Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2021
Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2021
μεθανα
πριν τρεις βδομαδες. πινω καφε στην παραλια των μεθανων. το μαγαζι ειναι αδειο, οπως αδειος μοιαζει κ ολοκληρος ο οικισμος. ο σερβιτορος μού εξηγει, με εναν τονο καπως απολογητικο, πως χρονο με τον χρονο το καλοκαιρι κραταει ολο κ λιγοτερο. μετα ερχονται δυο τυποι κ καθονται ακριβως μπροστα μου σε διπλανα τραπεζια. μου φαινεται παραξενο που δεν μοιραζονται το ιδιο τραπεζι, αλλα το αποδιδω σε καποιο μετρο προστασιας απο κατι πραγματικα πολυ κακο που δεν θα ηθελα να ξερω.
παραγγελνουν κ υστερα ο ενας, ο πιο ηρεμος, γυριζει, με κοιταζει κ με ρωταει αν με ενοχλει, εννοωντας αν με εμποδιζει απο το να χαζευω απροσκοπτα τη θαλασσα. λες κ ημασταν στο σινεμα κ το τοπιο μπροστα μας ηταν καποια ταινια της οποιας δεν επρεπε να χασω ουτε πλανο. ναι, του απαντω, μου κρυβεις λιγο τους υποτιτλους, αλλα την εχω ξαναδει πολλες φορες, αραξε, δεν πειραζει. ο αλλος μοιαζει να ειναι νευρικος, ισως κ καπως νευριασμενος. βγαζει το κινητο του απο την τσεπη, το κοιτα κ υστερα το κοπαναει πανω στο τραπεζι, ταραζοντας για μια στιγμη τον διπλανο του.
-τι επαθες, μωρε;
-τι να παθω; ξερεις ποσο το αγορασα αυτο; τι το ηθελα; τι να το κανω τοσο ακριβο τηλεφωνο, αν ειναι ποτε κανεις να μην με παιρνει;
-αυτο ειναι; πες μου το νουμερο σου να σε παρω εγω;
-γιατι δεν το εχεις;
-οχι. γιατι να το εχω;
ο νευρικος υπαγορευει τον αριθμο του στον ηρεμο, ο οποιος τον πληκτρολογει στο δικο του μαλλον φτηνοτερο τηλεφωνο. αμεσως μετα το ακριβο κινητο χτυπαει. ο τυπος το αρπαζει, το κοιτα κ υστερα γυριζει κ ψαχνει με το βλεμμα του καχυποπτος τριγυρω. πολυ ανησυχος, ψιθυριζει στον αλλον πως δεν αναγνωριζει το νουμερο. ο αλλος τον συμβουλευει να απαντησει. απαντα κ ακουει τη φωνη του φιλου του στερεοφωνικα να του λεει "ελα, ρε μαλακα".
-τι κανεις, ρε; με κοροϊδευεις;
-σε πηρα. αυτο δεν ηθελες;
-οχι τωρα. τωρα εισαι εδω. τι να το κανω;
-καλα. φευγω τοτε.
-κατσε. πού πας;
-παω. θα σε παρω απο το σπιτι.
-σιγουρα, θα με παρεις, ε;
-ε ναι, λεμε.
-σιγουρα, ε; θα περιμενω.
ο ηρεμος φευγει ηρεμα. ο νευρικος μενει εκει στη θεση του να κοιταει τη συσκευη του. ο σερβιτορος ερχεται κ φερνει δυο καφεδες. κοιταει το τραπεζι που εχει μολις αδειασει. κοντοστεκεται. ο τυπος με το κινητο τού λεει να τους αφησει κ τους δυο χωρις να σηκωσει ουτε στιγμη το βλεμμα απο την οθονη του. ο σερβιτορος αφηνει τους καφεδες κ φευγει κουνωντας το κεφαλι.
για καποιον λογο νιωθω τωρα πως ο καφες οντως με εμποδιζει, με ενοχλει, μου κρυβει τη θαλασσα μπροστα μου. οσο περναει η ωρα το ποτηρι του μοιαζει να υψωνεται σαν φαρος πανω απο το λιμανι των μεθανων. τα διερχομενα καραβια βλεπουν απο μακρυα το καλαμακι του κ αλλαζουνε κατευθυνση.
