Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

το σπίρτο

Ήμουν πολύ μικρός. Νομίζω πως ούτε σχολείο δεν πήγαινα ακόμα. Δεν το λέω για να δικαιολογηθώ. Και λίγο μεγαλύτερος να ήμουν, μάλλον ως βουβός και αποσβολωμένος θεατής και πάλι θα το παρακολουθούσα. Μπορεί να μην ήτανε δικιά μου η ιδέα. Μπορεί και να ψιθύρισα, κάποια στιγμή, ένα, «όχι, ρε παιδιά, κρίμα είναι το καημένο», έτσι δειλά, αθόρυβα. Ίσα-ίσα να το ακούσω μόνο εγώ. Να έχω μετά να το θυμάμαι, όταν θα έπεφτα τη νύχτα στο κρεβάτι μου και η εικόνα του παραναλώματος θα τρύπωνε εφιαλτικά κάτω από τα σεντόνια.
Τα περισσότερα από εκείνα τα παιδιά, τα μέλη εκείνης της εγκληματικής παρέας, ζούνε ακόμα στην παλιά μου γειτονιά. Τους βλέπω. Με κάποιους ακόμα λέμε ένα «γεια». Οι πιο πολλοί έχουν παιδιά στην ηλικία που τότε ήμασταν εμείς – αναρωτιέμαι, στ’ αλήθεια με τι είδους ιστορίες τα ταΐζουν. Είμαι απολύτως σίγουρος, πως αν τους έπιανα ποτέ και τους ρωτούσα, «θυμάστε, ρε, τι κάναμε, τότε, εκεί, στο πάρκο», θα σήκωναν τους ώμους τους, αλλού θα γύριζαν το βλέμμα. Ίσως και να βρισκόταν κάποιος λίγο πιο θρασύς, λίγο πιο τολμηρός από όλους μας στην καθημερινή τη μάχη με τη μνήμη, που να μου απαντούσε: «Έλα μωρέ! Αφού ήμασταν μικρά παιδιά. Παιχνίδι ήταν όλα. Πάει τώρα. Μεγαλώσαμε. Τώρα είμαστε άλλοι.»
Και πάλι δεν ξέρω αν θα μπορέσω να του φέρω αντίρρηση. Ίσως ξανά κάτι να ψιθυρίσω. Όχι από φόβο ετούτη τη φορά. Όχι, καμία σχέση. Μα πιο πολύ από δισταγμό. Δεν λέω, ίσως να έχει δίκιο. Αναγνωρίζω του παιχνιδιού το κίνητρο την ώρα που κάποιος επιτήδειος άρπαξε από τα πόδια ένα γατί και το έδεσε στο δέντρο. Το ξέρω, ήμασταν μικροί και τώρα πάει, μεγαλώσαμε. Τώρα ποιος θα σηκωνόταν να τρέξει ως το σπίτι του, να φέρει το μπουκάλι με το οινόπνευμα, να λούσει ένα άμοιρο τετράποδο, την ώρα που θα παλεύει να απελευθερωθεί από τα δεσμά της τρυφερής κακίας μας; Πραγματικά, μπορεί και να είμαστε άλλοι.
Μόνο το σπίρτο εκείνο -δεν θυμάμαι ποιος από όλους μας το πέταξε- που, αντί να κάψει, πάγωσε για πάντα τα όνειρά μας, δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως το έχω ξαναδεί. Πρέπει να είναι το ίδιο σπίρτο ακριβώς, που χθες το βράδυ έκαιγε πλάι στο παράθυρό μου. Αυτό που τώρα, ετούτη τη στιγμή, εδώ ακριβώς, κάτω από τα μάτια μου, τα βλέφαρά μου ακόμα τσουρουφλίζει.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

από το πουθενά

από το πουθενά

σκηνή 1η: νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος, 28 χρονών, μαζεύει τα άδεια πιάτα από ένα τραπέζι. Είναι αργά και έχουν απομείνει ελάχιστοι πελάτες. Από το εσωτερικό της ταβέρνας ακούγονται λαϊκά τραγούδια. Το κινητό του Γιώργου χτυπάει κι εκείνος αφήνει το δίσκο πάνω στο τραπέζι για να απαντήσει.

