Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Το Αγοράκι (σενάριο για διαφήμηση στεγαστικού δανείου)

σκηνή 1η: νύχτα, εσωτερικό (κρεβατοκάμαρα)
Ένα νεαρό ζευγάρι κοιμάται πάνω σε ένα διπλό κρεβάτι. Το δωμάτιο φωτίζεται ελάχιστα από ένα πορτατίφ. Ο άντρας έχει ένα ανοιχτό βιβλίο ακουμπισμένο πάνω στο στήθος του. Το ένα χέρι της γυναίκας είναι κρεμασμένο στο πλάι και μόλις που ακουμπά ένα κινητό τηλέφωνο που βρίσκεται στο πάτωμα. Η πόρτα του δωματίου ανοίγει σιγά-σιγά και το φως από τον διάδρομο φωτίζει το ζευγάρι περισσότερο. Στην είσοδο του δωματίου εμφανίζεται ένα αγοράκι. Φοράει πιτζάμες και τρίβει το μάτι του. Ο άντρας στο κρεβάτι μισανοίγει τα μάτια του.

μπαμπάς
Τι είναι, αγόρι μου;

Η γυναίκα φαίνεται πως ξυπνάει από τη φωνή του, κοιτάζει τον μικρό και ανασηκώνεται.

μαμά
Τι έπαθες, μωρό μου;

Το αγοράκι πλησιάζει λίγο προς το κρεβάτι, ενώ ακόμα τρίβει το κοκκινισμένο μάτι του.

παιδί
Φοβάμαι… Να έρθω να κοιμηθώ μαζί σας;

Ο άντρας κάνει να σηκωθεί, ενώ η γυναίκα τραβάει τα σκεπάσματα.

μαμά
Έλα, αγάπη μου! Έλα!

μπαμπάς
Τι είναι ρε; Είδες άσχημο όνειρο;

Ο άντρας χαμογελάει. Η γυναίκα φέρνει το δάχτυλό της στα χείλη και του κάνει νόημα να σωπάσει. Ο άντρας χαϊδεύει το κεφάλι του μικρού. Το αγοράκι ξαπλώνει ανάμεσα στο ζευγάρι. Η γυναίκα το σκεπάζει και το φιλά. Ο μικρός αποκοιμιέται σχεδόν αμέσως. Το ζευγάρι κοιτάζεται στα μάτια. Χαμογελούν. Φιλιούνται πάνω από το κεφάλι του παιδιού. Μετά ακουμπούν ξανά στα μαξιλάρια τους, κλείνουν τα μάτια τους και κοιμούνται χαμογελαστοί.
Λίγο μετά και οι δυο τους, σχεδόν ταυτόχρονα, ξυπνούν απότομα και τινάζονται. Η γυναίκα βγάζει μια μικρή κραυγή. Ο άντρας προσπαθεί να αναπνεύσει. Κοιτάζονται έντρομοι, ρίχνουν στο πλάι τα σκεπάσματα και ψηλαφούν το χώρο ανάμεσά τους. Ο μικρός δεν είναι εκεί.

μαμά
Το είδες κι εσύ;

Η γυναίκα αγκαλιάζει τον άντρα και σφίγγεται πάνω του.

σκηνή 2η: νύχτα, εσωτερικό (παιδικό δωμάτιο)
Ο μικρός κοιμάται στο κρεβατάκι του. Το δωμάτιο φωτίζεται απαλά από ένα πολύχρωμο φως. Το αγοράκι ξυπνάει και ανασηκώνεται. Κοιτάζει προς την είσοδο του δωματίου.

παιδί
Μαμά, μπαμπά… Τι πάθατε;

Το ζευγάρι στέκεται μπροστά στην πόρτα. Κρατιούνται από το χέρι και μοιάζουν αμήχανοι και ακόμα λίγο τρομαγμένοι.

μπαμπάς
Τίποτα, αγόρι μου, τίποτα…

Η γυναίκα κοιτάζει τον άντρα. Γυρίζει και την κοιτάζει κι αυτός και αμέσως στρέφονται ξανά προς το παιδί.