ο σερβιτορος ερχεται, μου αλλαζει το τασακι κ κανει εναν μορφασμο, σαν να λεει: "ειδες; τι σου ελεγα;" παραδοξο, αληθεια. πώς γινεται ο πλανητης να υπερθερμαινεται κ το καλοκαιρι, χρονο με τον χρονο, να κρατει ολο κ λιγοτερο;
Τρίτη 31 Αυγούστου 2021
αργαλαστη
πριν δυο μηνες, στην αργαλαστη. αργα το απογευμα. περπαταω στα καλντεριμια κ παω να βρω στην πλατεια την παρεα μου. βλεπω μια ηλικιωμενη να καθεται εξω απο το σπιτι της κ να ακουει διαφημισεις στο ραδιοφωνο. απεναντι της ενας τυπος με κρεμασμενη μια φωτογραφικη μηχανη στον λαιμο του κοιταζει μια αυτη κ μια το σπιτι. το σπιτι ειναι πετρινο, παλιο, παρατημενα ομορφο. ο τυπος πλησιαζει τη γυναικα κ τη ρωταει στα αγγλικα αν θα μπορουσε να το φωτογραφισει. αυτη δεν καταλαβαινει τι της λεει. ο τυπος επαναλαμβανει την ερωτηση αργα, συλλαβιστα, συνοδευοντας τη με πλατιες κινησεις. η γυναικα τωρα μαλλον κανει οτι δεν καταλαβαινει, γιατι οταν σου δειχνουν μια φωτογραφικη μηχανη κ επειτα ενα σπιτι τι αλλο θα μπορουσε να σημαινει αυτο; ο τυπος διατυπωνει την ερωτηση τριτη φορα κ η γιαγια με βλεπει τοτε να περναω απο διπλα τους κ με ρωταει: "τι λεει αυτος εδω;" "θελει να βγαλει φωτογραφια το σπιτι σας", της λεω. "γιατι;" ρωταει αυτη. τι γιατι; τι ερωτηση ειναι αυτη; ντρεπομαι κ να τη μεταφρασω, οποτε απανταω εγω αυθαιρετα: "γιατι του αρεσει". "ενταξει", συναινει, "πες του μονο να μου αφησει τη διευθυνση του φευγοντας. αν παω ποτε απο τα μερη του να περασω να φωτογραφισω κ εγω το δικο του σπιτι". τωρα σειρα του τυπου να με ρωτησει τι λεει η γυναικα. πού παω κ μπλεκω, σκεφτομαι. τελος παντων, του μεταφραζω τα παντα, κατα λεξη. αυτος χαμογελαει, βγαζει ενα μπλοκακι απο την τσαντα του, γραφει κατι, σκιζει τη σελιδα κ της τη δινει. η γηραια πηλιορειτισσα κανει πως τη διαβαζει κ μονολογει: "α, μακρυα μενει.. πολυ μακρυα". υστερα διπλωνει το χαρτακι, το βαζει στην τσεπη της κ σηκωνεται για να απελευθερωσει απο την παρουσια της το πλανο. "οχι, καθιστε, καθιστε, σας παρακαλω", της λεει ο τουριστας ευγενικα. αυτη τη φορα η γυναικα δεν περιμενει τη μεταφραση. "πες του", μου λεει, "εγω ακομα ειμαι μικρη. ακομα δεν εχω γινει αξιοθεατο
Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021
η σανίδα
Εδώ και τρεις μέρες, παίρνω συνέχεια τηλέφωνο σε μια υπηρεσία για να κάνω μια ερώτηση. Εννοείται ότι δεν το σηκώνουν ποτέ. Έχω αρχίσει να προβληματίζομαι και να ανησυχώ. Μήπως έχω λάθος νούμερο; Μήπως η υπηρεσία καταργήθηκε; Μήπως έχουν αναγνώριση κλήσεων και δεν απαντάνε προσωπικά σε μένα; Μήπως δεν με αγαπάει πια κανείς; Κάποια στιγμή λέω: ε, δεν πάει άλλο, τελευταία φορά και μετά τα παρατάω. Παίρνω. Τα ίδια. Τους βαρέθηκα. Ας μείνω με την απορία.