Γιώργος
Έλα, ρε! Δε σ΄ ακούω… Γυρίσατε;

σκηνή 2η: νύχτα, εξωτερικό - μπητσόμπαρο
Δυνατή χορευτική μουσική. Παρέα νέων. Κάποιος προσπαθεί να μιλήσει στο τηλέφωνο. 

Φίλος του Γιώργου
Με ακούς; Εδώ είμαστε ακόμα. Θα μείνουμε άλλες 2-3 μέρες. Μαλάκα, είναι γαμάτα! Έπρεπε να έρθεις κι εσύ… γαμώ την Αγγλία σου!

σκηνή 3η (συνέχεια της 1ης): νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος κλείνει το κινητό ενώ ακούγεται ο φίλος του να του μιλάει ακόμα. Ξαναπαίρνει το δίσκο.


Πελάτης
Φιλαράκι, έρχεσαι να σε πληρώσουμε;

σκηνή 4η: νύχτα, εσωτερικό - ταβέρνας
Ο Γιώργος μπαίνει στην ταβέρνα κρατώντας το βαρυφορτωμένο δίσκο. Μια τηλεόραση σε κάποιο ράφι ψηλά παίζει χωρίς ήχο ξένα βιντεοκλίπ. Όλες οι καρέκλες μέσα στο μαγαζί είναι ανεβασμένες πάνω στα τραπέζια. Ο Γιώργος ακουμπάει το δίσκο πάνω στο πάγκο που χωρίζει την κουζίνα από το υπόλοιπο μαγαζί. Μέσα από τον πάγκο δύο άντρες με άσπρες λερωμένες ποδιές κάνουν την λάντζα.

Γιώργος
Ε! Βασίλη! (πιο δυνατά) Μάγειρα!

Ο πιο μεγάλος από τους δύο με τις άσπρες ποδιές γυρίζει, κοιτάζει τον Γιώργο και του χαμογελάει:

Μάγειρας
Τι έγινε, ρε; Τελειώσαμε;

Γιώργος
Πάμε να πιούμε καμιά μπύρα;

Μάγειρας
Που να πάμε ρε Γιώργο; Άσε!
(του δείχνει με το κεφάλι το ψυγείο)
Έχουμε κι εδώ μπύρες...

σκηνή 5η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι
Ο Γιώργος γυρίζει με τα πόδια σπίτι του. 2-3 στενά πιο κάτω από την ταβέρνα όπου δουλεύει. Κρατάει μια σακούλα με μπύρες. Οι δρόμοι είναι έρημοι. Διαβάζει ένα σύνθημα σε ένα τοίχο: «όσο ζω ελπίζω και όσο ελπίζω απελπίζομαι». Ξεκλειδώνει την εξώπορτα.

σκηνή 6η: νύχτα, εσωτερικό - διάδρομος πολυκατοικίας
Ο Γιώργος κατεβαίνει λίγα σκαλιά, περπάτα στον διάδρομο και κατευθύνεται προς μια πόρτα. Προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα αλλά δεν μπορεί. Χτυπάει το κουδούνι. Το φως του διαδρόμου σβήνει και ο Γιώργος το ξανανάβει. Η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται ο Αλέξανδρος, ο συγκάτοικος του Γιώργου. Φαίνεται αναστατωμένος και φοράει μόνο το σώβρακο του. Ο Γιώργος του δείχνει τις μπύρες χαμογελώντας.

Αλέξανδρος
Ωχ… Καλώς τον! Τι νέα; Να σου πω... είσαι κουρασμένος, ε; Θέλεις να κάνεις καμιά βόλτα και να ξανάρθεις... πιο μετά;
 
Ο Γιώργος κάνει να κοιτάξει από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Γιώργος
Τι έγινε, ρε;

Ο Αλέξανδρος κοιτάζει λίγο μέσα ενώ κλείνει περισσότερο την πόρτα.

Αλέξανδρος
Είναι η...

Ο Αλέξανδρος κοιτάζει τις μπύρες, τεντώνεται και τραβάει μια από τη σακούλα.

Αλέξανδρος
...έλα! Μέχρι να τις πιεις θα έχουμε τελειώσει...
Καλή βόλτα!

Ο Αλέξανδρος κλείνει την πόρτα και το φως στο διάδρομο σβήνει ξανά.