μπαμπάς
Ρε φίλε, θα σε πείραζε να κοιμηθούμε μαζί σου απόψε;


Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

η σκοτεινούλα

Μια φορά κι έναν καιρό, χθες το βράδυ, δηλαδή, ήρθε η νύχτα ξαφνικά κι η μαμά της Φωτεινής βάζει αμέσως μια φωνή: «Στο κρεβάτι! Είναι αργά!»
Χθες το βράδυ η Φωτεινή είχε ανοίξει το κουτί, μα δεν έβρισκε να δει κάποια ωραία εκπομπή. Κι έκατσε η Φωτεινή στο παράθυρο μπροστά και κοιτούσε και μετρούσε τα αμάξια που περνούσαν: «…έξι, δώδεκα, εφτά…»
Μα όταν λέει «είναι αργά!», κάτι ξέρει η μαμά.
«Δε νυστάζω, ρε μαμά!»
«Θα νυστάξεις, δε μπορεί.»
Κι έπεσε να κοιμηθεί με το ζόρι η μικρή.
«Καληνύχτα, Φωτεινή!», τη φιλάει η μαμά και της σβήνει και το φως.
«Καληνύχτα, ρε μαμά!»
Κι εκεί μέσα, στο σκοτάδι, μόνη της η Φωτεινή, προσπαθεί να κοιμηθεί.
«Έλα ύπνε! Είναι αργά! Έτσι λέει η μαμά…»
«Δε νυστάζεις, Φωτεινή;», ξάφνου ακούει μια φωνή και τρομάζει η μικρή.
Και ανάβει το φωτάκι, μα δεν είναι εκεί κανείς.
«Τρέξε! Φάντασμα! Μαμά!»
«Μη φωνάζεις, Φωτεινή! Σβήσ’ το φως και θα με δεις…»
Την ακούει η Φωτεινή κι εκεί μέσα, στο σκοτάδι, βλέπει άλλη μια μικρή.
«Επ! Καλώς την κοπελιά! Δεν κοιμήθηκα ακόμη. Φύγε κι έλα πιο μετά!»
«Δεν είμαι όνειρο, ρε συ! Είμαι μια άλλη Φωτεινή, αλλά λίγο σκοτεινή…»
«Και τι θες εσύ εδώ;»
«Ότι θέλεις και εσύ: μία άλλη Φωτεινή!»
«Και πως μπήκες εδώ μέσα; Θα φωνάξω τη μαμά!»
«Φώναξέ την, άμα θέλεις! Ούτως ή άλλως δε μπορεί η μαμά σου να με δει.»
«Θες να πεις πως, δηλαδή, είσαι μια φανταστική;»
«Μπράβο σου, ρε Φωτεινή! Είσαι έξυπνη πολύ!»
«Και που ήσουνα πιο πριν;»
«Ήμουν μέσα στο κουτί.»
«Μα, το έψαξα καλά κι είχε όλο επαναλήψεις. Ήταν όλα τους χαζά… Κι ύστερα από εδώ που πας;»
«Α, μετά έχω δουλειά. Μόλις σβήσουνε τα φώτα κι η μαμά σου κοιμηθεί, κάθομαι μετράω τα αμάξια που περνούν όπως κι εσύ.»
«Τι σόι φίλη είσαι εσύ, και καλά φανταστική; Εσύ είσαι πιο πολύ κι από μένα βαρετή!»
«Σόρρυ, ρε συ Φωτεινή! Ξέρεις, όμως, τι συμβαίνει; Φταις λιγάκι και εσύ…»
«Δηλαδή; Τι εννοείς;»
«Τόσο φτάνει το μυαλό σου. Δεν το έχεις πιο πολύ. Άμα είχες φαντασία λίγο πιο φανταστική, τότε θα έφτιαχνες μια φίλη σίγουρα μοναδική.»
«Άντε, ρε μαλακισμένο, που ήρθες και να μου την πεις!», φώναξε νευριασμένη η μικρούλα Φωτεινή κι έσβησε από μπροστά της η μορφή της αλληνής.
Τρέχει αμέσως η μανούλα και ανάβει και το φως. «Τι φωνάζεις, ρε μωρό μου; Είδες όνειρο κακό;»
«Όχι! Όλα καλά, μαμά μου. Έκανα μια προσευχή.»
«Μα εσύ φώναζες, καλό μου…»
«Είχα βάλει μια φωνή, μπας και ακούσει ο Θεούλης που κοιμάται πάνω εκεί.»
Έτσι έχουνε αυτά... έξι, δώδεκα, εφτά.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

