Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024

σχετικα με τον ελευθερο μου χρονο

στον ελευθερο μου χρονο 
στηνω σκηνες κ περιμενω να τις παρει ο αερας
υπερασπιζομαι το δικαιωμα των νεων στην ανομια κ το εγκλημα
στολιζω το σκοταδι με φωτακια
αναθεωρω τοπια
επινοω αξιοθεατα
εφευρισκω οιωνους
συλλεγω ενοχλησεις
κρυφοκοιταζω τις τελευταιες σελιδες
ανανεωνω λευκες σελιδες
βαζω να παιζει ενα ονειρο
προσπαθω να επιλεξω αναμεσα σε δυο εξισου ωραια ψεματα

χαριζω τον ελευθερο μου χρονο αφου δεν εχω μαθει να τον πουλαω ακομα

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

οι τρεις μαρτυρες

αν αυριο-μεθαυριο ξαφνικα εξαφανιστω, 
οι μονο μαρτυρες της μυστικης ζωης μου 
θα ειναι ενας ρεσεψιονιστας στη στοκχολμη, 
μια υπαλληλος διοδιων μετα το αρτεμισιο 
κ μια οπτομετρης στο νιου τζερσευ.
στο συνολο της ποιητικης μου, οι παραπανω τρεις
ειναι κ τα μονο πραγματικα προσωπα,
με αφμ κ ομαδα αιματος, που λενε.
αναζητηστε τους για οποια απορια εχετε
κ θα σας εξηγησουν.  

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

κάτω από το τραπέζι

Μες στο μυαλό μου μια σειρά από απροσδιόριστες καταγραφές ερίζουν και διεκδικούν τον τίτλο της πρώτης μου ανάμνησης. Από αυτές οι επικρατέστερες και οι πιο επίμονες θα έλεγα πως είναι:

α. Καλοκαίρι στα νησιά. Μελτέμια. Αέρας ρίχνει σιδερένια ομπρέλα. Ομπρέλα σπάει γυάλινο τραπέζι. Λευκό πατρικό πουκάμισο ματώνει,
β. Εστιατόριο. Δείπνο με συγγενείς που έχουν έρθει από μακριά. Τρυπώνω πρώτα κάτω από το τραπέζι και μετά ανάμεσα στα πόδια έφηβης εξαδέρφης. Ακολουθεί τιμωρία,
γ. Γονείς μαλώνουν. Μπαμπάς έξαλλος, φτύνει λέξεις στους τοίχους. Μαμά κλαίει και επαναλαμβάνει μια μυστηριώδη φράση: Δεν θα μεγαλώσω ποτέ. Ακόμα αναρωτιέμαι, 
δ. Ξανά τραπέζι με φίλους, συγγενείς. Αυτή τη φορά στο σπίτι. Ξανά τρυπώνω από κάτω. Ο στόχος μου αυτή τη φορά ένα μπουκάλι μπύρα, 
ε. Στο σπίτι του παππού. Κάποιος γράφει με κόκκινη μπογιά κάτι στον τοίχο του θερινού σινεμά απέναντι. Με τρομάζει, αν και ακόμα δεν ξέρω να διαβάζω,
στ. Αθήνα μάλλον. Συνάντηση με τον νονό μου σε λούνα παρκ. Οι γονείς μας σαν σταρ του κινηματογράφου. Ροκ μουσική. Η ρόδα γυρίζει δαιμονισμένα, 
ζ. Η γιαγιά στην κλινική. Αυτόματες πόρτες. Δίνω εντολή να ανοίξουν και ανοίγουνε. Πιστεύω πως έχω υπερδυνάμεις. Μετά γιατρεύω και τη γιαγιά και επιστρέφουμε στο σπίτι,
η. Βόλτα στην Ερμού, Κυριακή απόγευμα. Οι γονείς μου κρύβονται κάπου και με παρατηρούν να τους αναζητώ. Βασικά τους βλέπω, αλλά παριστάνω τον πανικόβλητο για να μην τους το χαλάσω,
θ. Κυριακή πρωί. Ο παππούς γυρίζει από την εκκλησία και φέρνει κουλούρια με σουσάμι. Τα βουτάω μες στο γάλα. Έξω βρέχει, χιονίζει, εκρήγνυνται ηφαίστεια, πέφτουν βατράχια, πυρηνικά, μετεωρίτες. Μέσα παίζει παιδικά. Τρώω το βουτηγμένο στο γάλα κουλουράκι μου και προσπαθώ να καταλάβω τι γεύση έχει αυτός ο κόσμος. Ακόμα δεν έχω καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα.   

Αυτά για την ώρα. Θα επανέλθω μάλλον.  