σκηνή 7η: νύχτα, εξωτερικό - έρημοι δρόμοι
Ο Γιώργος περιπλανιέται στα στενά των Εξαρχείων. Κρατάει ακόμα τη σακούλα με τις μπύρες ενώ έχει ανοίξει μια και πίνει. Ακούγονται τα βήματά του και θόρυβος από κάποια μηχανή που περνάει από κάποιο κεντρικό δρόμο εκεί κοντά. Σταματά έξω από ένα θερινό σινεμά και κοιτάζει τις φωτογραφίες.

σκηνή 8η: νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη
Ο Γιώργος κάθεται στα σκαλάκια στο Στρέφη. Βγάζει από το τζιν μπουφάν του τα ακουστικά και τα τσιγάρα του. Ανάβει τσιγάρο, βάζει τα ακουστικά και αρχίζει να κάνει κυκλάκια με τον καπνό ενώ χαζεύει τα φώτα της πόλης. Ξαφνικά γυρίζει το κεφάλι του απότομα και βλέπει πίσω του μια νεαρή γυναίκα, γύρω στα 24. Φοράει ένα λευκό φόρεμα που μοιάζει λίγο με νυφικό. Σηκώνεται απότομα όρθιος και τραβάει τα ακουστικά από τα αυτιά του.

Αγγελική
Σε τρόμαξα;

Γιώργος
Όχι…
Εντάξει, λίγο.

Αγγελική
Να μείνω λίγο μαζί σου;

Γιώργος
Που;
Αγγελική
Εδώ, στα σκαλάκια... (κάθεται) Είμαι η Αγγελική.

Γιώργος
Γεια σου, Αγγελική!

Αγγελική
Θα μου δώσεις κι ένα τσιγάρο;

Γιώργος
Ένα τσιγάρο... ναι!

Ο Γιώργος βάζει ένα τσιγάρο βιαστικά στα χείλη του και το ανάβει.

Αγγελική
(γελάει) Θα μου δώσεις κι εμένα ένα;

Γιώργος
Ωχ, ναι…

Ο Γιώργος της δίνει ένα τσιγάρο και της ανάβει προσπαθώντας να μην την κοιτάει στα μάτια, ενώ η Αγγελική τον κοιτάει συνέχεια.

Αγγελική
 Μάλλον σε τρόμαξα πολύ, ε;

Γιώργος
Δεν σε άκουσα… Από πού…

Αγγελική
Δεν με περίμενες. (γελάει) Γιατί δεν κάθεσαι;

Ο Γιώργος κάθεται. Η Αγγελική έρχεται πιο κοντά του.

Αγγελική
Λοιπόν, τι νέα;

σκηνή 9η :νύχτα, εξωτερικό - ταβέρνα
Η ταβέρνα έχει κλείσει. Τα φώτα είναι σβησμένα. Στο τζάμι της πόρτας μέσα στο ημίφως φαίνεται ο μάγειρας. Πίνει μία μπύρα από το μπουκάλι και φαίνεται να κοιτάζει με ενδιαφέρον κάπου απέναντι.

σκηνή 10η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι
Στον τοίχο, όπου υπήρχε το σύνθημα όσο ζω ελπίζω και όσο ελπίζω απελπίζομαι κάποιος με σπρέι συμπληρώνει από κάτω: «Άρα είσαι καθ…»  Ακούγεται ο ήχος μιας μηχανής κάπου εκεί κοντά, το τρίξιμο των φρένων της και μετά ο ήχος μιας σφοδρής σύγκρουσης. Ο τύπος με το σπρέι σταματά και τρέχει προς το σημείο, απ’ όπου ακούστηκε ο θόρυβος. Τρέχει μπροστά από ένα ανοιγμένο παράθυρο ημιυπόγειου διαμερίσματος στην πολυκατοικία του Γιώργου. Από μέσα ακούγεται μια λαχανιασμένη φωνή:

Γυναικεία φωνή
Α… Αλέξανδρε; …τι …τι ήταν αυτό;

σκηνή 11η: νύχτα, εξωτερικό - στενό σκοτεινό δρομάκι

Έξω από το θερινό σινεμά κάποιος προσπαθεί να κλέψει μια φωτογραφία από τα προσεχώς. Ακούγονται σειρήνες από κάπου εκεί κοντά. Τελικά τα καταφέρνει, βάζει τη φωτογραφία κάτω από το μπλουζάκι του και φεύγει τρέχοντας.