σχετικά με τις φωτογραφίες

Συγγραφέας δε σημαίνει να γράφεις, αλλά να σε διαβάζουν. Δεν θυμάμαι που έχω διαβάσει αυτόν τον ορισμό. Μπορεί και να το έχω κάποτε μονάχος μου σκεφτεί και ύστερα από συστολή να αποποιήθηκα της φράσης την πατρότητα. Μια φορά πάντως πιστεύω πως κάπως έτσι έχουνε τα πράγματα. Γι’ αυτό και από τότε που έπαψα πια να εκδίδομαι, κατέφυγα -ή μήπως, άραγε, επέστρεψα;- στη γη του ενός ανθρώπου. Για να έχω έστω την ψευδαίσθηση πως κάπου υπάρχει μες στον κόσμο αυτόν κάποιος που με διαβάζει. Κάποιος που δε με ξέρει δυστυχώς από κοντά και που ευτυχώς δεν πρόκειται ποτέ να με γνωρίσει.
Για να τον προστατέψω μάλλον αυτόν εδώ τον άγνωστο μυστηριώδη αναγνώστη από τη φρίκη των συνεχόμενης ασπρόμαυρης ροής των καθημερινών κειμένων μου, φρόντισα, από συστάσεως αυτού του ιστολογίου, να παρεμβάλω κάποιες εικόνες ανάμεσα στις λέξεις μου. Αυτές οι οπτικές παρεμβολές δε διεκδίκησαν ποτέ κανένα είδος αναγνώρισης, αλλά αδιάφορες και ουδέτερες στεκόντουσαν εκεί, μπροστά στο μαύρο φόντο. Τίποτα περισσότερο ποτέ δε μαρτυρήσανε παρά μονάχα ακόμα μία κραυγαλέα εμμονή, ένα ακόμα πείσμα σιωπηλό κι αναρριχόμενο. Όμως συνήθως τα πείσματα αυτά και οι εμμονές μοιραία λειτουργούν αμφίδρομα. Έτσι δεν άργησαν πολύ να επισκεφτούν τη «γη» μου άνθρωποι που προτίμησαν να σταθούνε στα τοπία της προσπερνώντας τα γραπτά της αμφιλεγόμενα μνημεία. Όχι τόσο γιατί δεν ήτανε του γούστου τους τα δεύτερα –αυτό, έτσι κι αλλιώς, είναι μες στο παιχνίδι- αλλά γιατί τα πρώτα τους προκάλεσαν κι ενδεχομένως αναγνώρισαν σε αυτά δικά τους πείσματα και εμμονές, που διψασμένα περιφέρονταν στην έρημο του ηλεκτρονικού τους κόσμου.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Το Αεικίνητο (σενάριο για ταινία μεγάλου μήκους - ανάπτυξη τριών τυχαίων σκηνών)

σκηνή (φ): μεσημέρι, εσωτερικό (αεροδρόμιο, αφίξεις)
Πλήθος περιμένει στην αίθουσα υποδοχής του αεροδρομίου. Κάμερες, μικρόφωνα. Κάποιοι τραγουδάνε ασυνάρτητα τραγούδια. Πολλές γυναίκες συνωστίζονται προσπαθώντας να διακρίνουν τους επιβάτες που εμφανίζονται στο χώρο των αφίξεων. Λιποθυμίες. Μόλις βλέπουν το Λάζαρο, γίνεται πανικός. Ο Λάζαρος φαίνεται κουρασμένος. Αδιάφορος σχεδόν για όλον αυτόν το χαμό. Ψάχνει με το βλέμμα να βρει κάποιον. Ανάμεσα από το πλήθος ξεχωρίζει ο Βαγγέλης. Χαιρετιούνται από μακριά. Αστυνομικοί κάνουν κλοιό γύρω από το Λάζαρο για να περάσει. Ο Βαγγέλης φτάνει δίπλα του. Αγκαλιάζονται. Ο Βαγγέλης του παίρνει τις αποσκευές. Προχωράνε. Διάφορες γυναίκες – κυρίως νεαρές προσπαθούν να αγγίξουν το Λάζαρο. Σπάει ο κλοιός. Οι ρεπόρτερ τους περικυκλώνουν. Ο Λάζαρος προχωράει με σκυμμένο κεφάλι.

Βαγγέλης
Σας παρακαλώ! Όχι τώρα! Θα σας δώσουμε συνέντευξη τύπου
αύριο το πρωί… σας παρακαλώ

Ρεπόρτερ
Μια δήλωση μόνο!
Κύριε Χριστοδούλου! Μια δήλωση

Ο Λάζαρος σταματάει μπροστά στις κάμερες. Κοιτάζει έναν φακό και πλησιάζει τα μικρόφωνα. Οι φωνές κοπάζουν. Ο Βαγγέλης φαίνεται ενοχλημένος.

