτέλους στην πηγή και ετοιμαζόμαστε να βυθιστούμε πάλι. Αν και το μαγαζί είναι σχεδόν γεμάτο, βρίσκουμε παραδόξως στο μπαρ δυο σκαμπώ και προσσεληνωνόμαστε. Κοιτάζω γύρω μου. Με μια πρόχειρη ματιά μπορώ και διακρίνω τουλάχιστον τρεις πρόσφατες χυλόπιτες, μα ωστόσο δεν πτοούμαι. Αφήνω να παραγγείλει ο άλλος, γιατί αυτόν τον μπάρμαν τον σχολαστικό στ’ αλήθεια, όσο κα να πιω, όχι, δεν τον παλεύω. Αδειάζω το ποτήρι μου και του ζητάω να το γεμίσει πάλι. Στον ίδιο πάγο, σε παρακαλώ! Βλέπω στην άλλη άκρη μια γκόμενα να μου χαμογελά. Ή έστω έτσι νομίζω. Νομίζω επίσης πως είναι ακριβώς ο τύπος μου. Πως έχουμε πολλά κοινά. Πως θέλω να κάνουμε μαζί διακοπές αυτό το καλοκαίρι. Λέω να πάω να της το πω. Συγνώμη, επιστρέφω.

Παρασκευή πρωί. Το μαγαζί έχει σχεδόν αδειάσει. Ο βούδας που βάζει μουσική παίζει κάτι αντάρτικα μάλλον από τη μαρτυρική Χαβάη. Ο μπάρμαν έχει ανοίξει σοβαρή κουβέντα με τον φίλο μου για κάποιον κώλο που ακόμα χορεύει εκεί στο βάθος. Τρεις-τέσσερις εναπομείναντες χαροπαλεύουν ακούγοντας τα ανέκδοτα του Χρήστου. Υπάρχει όμως και κάποια μες στο Posh που σίγουρα γλεντάει. Την λένε Άννα, είναι 20 χρονών κι ό,τι της πω γελάει. Κάποια στιγμή η αλήθεια είναι πως προβληματίστηκα, αλλά ύστερα πάλι σκέφτηκα πως ίσως και να έχω πλάκα τελικά, αν και δεν ξέρω τι πιο αστείο έβρισκε, τα λόγια μου ή εμένα. Γελώντας πάντα, κοιτάει το ρολόι της. Ήρθε η ώρα να πηγαίνουμε. Αλλά δεν είναι κρίμα εάν δεν φεύγαμε μαζί, αφού τόσο καλά περνάμε. Κάνω την κίνησή μου και τότε είναι το χαρούμενο κορίτσι πραγματικά ξεραίνεται στα γέλια.

-Μα επιτέλους, πες, γιατί γελάς; Ποιο είναι το πρόβλημά σου;
-Συγνώμη, αλλά δεν ήθελα τόση ώρα να σε διακόψω. Αλήθεια, δε θυμάσαι τίποτα; Μόλις πριν δυο βδομάδες μου την έπεσες ξανά. Ο ίδιος τρόπος ακριβώς. Η ίδια πρόταση στο τέλος.
-Κι εσύ, τι μου απάντησες;
-Κι εσύ, τι θα θυμάσαι;

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

και τώρα;

Ενώ εγώ
μετρούσα
σε χιλιόμετρα
σε στίχους
σε ποτήρια
σε ανεπανάληπτα καρέ
σε ερωτοβόλους μύθους,
εσείς (ενώ εγώ)  μετρούσατε
-κανένας σας δε φρόντισε
να μου το πει εγκαίρως-
σε ώρες και
σε χρόνια;

Και τώρα πρέπει, δηλαδή,
να τρέξω για να σας προλάβω;

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

η δικαιωση

καθε φορα που ακουω τη φραση "θα τον δικαιωσει η ιστορια", θυμαμαι εναν παλιο συμμαθητη, που στο σχολειο ολοι τον πειραζαν -ενταξει, πηγαινε κ αυτος γυρευοντας- κ επειδη με εκνευριζε λιγο η στωικοτητα του, οταν τα παλιοπαιδα στην αυλη καμια φορα το παρακανανε, του ελεγα: "πώς τους ανεχεσαι, ρε; γιατι δεν τους λες τιποτα;" κ αυτος παντα μου απαντουσε: "δεν πειραζει.. αστους, μωρε.. στη ζωη θα φανουνε ολα." ειλικρινα, δεν ξερω τι φανηκε τελικα στη δικη του τη ζωη. πώς τον δικαιωσε η δικη του ιστορια. στη δικη μου τη μυθολογια, παντως, τον εχω καταταξει σε μια θεση εξαιρετικα περιοπτη. τον φανταζομαι να ειναι τωρα σπουδαιος κ πετυχημενος "στη ζωη", να καθεται πισω απο ενα τεραστιο γραφειο κ εξω απο την πορτα του να περιμενουν στοιχισμενοι αλλοι παλιοι συμμαθητες να ερθει η σειρα τους, να μπουν να του ζητησουν δανεικα, βοηθεια κ χαρες. κ αυτος εναν-εναν να τους υποδεχεται, να ακουει τα αιτηματα τους κ υστερα να τους λεει: "θυμασαι που με ειχες πει βλακα μπροστα στα κοριτσια στο τεταρτο διαλειμμα; εσυ θυμασαι που στη γυμναστικη μού ειχες κρυψει πισω απο το καλοριφερ τη φορμα;" δεν ξερω τι ακριβως δικαιωση μπορει να φερει η φαντασιωση πως το ονομα σου ισως καποτε να στριμωχτει μεσα σε μια υποσημειωση στη ζωη ή σε καποιο βιβλιο ιστοριας. μπορω, ομως, να πω με σιγουρια οτι, αν ψαχνεις τετοιες απολαυσεις, πιο ευκολο ειναι, εστω κ προσωρινα, να σε δικαιωσει η χημεια

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

αυτο ειναι δικο μου

παρακολουθω δυο παιδακια στο απεναντι μπαλκονι να μαλωνουνε. κρατανε κ τα δυο απο μια ακρια ενα πολυχρωμο κουτι, μαλλον με καποιο επιτραπεζιο παιχνιδι, κ αλληλοτσιριζουνε: "αστο! ειναι δικο μου!". γεννιομαστε, λεει, αγρια θηρια κ ερχονται υστερα ο πολιτισμος, οι νομοι κ η εκπαιδευση για να μας κανουνε ανθρωπους. τα πιτσιρικια, στο μεταξυ, απεναντι, βλεποντας πως οι τσιριδες δεν αρκουν, εχουν αρχισει το μπουνιδι. παλι καλα που μας διδασκουν απο νωρις την εννοια της ιδιοκτησιας κ εξημερωνομαστε

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

το φάρμακο

Η μεγάλη λογοτεχνία είναι το φάρμακο για την ασθένεια της μικρής ζωής. Μπορούμε μια χαρά να επιβιώσουμε χωρίς να ανοίξουμε ποτέ βιβλίο στη ζωή μας. Μπορούμε όμως, εξίσου καλά, και να αναβιώσουμε άλλες πολλές φανταστικές ζωές, έτσι και κατορθώσουμε να αφήσουμε να μας ανοίξουν τα ίδια τα βιβλία. Ας πούμε πως αυτό είναι το υποκατάστατο, που ο υπερεκτιμημένος μας πολιτισμός μάς επιφύλαξε, αντί της ακριβής ιδέας της αθανασίας. Αυτά και πάω να συνεχίσω τον Τζον Ντος Πάσος μου.