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

κατά συρροή

Χθες με χαιρέτησε ένας άγνωστος στον δρόμο. Αντανακλαστικά σχεδόν και για να μην φανώ αγενής τον χαιρέτησα και εγώ. Νομίζω, μάλιστα, ότι υπήρξα λίγο πιο εγκάρδιος από όσο χρειαζόταν με αποτέλεσμα να του προκαλέσω κάποια αμηχανία. Μετά γύρισα σπίτι και πέρασα την υπόλοιπη μέρα προσπαθώντας να θυμηθώ από πού ξέρω αυτόν τον άνθρωπο ή έστω από πού αυτός με ξέρει. Δεν κατέληξα πουθενά και ξάπλωσα να κοιμηθώ αγκαλιά με την απορία μου. 
Σήμερα το πρωί ξύπνησα, και πριν ακόμα σηκωθώ από το κρεβάτι, πήρα να διαβάσω τις ειδήσεις. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στον κόσμο και στον κόσμο μου με κάποιον τρόπο πάντα με συνεφέρνει. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε επαπειλούμενες παγκόσμιες πολεμικές συρράξεις και προδιαγεγραμμένους αφανισμούς πολιτισμών, το μάτι μου έπεσε σε μια φωτογραφία. Ήταν ένας άνδρας που κοιτούσε έκπληκτος, σχεδόν φοβισμένος τον φακό. Κάτω από τη φωτογραφία έγραφε: «Αυτός είναι ο κατά συρροή δολοφόνος που καταζητούσαν εδώ και δέκα χρόνια οι αστυνομίες όλου του πλανήτη. Χθες βράδυ εμφανίστηκε οικειοθελώς στη γενική ασφάλεια και χωρίς καμία πίεση ομολόγησε όλα τα εγκλήματά του.» Κοίταξα ξανά τη φωτογραφία πολύ προσεκτικά. Η αλήθεια είναι ότι έμοιαζε λίγο αυτός ο τύπος με τον άγνωστο με τον οποίο χαιρετήθηκα χθες στον δρόμο, αλλά όχι, δεν ήταν αυτός. Η διαπίστωση αυτή κάπως με απογοήτευσε. Σαν να έχασα μέσα από τα χέρια μια απίστευτη ιστορία που θα είχα να διηγούμαι για δεκαετίες. Συνέχισα να διαβάζω τις ειδήσεις με την ελπίδα μήπως και ανακαλύψω μια πραγματική φωτογραφία του δικού μου άγνωστου συνοδευόμενη από άλλες ακόμα πιο εντυπωσιακές λεζάντες, όπως: «Αυτός είναι ο μέγας ευεργέτης της ανθρωπότητας, ο άνθρωπος που ανακάλυψε το φάρμακο για την ανία» ή «Αυτός είναι ο εξωγήινος που ζούσε τόσο καιρό ανάμεσά μας και έστελνε μυστικά μηνύματα στον πλανήτη του για το πώς » ή ακόμα καλύτερα, «Αυτός είναι ο νέος σύντροφος της τάδε λαμπερής διασημότητας και άμα σας αρέσει». Δυστυχώς, δεν βρήκα απολύτως τίποτα. Σηκώθηκα, πήρα πρωινό, έκανα ένα μπάνιο και ετοιμάστηκα να πάω στη δουλειά. Να πω στο σημείο αυτό ότι εδώ και έξι χρόνια δουλεύω από το σπίτι. Οπότε άλλαξε απλώς δωμάτιο, άνοιξα τον υπολογιστή και άρχισα να γράφω. 
Οι λέξεις όμως δεν κατέβαιναν. Το πνεύμα του αγνώστου φαίνεται να με είχε για τα καλά στοιχειώσει. Έτσι παράτησα ότι έκανα και βγήκα μία βόλτα. Δεν πρόλαβα, όμως, να απομακρυνθώ πολύ από το σπίτι μου και έπεσα ξανά πάνω στον ίδιο άγνωστο, ο οποίος αυτή τη φορά όχι απλώς δεν φάνηκε να θέλει να με χαιρετήσει, αλλά άλλαξε και πεζοδρόμιο αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία μου. Εννοείται πως τον ακολούθησα. Αν ήξερα ή αν θυμόμουν το όνομά του, θα τον φώναζα να σταματήσει. Αυτός με κατάλαβε και άνοιξε το βήμα του. Βρέθηκα να τον κυνηγάω. Κάποια στιγμή κουραστήκαμε και οι δυο και κοντοσταθήκαμε να πάρουμε μια ανάσα. Κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε αμήχανα και σχεδόν ταυτόχρονα ρωτήσαμε: «Τι νέα;». «Τα ίδια», απαντήσαμε επίσης σχεδόν ταυτόχρονα. Ξανά άβολα χαμόγελα. Ξανά αμηχανία. Αν με παρακολουθούσε κάποιος από μια μεριά, θα νόμιζε ότι μιλάω με το είδωλό μου.
Τελικά, αποφάσισα να το πάρω πάνω μου. «Ναι, όχι ακριβώς τα ίδια», είπα. «Δηλαδή, μπορείς σε παρακαλώ να μου θυμίσεις από πού γνωριζόμαστε εμείς οι δύο;» «Γιατί θέλεις τόσο πολύ να μάθεις;», με ρώτησε αυτός με τη σειρά του. «Τι γιατί; Για να λυθεί η απορία μου. Και για να βάλω ένα τέλος σε αυτήν την ιστορία. Μια βδομάδα τώρα την παιδεύω χωρίς λόγο». Η απάντησή μου δεν φάνηκε να του αρέσει. Στεναχωρήθηκε. Έσφιξε τα χείλη του. Ένα δάκρυ κύλισε στο μέτωπό του. 
Το γεγονός ότι το δάκρυ αυτό δεν υπάκουγε στον νόμο της βαρύτητας δημιούργησε νέα δεδομένα. «Ποιος είσαι, ρε άνθρωπε», τον ρώτησα για τελευταία φορά με αγωνία, λίγο πριν αναληφθεί για πάντα στους ουρανούς σαν ορφανό μπαλόνι.