Λάζαρος
Σας ευχαριστώ όλους!
…Θέλω να αφιερώσω το βραβείο αυτό στη γυναίκα της ζωής μου…
την Αλεξάνδρα!


σκηνή (χ): απόγευμα, εσωτερικό (καφέ/μπαρ)
Ο Λάζαρος και ο Βαγγέλης κάθονται μόνοι στο μπαρ και πίνουν. Τα περισσότερα τραπέζια είναι γεμάτα με νεαρό κόσμο. Ακούγεται χαμηλόφωνα μουσική. Ο μπάρμαν κοιτάζει το Λάζαρο και φαίνεται να κρυφακούει αυτά που λένε οι δύο φίλοι.

Βαγγέλης
Τι ώρα κανόνισες να βρεθείτε;

Λάζαρος
Στις 10! Στο Σινικό Τείχος…
Τι ώρα είναι;

Βαγγέλης
Ρε συ, είσαι σίγουρος, ρε;

Λάζαρος
Πλάκα μου κάνεις; Τώρα να είμαι σίγουρος;
Πάντα σίγουρος ήμουν… και τώρα ακόμα περισσότερο
Τι ώρα είναι;

Βαγγέλης
Και αν…;

Λάζαρος
Τι και αν ρε Βαγγέλη; Τι και αν;
Κι άλλα και αν; Ως πότε; Δε μπορεί…

Βαγγέλης
Μη τα γαμήσεις όλα πάλι, ρε γαμώτο!

Λάζαρος
Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται…

Βαγγέλης
Ναι ξέρω… η αγαπημένη σου παροιμία.
Έχεις καταλάβει ποτέ τι σημαίνει;

Λάζαρος
Ότι αν είσαι ήδη βρεγμένος, όση
βροχή και να φας ακόμα και πάλι βρεγμένος θα είσαι

Βαγγέλης
Το να κάτσεις για λίγο στην άκρη
να στεγνώσεις το αποκλείεις δηλαδή;

Λάζαρος
Δεν προλαβαίνω να στεγνώσω…
Τι ώρα είναι;

Βαγγέλης
Σταμάτα πια! Τι ώρα είναι και τι ώρα είναι…
Νωρίς είναι ακόμα!

Λάζαρος
Δεν πρέπει να αργήσω…

Βαγγέλης
Ναι, πήγαινε από τώρα έξω από το Σινικό Τείχος 
και περίμενε να πέσει!

Λάζαρος
Θα πέσει… που θα πάει;
Θα πέσει

Βαγγέλης
Ρε Λάζαρε, ξέρεις που έχεις φτάσει;
Όλος ο κόσμος μιλάει για σένα σήμερα…

Δύο πολύ όμορφα κορίτσια πλησιάζουν στο μπαρ και ζητάνε αυτόγραφα από το Λάζαρο. Ο Βαγγέλης και ο μπάρμαν τις κοιτάζουν προσεχτικά, ενώ ο Λάζαρος υπογράφει μάλλον αδιάφορα. Τα κορίτσια φεύγουν. Η μία δίνει ένα χαρτάκι στο Λάζαρο. Ο Λάζαρος το κοιτάζει. Βλέπει ένα νούμερο τηλεφώνου και το δίνει στο Βαγγέλη. Ο Βαγγέλης το βάζει στην τσέπη του.

Βαγγέλης
Τα βλέπεις;

Λάζαρος
Όχι

Βαγγέλης
Όχι;

Λάζαρος
Όχι! Τίποτα δε βλέπω!

Βαγγέλης
Το ξέρω…

Λάζαρος
Αφού το ξέρεις, μην επιμένεις

Βαγγέλης
Ρε γαμώτο, ολόκληρο Νόμπελ πήρες!
Τι άλλο θέλεις πια;

Λάζαρος
Βαγγέλη, ξέρεις γιατί δεν υπάρχει Νόμπελ
για τα Μαθηματικά;

Βαγγέλης
Ε;

Λάζαρος
Βραβείο Νόμπελ για τα Μαθηματικά, λέω.
Ξέρεις γιατί δεν υπάρχει; Υπάρχει για όλες τις θετικές επιστήμες,
Φυσική, Χημεία, Βιολογία… Για τα μαθηματικά όμως, όχι!
Ξέρεις γιατί;

Βαγγέλης
Γιατί;

Λάζαρος
Γιατί ο Νόμπελ, ο τύπος που έδωσε τα λεφτά και το όνομα του
στα βραβεία δε γούσταρε καθόλου τους μαθηματικούς.
Καθόλου όμως! Και ξέρεις γιατί;

