Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

ο κυριος χρηστος

καποτε, ενας φιλος απο εδω μεσα μου εστειλε ενα μηνυμα οτι θελει να ξεφορτωθει καποια βιβλια του κ αν με ενδιαφερει να περασω να δω αν θελω να παρω μερικα. εγω το βρηκα κ σαν μια ευκαιρια για να γνωριστουμε απο κοντα, μια που τοσο καιρο μονο μηνυματα ειχαμε ανταλλαξει -αν κ κατα βαθος πιστευα πως ηδη τον ηξερα καλα, αφου για χρονια τον διαβαζα κ ακουγα τις εκπομπες του στο ραδιοφωνο- κ ετσι δεχτηκα την προσκληση. πηγα απο το σπιτι του, κ αφου τα ειπαμε, μου εδωσε ενα κλειδι κ μου ειπε να παω να ριξω μια ματια στην αποθηκη του που ηταν στο ισογειο της πολυκατοικιας οπου εμενε. κατεβηκα κ εκει επεσα πανω σε εναν πραγματικο θησαυρο. βρηκα καπου μια κουτα κ αρχισα να τη γεμιζω με ενθουσιασμο αλλα κ καποια δοση ενοχης, αφου παρα τη δικη του προσκληση, ενιωθα λιγακι σαν τον κλεφτη. καποια στιγμη, αναμεσα στα αλλα βιβλια, βρηκα κ ενα παλιο δικο μου κ τοτε χαρηκα που ειδα οτι κ αυτος με εχει διαβασει λιγο, αλλα ταυτοχρονα χαλαστηκα, αφου σκεφτηκα οτι θελει να ξεφορτωθει κ το βιβλιο μου μαζι με ολα τα αλλα. φορτωσα την κουτα στο ανταμομπιλ κ ανεβηκα ξανα στο διαμερισμα του να συνεχισουμε την κουβεντα που ειχαμε αφησει στη μεση. με ρωτησε αν βρηκα τιποτα ενδιαφερον κ τοτε δεν κρατηθηκα κ του ειπα: "μα γιατι τα δινετε ολα αυτα τα βιβλια;" "γιατι οσο μεγαλωνεις, τοσο πρεπει να μικραινει η βιβλιοθηκη σου", μου απαντησε. σκεφτηκα καλα το μειγμα λογικης κ ματαιοτητας πισω απο αυτη τη φραση, αλλα επειδη, κ παλι, κατι δεν μου καθοτανε, επεμεινα: "ναι, αλλα ολοι μας μεγαλωνουμε." "ισχυει", μου απαντησε, "αλλα απο καποια ηλικια κ μετα πρεπει να αρχισεις να φτιαχνεις αλλου την οποια σου βιβλιοθηκη." τοτε μονο προσεξα τα κουτια με τα φαρμακα που εστεκαν ακροβολισμενα πανω στο γραφειο του κ σκεφτηκα οτι μπορει να μην εχω την τυχη να τα πουμε ποτε ξανα απο κοντα, αλλα τουλαχιστον προλαβα να δω εφαρμοσμενο στο προσωπο αυτου του ανθρωπου το μονο μεταφυσικο αφηγημα της προκοπης, που μπορεσα ποτε καπως να καταλαβω. καλο ταξιδι, κυριε χρηστο

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

μασκες

μπαινω σε ενα μαγαζι. μια υπαλληλος με πλησιαζει κ με ρωταει πώς θα μπορουσε να με βοηθησει. της λεω τι ψαχνω. μου ζηταει να περιμενω λιγο κ χανεται στα ενδοτερα. περιμενω. διπλα μου ενας τυπος με κοιταζει καπως επιθετικα. με αντιπαθει. σχεδον με μισει, θα ελεγα, αλλα δεν ξερω για ποιο λογο. η υπαλληλος επιστρεφει κρατωντας αυτο που της ζητησα. μου λεει ποσο κοστιζει κ της απαντω "ενταξει, θα το παρω". ο τυπος διπλα μου ξεροβηχει. γυριζω, τον κοιταζω. "μου πηρατε τη σειρα", μου λεει. μοιαζει πολυ αγριεμενος. "εμμ..", του απανταω αποφασιστικα κ κοιταζω την υπαλληλο, ελπιζοντας να λυσει αυτη την παρεξηγηση. 

