Κυριακή 14 Απριλίου 2024
Δευτέρα 1 Απριλίου 2024
1974-1978
Αν είχα τη δυνατότητα να πάω πίσω στον χρόνο, θα επέλεγα
χωρίς δισταγμό να επισκεφτώ την άνοιξη του 1974 και θα παρέμενα ως χρονοταξιδιώτης
περίπου μέχρι τον Αύγουστο του 1978. Αυτό σημαίνει ότι το ταξίδι μου θα
ξεκινούσε έναν χρόνο πριν τη γέννησή μου και θα ολοκληρωνόταν την περίοδο όπου
νομίζω πως η μνήμη μου άρχισε να καταγράφει επισήμως όλα όσα συνέβαιναν τριγύρω
μου. Αν είχα μία χρονομηχανή και ήξερα πώς να την κουμαντάρω, θα πήγαινα πίσω,
στο απώτερό μου παρελθόν και θα εξερευνούσα τα μυστήρια της ύπαρξής μου. Επίσης,
εάν υπέκυπτα στον πειρασμό και ερχόμουνα σε επαφή με τον μωρό εαυτό μου, θα του
εκμυστηρευόμουν πόσο ελάχιστα ξεχωριστός και πόσο εξωφρενικά συνηθισμένος
είναι, μπας και γινόταν στο δικό του μέλλον ένας πραγματικά ευτυχισμένος
άνθρωπος.
Κυριακή 17 Μαρτίου 2024
το μεγάλο χάσιμο
εκεί όπου κοιμάμαι
αρχίζω και
ονειρεύομαι χιλιόμετρα
πάντα σχεδόν
φρενάρω και ξυπνάω
καμιά φορά
εκεί μέσα στο όνειρο
ακούω μια μηχανική φωνή να λέει
στρίψτε εδώ
μείνετε στη δεξιά πλευρά του δρόμου
τρέξτε σαν να σας κυνηγάει ο διάολος
εγώ κάνω πως την ακούω
ενώ είμαι απασχολημένος
με το να μεταφράζω αυθαίρετα
τα φώτα που γλιστρούνε δίπλα μου
τα φώτα που χιμούνε καταπάνω μου
τα φώτα που παίζουνε στο βάθος
καμιά φορά
παίρνω στον ύπνο μου τους δρόμους
στα επόμενα πεντακόσια μέτρα
ελπίζω στο μεγάλο χάσιμο
Κυριακή 3 Μαρτίου 2024
πυρ
Αυτός κάθεται σε ένα παγκάκι και καπνίζει. Το τσιγάρο του
μοιάζει με μελλοθάνατου. Λες και κάπου απέναντί του έχει αράξει το εκτελεστικό
απόσπασμα και τον περιμένει να τελειώσει. Το τσιγάρο του κρατάει περίπου όσο
μια ζωή. Για την ακρίβεια σβήνει από μόνο του λιγάκι πριν το τέλος. Αυτός τώρα
κάθεται και το κοιτάζει απογοητευμένος. Θα ήθελε να ζητήσει ακόμα ένα, αλλά
αφενός η ζωή είναι ανεπανάληπτη αφετέρου από το απόσπασμα κανένας δεν καπνίζει.
Αυτοί –οι εκτελεστές- σηκώνονται και του λένε πως ήρθε η ώρα. Αυτός τους επισημαίνει
ότι δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και ότι η όλη φάση ξεκίνησε από μια
μεταφορά στην αρχή αυτής της ιστορίας. Αυτοί δεν παίρνουν από λόγια, αν και
είναι κατασκευασμένοι από αυτά. Αυτός καταλαβαίνει ότι είναι μάταιο να
συνεχίζει να γκρινιάζει και αποδέχεται τη μοίρα του. Από το παγκάκι, πάντως,
δεν σηκώνεται. Αυτοί παίρνουν θέσεις απέναντί του, σημαδεύουνε, οπλίζουν,
γενικά κάνουνε τα δικά τους. Μοιάζει να ακολουθούν μια τελετουργία. Τώρα είναι αυτός
που σαν να βιάζεται. Είναι και αυτή η αναμονή που έχει αρχίσει να τον εκνευρίζει.