Μπάρμαν
Γιατί;

Λάζαρος (προς τον μπάρμαν)
Γιατί ένας μαθηματικός του έφαγε
τη γυναίκα! Κατάλαβες;

Μπάρμαν
Όχι

Λάζαρος
Εσύ;

Βαγγέλης
Κατάλαβα…

Λάζαρος
Μπράβο! Τον παράτησε η γυναίκα του
για έναν μαθηματικό και έτσι δεν υπάρχει Νόμπελ
για τα μαθηματικά

Βαγγέλης
Υπάρχει για την Ειρήνη, όμως…

Μπάρμαν
Και για τη Λογοτεχνία… όχι;

Λάζαρος
Ναι καλά… Τι χρωστάω;

Μπάρμαν
Τίποτα! Κερασμένα

Ο Λάζαρος σηκώνεται να φύγει. Ο Βαγγέλης τον κρατάει.

Βαγγέλης
Υποσχέσου μου πως θα είναι
η τελευταία φορά!

Λάζαρος
Αν πει το ναι, θα είναι

Βαγγέλης
Λάζαρε!

Λάζαρος
Καλά… θα δούμε

Ο Λάζαρος φεύγει. Ο Βαγγέλης ζητάει ακόμα ένα ποτό.

Μπάρμαν
Πολύ γνωστός μου φαίνεται ο φίλος σας…
Ηθοποιός είναι;

Βαγγέλης
Αυτός; Απ’ όλα είναι…


σκηνή (ψ): νύχτα, εσωτερικό (κινέζικο εστιατόριο)
Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο Λάζαρος. Έχει αργήσει. Βλέπει την Αλεξάνδρα να κάθεται σε ένα τραπέζι. Του χαμογελάει από μακριά. Από πάνω της ο Κινέζος σεφ του εστιατορίου της μιλάει. Όλοι οι πελάτες γυρίζουν και κοιτάζουν το Λάζαρο να διασχίζει το μαγαζί πλησιάζοντας αποφασιστικά την Αλεξάνδρα. Τον αναγνωρίζουν. Ο Κινέζος σπεύδει να τον υποδεχτεί. Η Αλεξάνδρα σηκώνεται και τον φιλάει στο μάγουλο. Τον αγκαλιάζει με θέρμη. Εκείνος την αγκαλιάζει δειλά. Κάθονται.

Αλεξάνδρα
Τα κατάφερες πάλι!

Λάζαρος
Μαζί τα καταφέραμε…

Αλεξάνδρα
Άσ’ τα αυτά! Έχεις
κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο!

Λάζαρος
Όχι ολόκληρο! Όχι ακόμη…

Η Αλεξάνδρα χαμηλώνει τα μάτια. Ο Λάζαρος της πιάνει το χέρι.

Λάζαρος
Είχα καιρό να σε δω…
Είχα ξεχάσει πόσο όμορφη είσαι…

Αλεξάνδρα
Σ’ ευχαριστώ

Λάζαρος
Εγώ σ’ ευχαριστώ!

Αλεξάνδρα
Έχεις καταφέρει τόσα πολλά…
σε τόσα λίγα χρόνια… κι εγώ…

Λάζαρος
Χωρίς εσένα τίποτα δε θα είχα κάνει

Αλεξάνδρα
Γιατί ρε Λάζαρε;
Χωρίς εμένα τα έκανες όλα αυτά…
Μόνος σου. Και τώρα;

Λάζαρος
Τώρα τι;

Ο Λάζαρος σερβίρει κρασί. Χτυπάν τα ποτήρια και κοιτάζονται στα μάτια.

Αλεξάνδρα
Στο τώρα!

Λάζαρος
Στο πάντα!

Αλεξάνδρα
Τι θα κάνεις τώρα; Τι άλλο ακόμα;

Λάζαρος
Εσύ θα μου πεις

Αλεξάνδρα
Δεν κουράζεσαι ποτέ, ε;

Λάζαρε
Κάνε με να κουραστώ κι άλλο!
Μπορείς;

Αλεξάνδρα
Αχ, βρε Λάζαρε! Μέχρι πότε;

Λάζαρος
Κι αυτό εσύ θα μου το πεις

Αλεξάνδρα
Τι να σου πω;

Ο Λάζαρος απλώνει το χέρι του και αγγίζει τα δάχτυλα της Αλεξάνδρας.