σκηνή 12η
νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη (2 ώρες μετά στο ίδιο μέρος με την 8η σκηνή)
Ο Γιώργος και η Αγγελική είναι ακόμα στα σκαλάκια. Μπροστά τους έχουν τα άδεια μπουκάλια από τις μπύρες. Στο βάθος φαίνεται να χαράζει. Η Αγγελική προσπαθεί να κάνει κυκλάκια με τον καπνό. Γελάνε. Η Αγγελική χαϊδεύει τους ώμους της. Ο Γιώργος ρίχνει το τζιν μπουφάν του στην πλάτη της.

Γιώργος
Χα! Κάτι ήξερα που το πήρα μαζί μου.
Μάλλον σε περίμενα λίγο... τελικά

Αγγελική
Ποιος ξέρει…

Γιώργος
Δεν μου είπες όμως, εσύ πως και ξέμεινες εδώ καλοκαιριάτικα; Καλά εγώ. Έπρεπε να δουλέψω…
Εσύ γιατί δεν έφυγες;

Αγγελική
Έφυγα…

Γιώργος
Αλήθεια;

Αγγελική
(σοβαρεύεται απότομα) Γιώργο, γιατί μαζεύεις λεφτά για να πας στην Αγγλία;

Γιώργος
(γελάει ακόμα) Γιατί δεν έχω!

Αγγελική
Όχι! Εννοώ τι θα πας να κάνεις εκεί;
Η Αγγελική ανάβει ένα ακόμα τσιγάρο και τσαλακώνει το πακέτο.
Γιώργος
Ε... δε ξέρω ακόμα.
Θα μείνω στην αρχή σε κάτι φίλους στο Λονδίνο και μετά... αν βρεθεί κάτι καλό... καμιά δουλειά...

Αγγελική
Κι αν δε βρεθεί;

Γιώργος
Αν δε βρεθεί... δεν ξέρω. Μάλλον θα γυρίσω πίσω.

Αγγελική
Στην ταβέρνα;

Γιώργος
...στην ταβέρνα. Δεν ξέρω.
Χρωστάω και κάτι μαθήματα ακόμα...
είναι και οι δικοί μου στο Ναύπλιο...

Αγγελική
Στο Ναύπλιο;

Γιώργος
Έχεις πάει;

Αγγελική
Ναι, νομίζω… με το σχολείο

Γιώργος
Στην Αγγλία;

Αγγελική
Όχι, δεν πρόλαβα

Γιώργος
Δεν… τι;

Η Αγγελική σβήνει το τσιγάρο και σηκώνεται απότομα.
Αγγελική
Πρέπει να φύγω.
Γιώργος
Μείνε λίγο ακόμα!
Αγγελική
Ξημερώνει... πρέπει να γυρίσω.
Η Αγγελική κάνει να βγάλει το μπουφάν. Ο Γιώργος της πιάνει το χέρι και τη σταματάει.
Γιώργος
 Μα εσύ είσαι παγωμένη…
Σε παρακαλώ, κράτησε το!

Αγγελική
Να το κρατήσω;

Γιώργος
Αγγελική, θέλω πολύ να σε ξαναδώ!

Αγγελική
Γιατί;

Γιώργος
Γιατί… ε… θέλω

Αγγελική
Γιατί όλα αυτά Γιώργο;

Γιώργος
Φεύγω την άλλη Παρασκευή… Θέλω να…

Η Αγγελική σκύβει, πιάνει το κεφάλι του και τον φιλάει στα χείλη στιγμιαία.

Αγγελική
Πέρνα να το πάρεις το απόγευμα.
Ορφέως 2, στο Χαλάνδρι. Όχι όμως μετά τις 7!
(χαμογελάει παιχνιδιάρικα) Γεια σου τώρα!

Ο Γιώργος παγωμένος μένει να την κοιτάζει να κατεβαίνει τα σκαλιά και να χάνεται.

