Μες στο μυαλό μου μια σειρά από απροσδιόριστες καταγραφές ερίζουν και διεκδικούν τον τίτλο της πρώτης μου ανάμνησης. Από αυτές οι επικρατέστερες και οι πιο επίμονες θα έλεγα πως είναι:
α. Καλοκαίρι στα νησιά. Μελτέμια. Αέρας ρίχνει σιδερένια ομπρέλα. Ομπρέλα σπάει γυάλινο τραπέζι. Λευκό πατρικό πουκάμισο ματώνει,
β. Εστιατόριο. Δείπνο με συγγενείς που έχουν έρθει από μακριά. Τρυπώνω πρώτα κάτω από το τραπέζι και μετά ανάμεσα στα πόδια έφηβης εξαδέρφης. Ακολουθεί τιμωρία,
γ. Γονείς μαλώνουν. Μπαμπάς έξαλλος, φτύνει λέξεις στους τοίχους. Μαμά κλαίει και επαναλαμβάνει μια μυστηριώδη φράση: Δεν θα μεγαλώσω ποτέ. Ακόμα αναρωτιέμαι,
δ. Ξανά τραπέζι με φίλους, συγγενείς. Αυτή τη φορά στο σπίτι. Ξανά τρυπώνω από κάτω. Ο στόχος μου αυτή τη φορά ένα μπουκάλι μπύρα,
ε. Στο σπίτι του παππού. Κάποιος γράφει με κόκκινη μπογιά κάτι στον τοίχο του θερινού σινεμά απέναντι. Με τρομάζει, αν και ακόμα δεν ξέρω να διαβάζω,
στ. Αθήνα μάλλον. Συνάντηση με τον νονό μου σε λούνα παρκ. Οι γονείς μας σαν σταρ του κινηματογράφου. Ροκ μουσική. Η ρόδα γυρίζει δαιμονισμένα,
ζ. Η γιαγιά στην κλινική. Αυτόματες πόρτες. Δίνω εντολή να ανοίξουν και ανοίγουνε. Πιστεύω πως έχω υπερδυνάμεις. Μετά γιατρεύω και τη γιαγιά και επιστρέφουμε στο σπίτι,
η. Βόλτα στην Ερμού, Κυριακή απόγευμα. Οι γονείς μου κρύβονται κάπου και με παρατηρούν να τους αναζητώ. Βασικά τους βλέπω, αλλά παριστάνω τον πανικόβλητο για να μην τους το χαλάσω,
θ. Κυριακή πρωί. Ο παππούς γυρίζει από την εκκλησία και φέρνει κουλούρια με σουσάμι. Τα βουτάω μες στο γάλα. Έξω βρέχει, χιονίζει, εκρήγνυνται ηφαίστεια, πέφτουν βατράχια, πυρηνικά, μετεωρίτες. Μέσα παίζει παιδικά. Τρώω το βουτηγμένο στο γάλα κουλουράκι μου και προσπαθώ να καταλάβω τι γεύση έχει αυτός ο κόσμος. Ακόμα δεν έχω καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα.
Αυτά για την ώρα. Θα επανέλθω μάλλον.