Λάζαρος
Με παντρεύεσαι;

Αλεξάνδρα
Τι;

Λάζαρος
Τι περίμενες; Να σου ζητήσω να τα φτιάξουμε;
Μεγαλώσαμε

Αλεξάνδρα
Τι να πω τώρα;

Λάζαρος
Να πεις ναι!
Παντρεύσου με, Αλεξάνδρα!

Αλεξάνδρα
Μα… πως;

Λάζαρος
Τι πως; Δε σε έπεισα ακόμα;

Αλεξάνδρα
Με έπεισες Λάζαρε! Και με το παραπάνω…
Είσαι ο καλύτερος. 
Όποιον και να συγκρίνω μαζί σου, χαμένος θα βγει.
Γι’ αυτό και χωρίζω πάντα. Αλλά αυτό δε φτάνει.
Μη νομίζεις, σαν κι εσένα είμαι κι εγώ.
Τον μεγάλο έρωτα ψάχνω κι εγώ να βρω. Να τον ζήσω…
Κι ας κάνω λάθη συνέχεια… 
Θέλω να τον ζήσω αυτόν τον μεγάλο έρωτα. 
Τον δικό μου, όμως, μεγάλο έρωτα, Λάζαρε!
Όχι τον δικό σου

Ο Λάζαρος κάνει να τραβήξει τρομαγμένος το χέρι του. Η Αλεξάνδρα το κρατάει.

Λάζαρος
Τι;

Αλεξάνδρα
Είσαι ο καλύτερος!
Μην το ξεχνάς αυτό! Ποτέ

Λάζαρος

Η Αλεξάνδρα σηκώνεται από το τραπέζι. Φαίνεται ταραγμένη. Σκύβει και φιλάει το Λάζαρο στα χείλη. Βιαστικά

Αλεξάνδρα
Άκου το «αεικίνητο»…
Απίστευτος είσαι!

Ο Λάζαρος μένει μόνος στο τραπέζι να κοιτάζει την Αλεξάνδρα να φεύγει από το εστιατόριο.


Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Το Αεικίνητο (σύνοψη σεναρίου)

Αθήνα, σήμερα. Μεσημέρι. Υπνοδωμάτιο διαμερίσματος. Μια ανοιχτή τηλεόραση. Μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων. Πρώτη είδηση: η Ακαδημία της Στοκχόλμης απένειμε το βραβείο Νόμπελ για τη Φυσική στον νεαρό Έλληνα επιστήμονα, Λάζαρο Χριστοδούλου, ο οποίος επινόησε τη θεωρία του «Αεικίνητου». Φωτογραφία του Λάζαρου. Αναφέρονται τα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα των πολιτικών. Σκηνές από το προηγούμενο βράδυ με πανηγυρισμούς στην Ομόνοια για το πρώτο ελληνικό Νόμπελ στις Επιστήμες. Θυμίζουν αντίστοιχους ποδοσφαιρικών επιτυχιών.

Το πλήθος
Είναι βαριά τα νόμπελ του τσολιά…
Δε θα πάρεις Νόμπελ εσύ ποτέ,
Αλβανέ, Αλβανέ…

Ακολουθεί σύνδεση με το χωριό του Λάζαρο...

Το πλάνο ανοίγει και βλέπουμε ένα ζευγάρι, που μάλλον μόλις έχει ξυπνήσει, να παρακολουθεί το δελτίο. Είναι η Αλεξάνδρα με τον κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερο σύντροφό της, καθηγητή πανεπιστημίου. Ο καθηγητής φαίνεται να μη μπορεί να πιστέψει αυτό που δείχνει η τηλεόραση.

Καθηγητής
Τα κατάφερε ο δικός σου…
Απίστευτο, ε;

Αλεξάνδρα
Τίποτα δεν είναι απίστευτο
για το Λάζαρο…

Ξανά στην τηλεόραση. Ο παππούς του Λάζαρου από το χωριό κάνει δηλώσεις:

Παππούς Νομπελίστα
Εγώ του το είχα πει…
Λάζαρε, αυτή η γυναίκα θα
σε καταστρέψει!

Την ίδια ώρα περίπου. Στο αεροδρόμιο. Ο Βαγγέλης, στενός φίλος και συνεργάτης του Λάζαρου τον υποδέχεται. Πλήθος δημοσιογράφων, επισήμων και νεαρών κυρίως γυναικών που παρακαλάνε για ένα αυτόγραφο. Επικρατεί πανικός. Ο Λάζαρος σταματά μπροστά στις κάμερες και στα μικρόφωνα.