σκηνή 13η: μέρα, εξωτερικό - ταβέρνα
Ο Γιώργος ακουμπάει δύο μπουκάλια μπύρες σε ένα τραπέζι όπου κάθονται δύο γυναίκες. Όλα τα τραπέζια έξω είναι γεμάτα και ακούγεται φασαρία από τις φωνές των πελατών. Είναι τρεις περίπου το μεσημέρι. Ο Γιώργος προχωράει λίγα μέτρα μπροστά από το μαγαζί βάζει το ανοιχτήρι στη μία κωλότσεπη και βγάζει από την άλλη το κινητό του. Κάποιος πελάτης τού φωνάζει αλλά ο Γιώργος κάνει ότι δεν τον ακούει. Αρχίζει να μιλάει στο κινητό.

Γιώργος
Έλα! Μ' ακούς;


σκηνή 14η: μέρα, εσωτερικό - ρεσεψιόν ξενοδοχείου
Ο Αλέξανδρος είναι καθισμένος πίσω από την ρεσεψιόν.  

Αλέξανδρος
Που είσαι, ρε μαλάκα; Τι ώρα γύρισες σπίτι;

σκηνή 15η (συνέχεια της 13ης): μέρα, εξωτερικό - ταβέρνα

Γιώργος
Καλά είμαι. Θα σου πω... Τι ώρα τελειώνεις;
Θέλω να μου κάνεις μια μεγάλη χάρη...

σκηνή 16η: μέρα, εσωτερικό - στο αυτοκίνητο του Αλέξανδρου
Ο Αλέξανδρος οδηγάει φορώντας ακόμα τα ρούχα της δουλειάς. Στο ράδιο ακούγονται αθλητικά. Έχει πολύ κίνηση στο δρόμο και έχουνε κολλήσει κάπου στην Κηφισίας. Ο Γιώργος κοιτάζει το ρολόι του αυτοκινήτου. Είναι 18:29.

Αλέξανδρος
Επέστρεψαν όλοι οι καριόληδες!
Μια χαρά ήμασταν τόσες μέρες…

Γιώργος
Δεν θα προλάβουμε…

Αλέξανδρος
Θα προλάβουμε, μωρέ μαλάκα! Μην αγχώνεσαι!
Δηλαδή αν είσαι εκεί 7:30 τι έγινε;
Δεν θα σε αφήσει να μπεις; Αλλά μάλλον ναι!
Θα έχει κανονίσει με άλλον πελάτη για μετά… (γελάει)

Γιώργος
Όχι, ρε… δεν είναι έτσι!

Αλέξανδρος
Τι δεν είναι έτσι, ρε χαζέ;
Επαγγελματίας είναι η γκόμενα.
Απ’ αυτές που δέχονται στον χώρο τους και τέτοια!
Τι νομίζεις; Έτσι, από το πουθενά, έρχονται οι γυναίκες; 3 τη νύχτα τριγυρνάν στο Στρέφη ντυμένες νυφούλες;

Γιώργος
Δεν είναι έτσι, σου λέω!

Αλέξανδρος
Ναι καλά… Λεφτά έχεις μαζί σου;

σκηνή 17η: μέρα, εξωτερικό - στην αρχή κάποιου δρόμου
Ο Γιώργος έχει βγει από το αυτοκίνητο και κοιτάζει τριγύρω. Είναι στην οδό Ορφέως. Στην αρχή του δρόμου υπάρχει ένα νεκροταφείο και μετά πολυκατοικίες και λίγες μονοκατοικίες. Ο Αλέξανδρος με ειρωνικό ύφος τον κοιτάζει μέσα από το αυτοκίνητο.

Αλέξανδρος
Να σε περιμένω;

Γιώργος
Όχι, σου είπα… Φύγε!

Αλέξανδρος
Καλά… Το νου σου, ε;

Ο Γιώργος αρχίζει να ψάχνει τα κουδούνια στα πρώτα σπίτια δίπλα στο νεκροταφείο. Πηγαίνει από τη μία πλευρά του δρόμου στην άλλη. Κοιτάζει τα νούμερα και δεν βλέπει το 2 πουθενά. Φαίνεται αγχωμένος και σαν να προσπαθεί να θυμηθεί κάτι. Επιστρέφει βιαστικά στην αρχή του δρόμου προς την είσοδο του νεκροταφείου, όπου στέκεται κάποιος φύλακας. Βλέπει τον αριθμό 2 στην πύλη του νεκροταφείου.