η υπαλληλος στον κοσμο της. "καρτα ή μετρητα;" με ρωταει. "παρακαλω, εξυπηρετηστε τον κυριο πρωτα", της λεω για να προλαβω τα χειροτερα. η υπαλληλος κοιταζει διπλα μου, κ μη βρισκοντας εκει κατι ενδιαφερον, με ξαναρωτα με ποιον τροπο θελω να πληρωσω. "μετρητα", της απαντω, ενω σκεφτομαι οτι αυτη παιζει να ειναι η τελευταια αγορα μου. ο αλλος κανει ενα βημα κ ερχεται ακομα πιο κοντα. οριακα απεχουμε δυο μετρα, οπως επιβαλλουν οι κανονες προστασιας - σκεφτομαι να του το επισημανω, πιο πολυ ετσι, για να αλλαξουμε κουβεντα, αλλα δεν προλαβαινω. "μου πηρατε τη σειρα", μου ξαναλεει. εκτιμω το γεγονος πως αν και ειναι ετοιμος να μου πιει το αιμα, εξακολουθει να μιλαει στον πληθυντικο. "με συγχωρειτε", του απαντω, "δεν σας προσεξα." "κανεις δεν με προσεχει", μου λεει αυτος κ κατεβαζοντας το κεφαλι επιστρεφει στην αρχικη του θεση. στεναχωριεμαι λιγο. 

στο μεταξυ, η υπαλληλος μού εχει δωσει τα ρεστα μου κ την αποδειξη κ σπευδει να εξυπηρετησει καποιον που μπηκε μετα απο εμενα. "α, κοιταξτε", λεω στον καινουριο αορατο φιλο μου, "κ αλλος σας παιρνει τωρα τη σειρα." ο τυπος εχει μαλλον πια αποδεχτει τη μοιρα του κ δεν μου απανταει. αποφασιζω να αναλαβω δραση. παω στην υπαλληλο, τη διακοπτω ξεροβηχοντας κ εγω κ της ζηταω τον λογο: "συγγνωμη, γιατι δεν εξυπηρετειτε τον ανθρωπο;" αυτη χαμογελαει - ετσι νομιζω, δηλαδη, αφου φοραει μασκα. "α, μην ανησυχειτε", μου λεει, "ο ανθρωπος.. ειναι του καταστηματος." ο τροπος που προφερει τη λεξη ανθρωπος εχει κατι το ειρωνικο, αλλα δεν ξερω ποιον ειρωνευεται, εμενα που τη χρησιμοποιησα πρωτος ή αυτον που δεν ειναι ανθρωπος ακριβως, αλλα κατι τετοιο, παρομοιο. επιμενω: "ε, αφου ειναι του καταστηματος, τοτε γιατι λεει οτι του πηρα τη σειρα;" τωρα ειναι ο καινουριος πελατης που ξεροβηχει, σαφως ενοχλημενος. δυστυχως, αυτου του τυπου ο ξηροβηχας δεν περιλαμβανεται στα συμπτωματα καμιας επιδημιας. τελος παντων, σκεφτομαι, βρειτε τα. εγω εκανα ο,τι μπορουσα. απολυμαινω τα χερια μου κ φευγω. 