Λάζαρος
Σας ευχαριστώ όλους!
…Θέλω να αφιερώσω το βραβείο
αυτό στη γυναίκα της ζωής μου…
την Αλεξάνδρα!

Στο αυτοκίνητο από το αεροδρόμιο. Ο Λάζαρος και ο Βαγγέλης συζητούν για το βραβείο και την Αλεξάνδρα, το φίλο της τον καθηγητή και τα μούτρα του όταν θα είδε στην τηλεόραση το Λάζαρο να «σηκώνει» το νόμπελ. Στο τέλος τσακώνονται όταν ο Λάζαρος λέει στο Βαγγέλη πως δεν θα πάει στην εκδήλωση που θα γίνει εκείνο το βράδυ προς τιμήν του γιατί έχει κάτι άλλο να κάνει. Χτυπάει το τηλέφωνο και είναι η Αλεξάνδρα. Αμηχανία. Τον ευχαριστεί και δέχεται την πρόταση του να της κάνει το τραπέζι το ίδιο βράδυ.

Αμέσως μετά. Στο σπίτι της Αλεξάνδρας. Ο καθηγητής έχει θυμώσει και την απειλεί πως θα φύγει, αν πάει να βρει τον Λάζαρο. Η Αλεξάνδρα του δείχνει την πόρτα. Φεύγει. Η Αλεξάνδρα ταραγμένη πλησιάζει ένα έπιπλο με διάφορα αντικείμενα, ανάμεσα τους και διάφορα βραβεία, όλα δώρα του Λάζαρου. Επικεντρώνεται το βλέμμα της σε ένα χρυσό μετάλλιο.

Flash back δώδεκα χρόνια πριν. Ο Λάζαρος γνωρίζει την Αλεξάνδρα και την ερωτεύεται με την πρώτη ματιά. Εκείνη όμως είναι με κάποιον αθλητή του στίβου. Ο Λάζαρος αρχίζει να ασχολείται με τον αθλητισμό προκειμένου να της αποδείξει πως είναι καλύτερος από τον άλλον. Ο Βαγγέλης προσπαθεί να τον μεταπείσει. Ο Λάζαρος σύντομα κάνει πρωταθλητισμό. Και τελικά κερδίζει χρυσό μετάλλιο σε πανελλήνιους αγώνες. Χαρίζει το μετάλλιο του στην Αλεξάνδρα και της ζητά να τα φτιάξουνε. Εκείνη τον απορρίπτει.

Ξανά στο παρόν. Απόγευμα της ίδιας μέρας. Σε ένα καφέ-μπαρ. Ο Λάζαρος τα πίνει μαζί με τον Βαγγέλη. Είναι αγχωμένος ενόψει της επικείμενης συνάντησής του με την Αλεξάνδρα. Ο Βαγγέλης ζητάει από το φίλο του να δεσμευτεί πως αυτή θα είναι η τελευταία φορά. Αντί απάντησης, ο Λάζαρος του εξηγεί γιατί δεν υπάρχει βραβείο Νόμπελ για τα μαθηματικά. Για τον καθηγητή Νόμπελ που μισούσε τους μαθηματικούς, επειδή ένας από αυτούς του πήρε τη γυναίκα που αγαπούσε. Ο Λάζαρος φεύγει και ο Βαγγέλης μένει να μιλάει με τον μπάρμαν.

Μπάρμαν
Πολύ γνωστός μου φαίνεται
ο φίλος σας…
Ηθοποιός είναι;

Βαγγέλης
Ο Λάζαρος;
Απ’ όλα είναι…

Flash back οκτώ χρόνια πριν. O Βαγγέλης δείχνει στο Λάζαρο μια φωτογραφία από τις κοσμικές στήλες ενός περιοδικού. Η Αλεξάνδρα στο κότερο ενός επιχειρηματία. Ο Λάζαρος παρατάει τις σπουδές του και αγοράζει μετοχές. Με τα κέρδη από το χρηματιστήριο ξεκινά μια δική του επιχείρηση προκειμένου να της αποδείξει πως είναι καλύτερος από τον άλλον. Η δουλειά πετυχαίνει σύντομα και τα οικονομικά περιοδικά τον αναφέρουν ως το πιο πετυχημένο νέο επιχειρηματία. Κάνει πανάκριβα δώρα στην Αλεξάνδρα και της ζητάει να φύγουν μαζί ταξίδι, το γύρο του κόσμου με το δικό του σκάφος. Εκείνη αρνείται.