Γιώργος
Με συγχωρείτε…

Ο Γιώργος σταματάει απότομα μόλις βλέπει μέσα από τα κάγκελα της περίφραξης ένα μπουφάν όμοιο με το δικό του κρεμασμένο πάνω σε ένα σταυρό.  Περνάει την πύλη του νεκροταφείου με βήμα διστακτικό.

Φύλακας
Νεαρέ, 7 η ώρα κλείνουμε… Κάνε γρήγορα!

σκηνή 18η: μέρα, εξωτερικό - νεκροταφείο
Ο Γιώργος πλησιάζει τον τάφο με το μπουφάν. Δεν ακούγεται τίποτα και είναι σαν να έχει σκοτεινιάσει απότομα. Το βλέμμα του τώρα είναι πολύ ανήσυχο. Φτάνει δίπλα στον τάφο. Αναγνωρίζει το μπουφάν του αγγίζοντας ένα σκίσιμο στο μανίκι. Το τραβάει απότομα από το σταυρό. Έκπληξη και τρόμος ζωγραφίζονται στο πρόσωπό του. Κάνει ένα βήμα πίσω. Το όνομα Αγγελική είναι χαραγμένο πάνω στο σταυρό και στη βάση του μια ασπρόμαυρη φωτογραφία της Αγγελικής τού χαμογελά.

σκηνή 19η: νύχτα, εξωτερικό – λόφος του Στρέφη
Ο Γιώργος κάθεται στο ίδιο μέρος, στα σκαλάκια και καπνίζει. Το βλέμμα του είναι ανέκφραστο. Ακούγονται βήματα πίσω του. Γυρίζει και βλέπει τον Αλέξανδρο να κρατάει μια σακούλα μπύρες. Ο Αλέξανδρος κάθεται δίπλα του. Του χαμογελάει φιλικά και ο Γιώργος κουνάει το κεφάλι του σαν να λέει: Ναι, ξέρω. Ακούγεται μόνο ο θόρυβος της πόλης. Ανοίγουνε δύο μπύρες. Ο Γιώργος ακουμπάει το μπουκάλι στα χείλη του, αλλά ο Αλέξανδρος τον σταματάει. Κοιτάζονται. 

Αλέξανδρος
(Τσουγκρίζοντας τα μπουκάλια) Καλό ταξίδι, ρε φίλε!

Γιώργος

Καλό ταξίδι

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

με τα πόδια (β΄)