Φωνάζει πυρ και αμέσως του ξεφεύγει ένα γελάκι καθώς αντιλαμβάνεται την ειρωνεία
της κατάστασης. Οι σφαίρες τον γαζώνουν. Το γέλιο του αποτυπώνεται για πάντα επάνω
στο παγκάκι. Ένας από το απόσπασμα πλησιάζει, ρίχνει στο παγκάκι τη χαριστική
βολή και ύστερα προτείνει στους υπόλοιπους να πάνε για μια μπύρα.
Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024
Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024
αιθουσα αναμονης
"περιμενετε λιγο μεσα κ θα σας φωναξω", μου λεει η γραμματεας. παω στην αιθουσα αναμονης. αλλοι τρεις ηδη περιμενουν εκει πριν απο μενα. καθομαι στον δερματινο καναπε, παιρνω ενα βιβλιο απο το τραπεζακι κ αρχιζω να το ξεφυλλιζω. το βιβλιο ειναι ενα φωτογραφικο αλμπουμ απο μερη του κοσμου που δεν εχει επισκεφτει ποτε κανεις, ουτε καν ο ιδιος τους ο φωτογραφος. το κλεινω κ κοιταζω την τηλεοραση που παιζει χωρις ηχο. καποιος πασχιζει να πεισει για κατι το κοινο του. διπλα του, καποιος αλλος κουναει το κεφαλι του, σαν να λεει: παει, χαλασε ο κοσμος. ο κοσμος, στο μεταξυ, εχει αρχισει να χαλαει απο την πρωτη μερα της δημιουργιας του. ο ενας, απο τους αλλους τρεις που περιμενουνε, σηκωνεται κ παει κ κοιταζει εξω απο το παραθυρο. μετα απο λιγο γυριζει κ μας λεει: "βρεχει". οι αλλοι δυο συμφωνουν. εγω δεν παιρνω θεση. ναι, εβρεχε ηδη οταν ερχομουνα κ μπορει να βρεχει ακομα κ οταν ξαναβγω στον δρομο, αλλα οσο ειμαι εδω, στην αιθουσα αναμονης, ακομα κ αυτη η βροχη μπορει να περιμενει. μια πορτα ανοιγει. μια φωνη λεει: "κ οπως ειπαμε, ε;" μια αλλη φωνη της απαντα: "ε, ναι.. τι; παιδια ειμαστε;" η γραμματεας φωναζει: "να περασει ο κυριος αστεριου". κανεις δεν αντιδρα, κανεις δεν συγκινειται. ο τυπος στο παραθυρο συνεχιζει να χαζευει την βροχη. οι αλλοι δυο κοιταζονται μεταξυ τους, βαζοντας στοιχημα ποιος θα γελασει πρωτος. ισως, σκεφτομαι, να ειμαι εγω ο κυριος αστεριου ή να εδωσα εστω καταλαθος αυτο το ονομα στη γραμματεα, οταν ηρθα. σηκωνομαι κ παιρνω μαζι μου κ το αλμπουμ. τα αγνωστα μερη στις φωτογραφιες του ξαφνικα κηρυσσουν ολα μαζι τον πολεμο, ολα εναντιον ολων. πού πας, μου λεει, χωρις ηχο παντα, αυτος στην τηλεοραση. διπλα του ο αλλος κουναει το κεφαλι του σαν να λεει: παει χαλασε κ ο κυριος αστεριου, χαθηκε κ η τελευταια ελπιδα που ειχαμε σαν ανθρωποτητα. στο μεταξυ, σε καποια αλλη αιθουσα αναμονης, σε καποιον ελαχιστα πιο πραγματικο κοσμο, καποιοι αλλοι ανθρωποι περιμενουνε να μαθουν αν οντως ειναι ανθρωποι