Ξανά στο παρόν. Μετά το μπαρ ο Λάζαρος επιστρέφει σπίτι.. Ακούει τα μηνύματα στον τηλεφωνητή. Συγχαρητήρια και προσκλήσεις σε διάφορες εκδηλώσεις. Ετοιμάζεται ακούγοντας από τον τηλεφωνητή το μήνυμα του Αρχιεπισκόπου.

Αρχιεπίσκοπος (off)
Τα θερμά μου συγχαρητήρια
τέκνο μου Λάζαρε!
Με τη διάκριση σου αυτή απεδείχθη
για μια ακόμη φορά
η ανωτερότης και η δύναμη
της Ορθοδοξίας…

Ο Λάζαρος κλείνει τον τηλεφωνητή. Στέκεται μπροστά σε ένα πίνακα. Το πορτραίτο μιας γυναίκας που μοιάζει να είναι η Αλεξάνδρα.

Flash back τέσσερα χρόνια πριν. Ο Λάζαρος ξανασυναντά την Αλεξάνδρα σε μία έκθεση ζωγραφικής. Μεταξύ των εκθεμάτων υπάρχουν και έργα του νέου φίλου της Αλεξάνδρας. Ο Λάζαρος παρατάει τις επιχειρήσεις του και αρχίζει να ασχολείται με την τέχνη. Σύντομα γίνεται πολύ γνωστός και ως καλλιτέχνης και τα έργα του – κυρίως πορτραίτα και γυμνά της Αλεξάνδρας - εκτίθενται σε όλον τον κόσμο. Της δωρίζει ένα από τα γυμνά της, που ζωγράφισε. Η Αλεξάνδρα απορεί με την αληθοφάνεια του πίνακα, καθώς ο Λάζαρος δεν την έχει ποτέ γυμνή. Ο Λάζαρος της ζητά να ζήσουν μαζί. Εκείνη και πάλι λέει όχι.

Ξανά στο παρόν. Βράδυ στο «Σινικό Τείχος», ένα κινέζικο εστιατόριο. Η Λάζαρος φτάνει και βρίσκει την Αλεξάνδρα να κάθεται ήδη σε ένα τραπέζι και να μιλάει με τον Κινέζο σεφ του εστιατορίου. Ο Κινέζος υποδέχεται θερμά το Λάζαρο. Η Αλεξάνδρα σηκώνεται και τον φιλάει στο μάγουλο.

Αλεξάνδρα
Τα κατάφερες πάλι!

Λάζαρος
Μαζί τα καταφέραμε…

Αλεξάνδρα
Άσ’ τα αυτά! Έχεις
κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο!

Λάζαρος
Όχι ολόκληρο! Όχι ακόμη…

Ο Λάζαρος της ζητάει να τον παντρευτεί. Εκείνη λέει πως δε γίνεται. Πως είναι καλύτερα να μείνουν έτσι. Η Αλεξάνδρα του εξηγεί γιατί. Και του θυμίζει πως είναι ο καλύτερος. Φεύγει ταραγμένη και τον αφήνει μόνο του.

Νύχτα. Ο Λάζαρος στο σπίτι του Βαγγέλη. Τον ξυπνάει και του λέει πως η Αλεξάνδρα και πάλι τον απέρριψε. Είναι δυστυχισμένος. Δε ξέρει τι άλλο θα μπορούσε να κάνει.

Βαγγέλης
Δεν υπάρχει τίποτα άλλο…
Παράτα τα ρε φίλε! Σήκω και φύγε!
Κάνε ένα μεγάλο ταξίδι και ξέχασε τα όλα!

Το επόμενο πρωί ο Λάζαρος σε ένα μεγάλο ταξιδιωτικό γραφείο. Κοιτάζει προσφορές για πολύ μακρινά ταξίδια. Βλέπει έξω από το γραφείο να περνά η Αλεξάνδρα παρέα με τον Κινέζο σεφ του εστιατορίου. Στέκεται και τους κοιτάζει χαμένος. Μετά γυρίζει στον πράκτορα αποφασιστικά και τον ρωτά αν υπάρχουν ταξίδια με προορισμό την Κίνα.

Τρεις μήνες μετά. Ο Λάζαρος στην Κίνα. Σε κάποιον εμπορικό δρόμο. Προσπαθεί να αγοράσει ένα γυναικείο φόρεμα από ένα υπαίθριο κατάστημα. Το ντύσιμο του θυμίζει Κινέζο. Κρατάει ένα βιβλίο, που φαίνεται να το συμβουλεύεται διαρκώς. Πλησιάζουμε και τον ακούμε να μιλάει κινέζικα!