Λίγο πριν το κλείσω, ακούω μια φωνή να λέει: «Ναι, ποιος είναι;» Αιφνιδιάζομαι τόσο που δεν ξέρω τι να πω. Δεν θυμάμαι καν για ποιο λόγο καλώ τρεις μέρες τώρα αυτό το νούμερο. Λέω κάτι ασυνάρτητο, του τύπου: «Ναι, γεια σας. Καλημέρα… καλησπέρα, δηλαδή. Συγγνώμη… μήπως παίρνω ακατάλληλη ώρα;» Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής συνεχίζει να με εκπλήσσει: «Γιάννη, εσύ είσαι;» Ναι, εγώ είμαι, είναι η αλήθεια, αλλά επειδή δεν είμαι ο μοναδικός έλλην πολίτης που φέρει αυτό το εξαιρετικά σπάνιο όνομα, διστάζω να απαντήσω θετικά. «Με συγχωρείτε... Έχω καλέσει στην υπηρεσία...;» Δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω την ερώτηση και η φωνή με ξαναρωτάει: «Γιάννη; Εσύ δεν είσαι; Τι κάνεις, ρε συ; Τι έπαθες;» Εντάξει, σκέφτομαι, δεν μπορώ να κρύβομαι για πάντα. Και έπειτα, ποιός ξέρει, μπορεί να έχουν αρχίσει να προσλαμβάνουν άτομα με ειδικές υπερδυνάμεις που βλέπουν και καταλαβαίνουν πράγματα που το δικό μας το μυαλό δεν τα χωράει ακόμα. «Ναι, εγώ είμαι», του λέω. «Όλα καλά. Λίγο ο λαιμός μου με πονάει, αλλά εντάξει, θα φταίει μάλλον ο καιρός.» «Να μην καπνίζεις τόσο πολύ και να μην πίνεις παγωμένα νερά και βάλε και τη μαμά να σου φτιάξει καμιά σουπίτσα», με συμβουλεύει η εθνική υπηρεσία καταπολέμησης του πονόλαιμου, διαρρηγνύοντας οριστικά κάθε επαφή με τη μίζερη πραγματικότητα. «Συγγνώμη, μάλλον έχω πάρει λάθος», του λέω. «Κανένα λάθος», με καθησυχάζει αυτός λίγο πριν μου το κλείσει. «Να παίρνεις όποτε θέλεις. Και θα περάσω κανένα βράδυ να τα πούμε κι από κοντά.»
Εντάξει, σίγουρα πήρα λάθος νούμερο, αλλά καλού κακού λέω να καρφώσω καμιά σανίδα παραπάνω απόψε στα παράθυρα. Αχρείαστη να είναι.
x
Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021
Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021
τα φρένα
Παίρνω ταξί από τα Κτελ για να πάω σπίτι. Λιγομίλητος ο οδηγός, περιορίζεται στο να με ρωτήσει μόνο από πού έρχομαι. «Από τα Γιάννενα», του απαντάω. Ο οδηγός το σκέφτεται. Ψάχνει να βρει μια ιστορία που να κολλάει με την απάντηση. Δεν βρίσκει. Αναστενάζει. Τελικά, λέει κάτι άσχετο για τον καιρό ή για την μπάλα ή για τη διάσπαση των νετρονίων… δεν έχει σημασία. Λίγο μετά, και ενώ περνάμε από το κέντρο, ο οδηγός φρενάρει απότομα μπροστά σε μία διασταύρωση. Τρομάζω. Γυρνάω και τον κοιτάω. Τον βλέπω να σταυροκοπιέται. Κοιτάω ξανά μπροστά. Κανείς. Ούτε πεζός ούτε όχημα ούτε καν αδέσποτο. «Παρά λίγο», λέει ξεφυσώντας ο ταξιτζής. «Παρά λίγο τι;» ρωτάω, βγάζοντας ήδη να πληρώσω, κι ας βρισκόμαστε ακόμα στα μισά της διαδρομής. «Παρά λίγο να ζήσουμε», μου απαντάει. Κάποιος κορνάρει από πίσω, μάλλον με απορία.
Το ταξί αρχίζει πάλι να κινείται. Πίσω, δίπλα, μπροστά, παντού τριγύρω μας, η ζωή κρατάει αποστάσεις.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