Πριν από πέντε χρόνια πέθανε ο πατέρας μου. Αν ζούσε σήμερα θα ήταν μόλις εξήντα ενός ετών και μια από αυτές τις μέρες θα είχε τα γενέθλια του. Θυμάμαι ένα βράδυ, πρέπει να ήμουν ακόμα φοιτητής, που είχα γυρίσει αργά στο πατρικό μου και βρήκα πάνω στο γραφείο μου ένα σημείωμά του. Έγραφε, «Παιδιά, να με χαιρόσαστε! Έγινα πενηντάρης». Την άλλη μέρα τον πειράζαμε, πως βιάζεται μάλλον λιγάκι να γεράσει, αφού πενήντα θα γινόταν την επόμενη χρονιά.
Αυτό για τον πατέρα μου ήτανε κάτι το ανεπίτρεπτο, αφού η αλήθεια είναι πως με του αριθμούς τα πήγαινε καλά και σπάνια έπεφτε στους υπολογισμούς του έξω. Στο μαγαζί ήξερε απ’ έξω όλες τις τιμές στα φάρμακα και μπορούσε με τρομακτική ευκολία μόνος του να θυμηθεί τηλέφωνα που είχε χρόνια να καλέσει. Δυστυχώς ελάχιστα μου κληροδότησε αυτήν την τόσο σπάνια αριθμομνημοσύνη.
Όταν τον χάσαμε, το Νοέμβριου του 2006, αποφασίσαμε να τον κηδέψουμε στο μικρό νεκροταφείου του χωριού του, προάστιο τώρα πια της πόλης. Αργότερα στο ίδιο μέρος ήρθε να προστεθεί και ο τάφος του παππού μου, αν και εκείνος, πατέρας της μητέρας μου, καμία σχέση με την Ανακασιά δεν είχε. Τα τελευταία χρόνια, όποτε επισκέπτομαι τα οικογενειακά μας μνήματα, διαλέγω συνήθως να το κάνω με το πόδια. Αν και τις περισσότερες φορές, το ομολογώ, πηγαίνω με ταξί και ύστερα κατηφορίζω προς την πόλη περπατώντας. Η βόλτα αυτή είναι για μένα εξαιρετικά λυτρωτική και έτσι κι αλλιώς είναι μια όμορφη πολύ διαδρομή για να κατέβει κάποιος από του βουνού τις παρυφές ως το λιμάνι και το κέντρο. Αν επιλέξει να την ξεκινήσει, μάλιστα, την ώρα που ο ήλιος βασιλεύει, η θέα από το λόφο του κοιμητηρίου θα τον μαγέψει ανεπανόρθωτα.
Δυστυχώς, με τον πατέρα μου δεν πρόλαβα να περπατήσουμε παρέα, κι αν τυχόν το έκανα, ήμουνα μάλλον τόσο πολύ μικρός που πια δεν το θυμάμαι. Ήμουν μόλις έξι ετών, όταν λόγω ενός τροχαίου δυστυχήματος, έμεινε παραπληγικός και πέρασε την υπόλοιπη ζωή σε αναπηρική καρέκλα. Ο παππούς, από την άλλη, ήτανε αναμφίβολα μεγάλος περιπατητής και πάντα μου υπενθύμιζε πως, όταν ήμουν βρέφος, με έπαιρνε στο καροτσάκι και γυρίζαμε σχεδόν όλη την πόλη. Αυτή, μαζί με άλλες παρόμοιες ιστορίες από τα άγνωστα μου χρόνια, μου έχουν σχηματίσει μέσα στο μυαλό αυτό που ονομάζω αφηγηματική ανάμνηση, αφού η ίδια η μνήμη μου δεν είχε ακόμα τότε ενεργοποιηθεί για να τις καταγράψει. Θυμάμαι όμως αμυδρά τον ίδιο τον παππού μου, που ήτανε συνταξιούχος ναυτικός, να μου διδάσκει τους αστερισμούς στο χάρτη του ουράνιου στερεώματος.
Λίγα, ωστόσο, από εκείνα τα μαθήματα κατόρθωσα να συγκρατήσω. Αυτό που μου έμεινε ήτανε πιο πολύ η αίσθηση της καλοκαιρινής αυλής, όπου καθόμασταν οι δυο μας τα βράδια μέχρι αργά τρώγοντας φέτα και καρπούζι. Όταν καμιά φορά του έδειχνα να πέφτει ένα αστέρι, εκείνος, κατανοώντας πως τα επιστημονικά ελάχιστα με ενδιέφεραν, μου έλεγε να κάνω μια ευχή, αλλά να μη την μαρτυρήσω.
Τουλάχιστον για δυο δεκαετίες ευχόμουν πάντα από μέσα μου να γίνει κάποιο θαύμα, να περπατήσει και πάλι ο πατέρας μου – δεν έχει πλέον νόημα να το κρατάω μυστικό. Από τότε, όμως, που έφυγε, εδώ και πέντε χρόνια, κάθε φορά που βλέπω ουράνια εκτροχιασμένα σώματα να εισβάλουν μέσα στη γήινη ατμόσφαιρα πλέον δε βρίσκω μέσα μου τίποτα για να ευχηθώ και ντρέπομαι γι’ αυτό αβάσταχτα ακόμα και ετούτη τη στιγμή που σας το μαρτυράω.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

διάφορα

Είναι ένα σημείο,
λίγο έξω από πόλη μου,
πάνω σε ένα ύψωμα,
κάτι σαν λόφος τεχνητός -η επιτηδευμένη φύση
και το παρακείμενο εργοστάσιο τέτοιον
τον κάνουνε να φαίνεται- όπου πάω καμιά φορά,
άλλοτε με το αμάξι μου
άλλοτε περπατώντας,
και από εκεί,
στην κορυφή του λόφου αυτού
του κατασκευασμένου -μόλις σε υψόμετρο
διακόσια ενήντα μέτρα- ακούω το θόρυβο της πόλης μου
κι αφήνομαι
να φανταστώ διάφορα.