καθως περναω εξω απο το μαγαζι, βλεπω τον τυπο να με κοιτα μεσα απο τη βιτρινα. σηκωνει το χερι του κ με τα δαχτυλα μού κανει το σημα της νικης. κατω απο τη μασκα του χαμογελαει κ αυτος, σιγουρος πως ολο κ κατι κερδισε, μονο κ μονο επειδη δεν του ειπανε πως εχει τα παντα χασει. πισω του, ενας ολοκληρος κοσμος συνεχιζει να του παιρνει τη σειρα. για παντα

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

ντηλητ

περυσι το καλοκαιρι πηγα στην αμερικη. εμεινα μια βδομαδα στη νεα υορκη κ μετα πηγα στη φιλαδελφεια, στη βαλτιμορη, στην ουασινγκτων κ απο εκει με αμαξι γυρισα βιρτζινιες, κεντακυ, τεννεσσι, μισσισσιππη, λουιζιανα.. για αρκετο καιρο, αφου επεστρεψα, κοιτουσα τις φωτογραφιες που ειχα βγαλει κατα τη διαρκεια αυτου του ταξιδιου, οχι τοσο για να θυμηθω απο πού ειχα περασει, μα πιο πολυ για να βεβαιωθω οτι το εκανα σταληθεια ολο αυτο το εξωφρενικο ταξιδι. κ μετα ηρθε η πανδημια κ κλειστηκα στο σπιτι μου, κ ενω ελεγα, δεν πειραζει, τουλαχιστον προλαβα κ ταξιδεψα στις πολιτειες, πριν να στραβωσουνε τα πραγματα, πηγα μια μερα να χαζεψω ξανα τις υπερατλαντικες μου φωτογραφιες κ τοτε ειδα οτι ο υπολογιστης μου δεν ανοιγε. εψαξα, ρωτησα, τον πηγα σε τεχνικους. μου ειπαν οτι καηκε ο δισκος κ οτι δεν μπορουν να ανακτησουν τα αρχεια μου. τα πιο σοβαρα, ευτυχως, τα ειχα ηδη αλλου σωσμενα, αλλα οι φωτογραφιες παει, χαθηκαν κ μαζι τους ειναι σαν να χαθηκε κ το ιδιο το ταξιδι. ενταξει, υπαρχει ακομα ως αναμνηση, αλλα αυτο ελαχιστα με παρηγορει. θελω να πω, εδω καηκε ο δισκος του υπολογιστη, ποιος μου εγγυαται οτι ο δικος μου για παντα θα κρατησει. 

μετα θυμηθηκα εναν φιλο που μου ελεγε, αφου ειχε χωρισει απο μια σχεση που κρατησε για χρονια, οτι δεν ξερει τι να κανει με τις φωτογραφιες που κρατουσε στο αρχειο του τοσο καιρο μαζι της. θυμηθηκα την απογνωση στα λογια του, οταν με ρωτουσε "γιατι τις βγαζουμε ολες αυτες τις φωτογραφιες, αφου παντα μετα ερχεται η στιγμη που δεν θελουμε πια να τις κοιταμε;" φιλε, αν με διαβαζεις τωρα, διαγραψε τις ολες οσο ειναι καιρος, μοναχα φροντισε να βγαλεις μια τελευταια με τον εαυτο σου την ωρα που θα πατας το ντηλητ, την ωρα που θα σε ρωταει ο υπολογιστης αν εισαι σιγουρος για αυτο που πας να κανεις κ εσυ θα λες: "ε, ναι. τι; παιδια ειμαστε;" γιατι αν ημασταν παιδια, θα εβγαζαν αλλοι τις φωτογραφιες μας, αλλοι θα υπαγορευαν το αφηγημα των αναμνησεων μας κ υστερα θα περνουσαμε μια ολοκληρη ενηλικη ζωη ψαχνοντας τροπο να το διαγραψουμε. βγαλε, λοιπον, μια τελευταια κ ψαξε να την αποθηκευσεις μεσα σε κατι που να μην καιγεται ευκολα, να εχεις μετα κατι για να θυμασαι. για να εισαι σιγουρος μετα, οχι για το ταξιδι που εκανες, αλλα που επεστρεψες απο αυτο κ επεζησες κ επελεξες να μην το ξανακανεις